Η κατ’ αρχήν απαγόρευση άσκησης δεύτερης προσφυγής κατά τις διατάξεις του ΚΔΔ

Περιεχόμενα Απόκρυψη

Eισαγωγή

Στο πλαίσιο αυτής της εισήγησης εξετάζεται ο κανόνας της απαγόρευσης άσκησης δεύτερης προσφυγής, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 70 παρ. 1 ΚΔΔ. Σχετικά πρόσφατα, οι διατάξεις του τελευταίου άρθρου αντικαταστάθηκαν εν μέρει  (για τρίτη φορά) από εκείνες του  25 παρ. 1 του ν. 4509/2017 [ΦΕΚ Α 201/22.12.2017], οι οποίες δυστυχώς δεν διακρίνονται για την σαφήνειά τους.

Ως εκ τούτου, για την καλύτερη κατανόηση των τιθέμενων ζητημάτων, πριν την οριοθέτηση του κανόνα περί απαγόρευσης άσκησης δεύτερης προσφυγής και των εξαιρέσεών του υπό την ισχύουσα μορφή του άρθρου 70 ΚΔΔ [κατωτέρω υπό ΙΙ] προκρίνεται η παρουσίαση των ρυθμίσεων του εν λόγω άρθρου διαχρονικά [κατωτέρω υπό Ι].

Συναφώς, επισημαίνεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 70 ΚΔΔ εφαρμόζονται αναλόγως, κατά παραπομπή του άρθρου 230 ΚΔΔ, και επί του ενδίκου βοηθήματος της ανακοπής [βλ. λ.χ. ΔΠΠειρ. 4762/2017, σκ. 2]. Αντιστοίχου περιεχομένου διατάξεις περιλαμβάνει ο Κώδικας αναφορικά με το ένδικο βοήθημα της αγωγής [βλ. άρθρο 76 παρ. 1 ΚΔΔ]  και για τα ένδικα μέσα γενικώς [βλ. άρθρο 85 παρ. 1 ΚΔΔ].

Όπως και οι λοιπές προϋποθέσεις παραδεκτού, έτσι και το απαράδεκτο άσκησης δεύτερης προσφυγής εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ’ άρθρο 35 ΚΔΔ (βλ. ενδ. ΔΠΠειρ. 1442/2019, σκ. 4, κ.ά). 

Ι. H ρύθμιση του άρθρου 70 παρ. 1 ΚΔΔ διαχρονικά

1. H αρχική ρύθμιση του άρθρου 70 παρ. 1 ΚΔΔ

Υπό την αρχική του μορφή, το άρθρο 70 παρ. 1 ΚΔΔ1, επανέλαβε την αντίστοιχη απαγορευτική διάταξη του άρθρου 83 του Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας2. Με την διάταξη αυτή, η οποία δεν προέβλεπε εξαιρέσεις από τον κανόνα περί  απαραδέκτου της άσκησης δεύτερης προσφυγής, τυποποιήθηκε η δικονομική αρχή της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων και μέσων.

Συναφώς, επισημαίνεται ότι η ρύθμιση του άρθρου 70 παρ. 1 ΚΔΔ δεν έχει εννοιολογικώς και δογματικώς σχέση με το δεδικασμένο. Αφορά μία αρνητική διαδικαστική προϋπόθεση ασκήσεως ενδίκου βοηθήματος, δηλ. διαδικαστικής πράξης, και όχι δέσμευση προσώπων από δικαστική κρίση ή αποκλεισμό δικαστικής επανεξετάσεως τελεσιδίκως κριθέντος ζητήματος.

Έτσι, εάν συντρέχει περίπτωση απόρριψης της προσφυγής τόσο λόγω του άρθρου 70 παρ. 1 ΚΔΔ όσο και λόγω δεδικασμένου, θα προηγηθεί η απόρριψη λόγω του άρθρου 70 παρ.1 ΚΔΔ3

Kατά πάγια νομολογία, το απαράδεκτο άσκησης δεύτερου ένδικου βοηθήματος (λ.χ. προσφυγής), ακόμη και εάν το πρώτο ένδικο βοήθημα απορρίφθηκε για λόγους τυπικούς, δεν αντίκειται στο δικαίωμα δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται στα άρθρα 20 Σ και 6 της ΕΣΔΑ. 

ΣτΕ 2088/2014
[επί της αρχικής διάταξης του άρθρου 70 ΚΔΔ που προέβλεπε απόλυτη απαγόρευση άσκησης 2ης προσφυγής]
Πρβλ. ΣτΕ Ολ. 3840/2009, ιδ. σκ. 7, επί του ενδίκου βοηθήματος της αγωγής (άρθρο 76 ΚΔΔ)

Ο κανόνας του απαραδέκτου άσκησης δεύτερου ενδίκου βοηθήματος (ακόμη κι αν το πρώτο απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους) δεν παραβιάζει τα άρθρα 20 Σ και 6 ΕΣΔΑ

6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι παρά το νόμο κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι η προσφυγή – αγωγή της αναιρεσείουσας ήταν απαράδεκτη, διότι από τα άρθρα 261, 262 και 263 του Αστικού Κώδικα, περί διακοπής της παραγραφής επί ασκήσεως αγωγής και το άρθρο 76 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 8 του ν. 3659/2008, (Α΄ 77) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του, (7.5.2008), αγωγές ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, όπως η επίδικη προσφυγή – αγωγή της αναιρεσείουσας, συνάγεται ότι είναι δυνατή η άσκηση δεύτερης αγωγής, όταν η πρώτη είχε απορριφθεί για τυπικούς λόγους, εφόσον από συγγνωστή πλάνη των διαδίκων μερών τα όρια ενός δημοσίου έργου εκτείνονται στην περιφέρεια δύο ή περισσοτέρων Διοικητικών Εφετείων, ως εν προκειμένω. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι οι διατάξεις που επικαλείται η αναιρεσείουσα αφορούν αγωγές και όχι προσφυγές και δεν μπορούν να εφαρμοσθούν εν προκειμένω, εφόσον το ένδικο βοήθημα που άσκησε ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου είχε το χαρακτήρα μόνο προσφυγής, κατά τα αναφερόμενα στη σκέψη 5, (πρβλ. ΣτΕ 1471/2014). Εξάλλου, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η ρύθμιση του άρθρου 76 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 8 του ν. 3659/2008, (που προβλέπει ότι επιτρέπεται, εντός της οριζόμενης στη διάταξη αυτή προθεσμίας, η άσκηση δεύτερης αγωγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς), είναι εφαρμοστέα και επί προσφυγής, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της κυρωθείσας με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, (Ε.Σ.Δ.Α.), προκειμένου να μην αποστερείται του δικαιώματος για παροχή έννομης προστασίας ο διάδικος του οποίου η προσφυγή απορρίφθηκε τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς, πρέπει να απορριφθεί, διότι από τις τελευταίες αυτές διατάξεις δεν κωλύεται ο κοινός νομοθέτης να θεσπίζει δικονομικές προϋποθέσεις για το έγκυρο της ασκήσεως των ένδικων βοηθημάτων, εφόσον αυτές συνάπτονται προς τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή από αυτά δικαιοσύνης και δεν συνεπάγονται άμεση ή έμμεση κατάλυση του δικαιώματος για παροχή έννομης προστασίας, ενώ δεν υπερβαίνει τα επιτρεπτά αυτά όρια η θέσπιση του απαραδέκτου της άσκησης εκ νέου του ένδικου βοηθήματος της προσφυγής όταν η προηγούμενη προσφυγή με το ίδιο αντικείμενο έχει απορριφθεί για τυπικό λόγο, ενόψει και των αρχών της άπαξ ασκήσεως των ένδικων βοηθημάτων και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων που ισχύουν στο διοικητικό δικονομικό δίκαιο, διότι το επιτρεπτό της εκ νέου άσκησης της προσφυγής αυτής θα είχε ως συνέπεια, την κατά παράβαση των αρχών αυτών επιμήκυνση του χρόνου κατά τον οποίο θα ήταν δυνατή η αμφισβήτηση της νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, (πρβλ. ΣτΕ 3840/2009 Ολομ.).

 2. Η ρύθμιση του άρθρου 70 παρ. 1 ΚΔΔ μετά την προσθήκη του εδ. β’  με το  άρθρο 83  του ν. 4139/2013 

Με το άρθρο 83 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ 74/ 20.3.2013) το άρθρο 70 του ΚΔΔ τροποποιήθηκε δια της προσθήκης δευτέρου εδαφίου στην παράγραφο 1 του ως άνω άρθρου,  σύμφωνα με το οποίο: «Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής, όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς.

Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησης της ανατρέχουν στον χρόνο άσκησης της πρώτης». Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του εν λόγω νόμου, με τις διατάξεις αυτές, επιδιώχθηκε η κατοχύρωση της δικαστικής προστασίας των προσώπων, των οποίων οι προσφυγές απορρίφθηκαν για λόγους μη ουσιαστικούς4.  Σύμφωνα με το άρθρο 98 του ν. 4139/2013,  οι διατάξεις του άρθρου 83 του ίδιου νόμου, εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού υποθέσεις (20.3.2013).

Συναφώς, κρίθηκε  ότι οι νέες διατάξεις δεν καταλαμβάνουν τις εκκρεμείς ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας υποθέσεις [ΣτΕ 2088/2014, ό.π., σκ. 5]. Έτσι, αν μέχρι την 20.3.2013 είχαν ασκηθεί δεύτερες προσφυγές, αλλά δεν είχε ακόμη εκδοθεί επ’ αυτών απόφαση σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό, τότε αντιμετωπίζονται υπό το καθεστώς της  ρύθμισης του άρθρου 83 του ν. 4139/2013, όπερ σημαίνει ότι αυτές κατ’ εξαίρεση ασκούνται παραδεκτώς, εφόσον η πρώτη προσφυγή είχε απορριφθεί τελεσιδίκως για τυπικό λόγο. 

3. Η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 70 ΚΔΔ μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 24 του ν. 4274/2014

Με το άρθρο 24 του ν. 4274/2014 (ΦΕΚ, τ. Α’, 147, 14.7.2014), η παρ. 1 του άρθρου 70 ΚΔΔ αντικαταστάθηκε ως εξής: «Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς, εκτός από την περίπτωση της απόρριψης αυτής ως εκπρόθεσμης και τις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 3, 139Α και 277 παρ. 1 του παρόντος Κώδικα. Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης».

Με την νομοθετική αυτή παρέμβαση επιχειρήθηκε ο περιορισμός της εξαίρεσης από τον κανόνα του απαραδέκτου άσκησης δεύτερης προσφυγής (ή με άλλα λόγια η επάνοδος στον κανόνα του απαραδέκτου της δεύτερης προσφυγής) στις περιπτώσεις που η πρώτη προσφυγή είχε απορριφθεί τελεσιδίκως (α) ως εκπρόθεσμη ή (β) λόγω μη νομιμοποίησης του πληρεξουσίου δικηγόρου ή ελλιπούς ή μη καταβολής του προβλεπόμενου παραβόλου, εφόσον ο προσφεύγων είχε κληθεί από το δικαστήριο να καλύψει τις σχετικές  παραλείψεις (κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 28 παρ. 3 ή 139Α ΚΔΔ), αλλά δεν το έπραξε [βλ. σχετικά και την αιτιολογική έκθεση του ν. 4274/2014]. 

ΔΕφΑθ. 46/2018

(ενδεικτικώς)

Μετά τη θέση σε  ισχύ του ν. 4274/2014 είναι επιτρεπτή η άσκηση δεύτερης προσφυγής κατ’ άρθρο 70 ΚΔΔ, εφόσον η πρώτη απορρίφθηκε τελεσιδίκως  λόγω μη καταβολής παραβόλου δίχως ο προσφεύγων  να  έχει κληθεί κατ’ άρθρο 139 Α ΚΔΔ προς κάλυψη της τυπικής αυτής παράλειψης

2. Επειδή στο άρθρο 70 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999-Α’ 97), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 24 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147), ορίζεται ότι: «Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς, εκτός από την περίπτωση της απόρριψης αυτής ως εκπρόθεσμης και τις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 3,139Α και 277 παρ. 1 του παρόντος Κώδικα. Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης». Περαιτέρω, στην αιτιολογική έκθεση του πιο πάνω ν. 4274/2014 και συγκεκριμένα στο άρθρο 25 αναφέρεται ότι: «………Με την προτεινόμενη ρύθμιση για λόγους ασφάλειας δικαίου, που συναρτώνται με την οριστικότητα των διοικητικών καταστάσεων, αλλά και αποφυγής επανόδου διαδίκων, στους οποίους δόθηκε η ευκαιρία συμπλήρωσης τυπικών παραλείψεων, αποκλείεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής, όταν η πρώτη έχει απορριφθεί ως εκπρόθεσμη, καθώς και όταν ο προσφεύγων είχε κληθεί από το δικαστήριο ή τον εισηγητή δικαστή, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 3,139Α και 277 παρ. 1, να καλύψει τις τυπικές παραλείψεις ή την έλλειψη παραβόλου που οδήγησαν στην απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος ως απαραδέκτου».

3. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι οι δεύτερες προσφυγές που ασκούνται μετά την ισχύ του ν. 4274/2014, δεν είναι, πλέον, παραδεκτές αν πριν από την έκδοση της απόφασης που απέρριψε την πρώτη προσφυγή για τυπικό λόγο, είχε λάβει χώρα η, κατά τα ανωτέρω, ειδοποίηση (κλήση) του προσφεύγοντος να καλύψει – συμπληρώσει την τυπική παράλειψη, ήτοι, να άρει τη διαδικαστική πλημμέλεια που απετέλεσε, εν τέλει, τον κατ’ άρθρο 70 παρ. 1 «τυπικό λόγο» που προκάλεσε την απόρριψη της πρώτης προσφυγής.4. Επειδή στην προκείμενη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η προσφεύγουσα ανώνυμη εταιρεία, κατά της ως άνω προσβαλλόμενης πράξης είχε ασκήσει αρχικώς, ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών την από …….. προσφυγή της(αριθ. καταχ. ……..), η οποία με την ………/2012 απόφαση (σε συμβούλιο) του ως άνω δικαστηρίου παραπέμφθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου λόγω της καθ’ ύλην αρμοδιότητάς του για την εκδίκασή της, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 περ. β’ και 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δικ), όπως οι παράγραφοι αυτές αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 13 του ν. 3900/2010, σε συνδυασμό με το άρθρο126 Α του ίδιου Κώδικα. Η προσφυγή αυτή απορρίφθηκε τελεσίδικα με την 2902/2014 απόφασή του Δικαστηρίου τούτου (τμήμα 19ο Τριμελές) ως απαράδεκτη και συγκεκριμένα λόγω μη καταβολής του, κατά τις διατάξεις του άρθρου 277 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., απαιτούμενου παραβόλου των 100,00 ευρώ, καθόσον κατέβαλε τούτο ελλιπές, ήτοι μόνο 4,50 ευρώ κατά την κατάθεση της προσφυγής της. Επίσης, με την ίδια απόφαση έγινε δεκτό ότι δεν ήταν δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 139Α του Κ.Δ.Δ για συμπλήρωση αυτού, λόγω μη παράστασης της προσφεύγουσας κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και ανεξαρτήτως του ότι ήταν ανομιμοποίητη. Ήδη, η προσφεύγουσα εταιρεία ασκεί, κατ’ άρθρο 70 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ, την υπό κρίση δεύτερη προσφυγή.5. Επειδή, ενόψει αυτών, και εφόσον δεν έλαβε χώρα η προβλεπόμενη από τα άρθρα 28 παρ. 3 και 139 Α του Κ.Δ.Δ. διαδικασία, ήτοι ειδοποίηση (κλήση) της προσφεύγουσας εταιρείας να συμπληρώσει την έλλειψη του απαιτούμενου ποσού παραβόλου (ΣΤΕ Ολομ. 601/2012) δεν συντρέχει απαγορευτικός λόγος άσκησης της ήδη κρινόμενης δεύτερης προσφυγής, αφού η προσφεύγουσα δεν κλήθηκε και ως εκ τούτου δεν παρέλειψε να προβεί σε συμπλήρωση του ένδικου παραβόλου όπως τούτο θα συνέβαινε στην περίπτωση που είχε δεχτεί σχετική κλήση, ώστε η συμπεριφορά της αυτή να αποτελούσε κατά τα, με σαφή τρόπο, οριζόμενα στην εισηγητική έκθεση του ν. 4274/2014, απαγορευτικό λόγο άσκησης της παρούσας δεύτερης προσφυγής. Επομένως, η τελευταία, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού της άσκησής της, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στην ουσία.

Όπως  περαιτέρω συνάγεται από το γράμμα της διάταξης σε συνδυασμό με την αιτιολογική έκθεση του ν. 4274/2014, η άσκηση δεύτερης προσφυγής επιτρέπεται, μεταξύ άλλων, και επί των φορολογικών και τελωνειακών εν γένει διαφορών στην περίπτωση που η πρώτη προσφυγή είχε απορριφθεί τελεσιδίκως λόγω μη καταβολής του κατ’ άρθρο 277 παρ. 4 ΚΔΔ ειδικώς προβλεπόμενου για τις διαφορές αυτές αναλογικού παραβόλου, δίχως ο προσφεύγων να κληθεί προς καταβολή του ελλείποντος ποσού παραβόλου κατ’ άρθρο 139 Α ΚΔΔ (το οποίο, υπενθυμίζεται, μέχρι την θέσπιση του ν. 4509/2017, δεν ήταν καθόλου εφαρμοστέο σε μία τέτοια περίπτωση).

Η θέση αυτή επικράτησε γενικά στην νομολογία των ΤΔΔ [βλ. ενδεικτικώς ΔΕφΑθ. 169/2018, σκ. 2 – 3, ΔΕφΑθ. 6351/2017, σκ. 2, κ.ά ]. Παρά ταύτα, σύμφωνα με ορισμένες αποφάσεις δικαστηρίων της ουσίας (κυρίως του ΔΕφΘεσ.), εάν η πρώτη φορολογική προσφυγή  απορρίφθηκε λόγω μη καταβολής παραβόλου, είναι οπωσδήποτε απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής [βλ. ΔΕφΘεσ. 1507/2017, σκ. 3, με μειοψηφία της εισηγήτριας].

Όπως εκτίθεται κατωτέρω, η αποκλίνουσα αυτή (και μη πειστική) νομολογία ειδικώς ως προς τις φορολογικές διαφορές προκάλεσε την παρέμβαση του νομοθέτη (με τον ν. 4509/2017), ώστε να διασαφηνισθεί ότι η άσκηση δεύτερης προσφυγής είναι επιτρεπτή, υπό τους όρους του άρθρου 70 ΚΔΔ, και επί των φορολογικών διαφορών, εφόσον η πρώτη προσφυγή απορρίφθηκε τελεσιδίκως  λόγω μη καταβολής παραβόλου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 277 παρ. 4 ΚΔΔ, δίχως ο προσφεύγων να κληθεί κατ’ άρθρο 139 Α ΚΔΔ προς κάλυψη της τυπικής αυτής παράλειψης. 

ΔΕφΑθ. 169/2018

[κρατούσα νμλ ΤΔΔ]

Μετά τη θέση σε  ισχύ του ν. 4274/2014 είναι επιτρεπτή η άσκηση δεύτερης φορολογικής προσφυγής, εφόσον η πρώτη προσφυγή  απορρίφθηκε τελεσιδίκως λόγω  μη καταβολής του προβλεπόμενου στο άρθρο 277 παρ. 4  παραβόλου,  δίχως ο προσφεύγων  να έχει  κληθεί κατ’ άρθρο 139 Α ΚΔΔ προς συμπλήρωση της τυπικής αυτής παράλειψης

2.Επειδή, στο άρθρο 70 παρ.1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/1999, Α΄97), όπως αντικαταστήθηκε από το άρθρο 24 του ν.4274/2014 (Α΄147), ορίζεται ότι: «Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς, εκτός από την περίπτωση της απόρριψης αυτής ως εκπρόθεσμης και τις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 28 παρ.3, 139Α και 277 παρ. 1 του παρόντος Κώδικα. Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης». 

3.Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση η προσφεύγουσα εταιρία είχε ασκήσει αρχικά, κατά της ως άνω σιωπηρής απόρριψης της επιφύλαξής της, την με χρονολογία κατάθεσης ……. (ΑΒΕΜ ……../11.10.2013) προσφυγή της, η οποία, δίχως να προηγηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 139Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διαδικασία, απορρίφθηκε με την …………/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ως απαράδεκτη, καθόσον δεν είχε καταβληθεί έως τη συζήτηση της προσφυγής στο ακροατήριο το απαιτούμενο για το παραδεκτό της ποσό παραβόλου 2.000 ευρώ, κατά τους ορισμούς της παρ.4 του άρθρου 277 του ίδιου Κώδικα. Ενόψει αυτών, η παρούσα δεύτερη προσφυγή ασκείται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην αναφερόμενη πιο πάνω διάταξη του άρθρου 70 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, παραδεκτώς, απορριπτομένου ως αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού της Φορολογικής Αρχής, ενώ, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού της, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στην ουσία.

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 53 του ν. 4274/2014, οι διατάξεις του άρθρου 24 του ίδιου νόμου που αντικατέστησαν το άρθρο 70 παρ. 1 ΚΔΔ, ισχύουν από τη δημοσίευση του ν. 4274/2014  στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (14.7.2014). Συνακόλουθα, το αντικατασταθέν με το άρθρο 24  του ν. 4274/2014 άρθρο 70 παρ. 1 ΚΔΔ εφαρμόζεται επί των δεύτερων προσφυγών που ασκούνται μετά την 14η.7.2014.

Επί των δεύτερων προσφυγών που ασκήθηκαν πριν την 14η.7.2014 εφαρμόζεται το άρθρο 70 παρ. 1 ΚΔΔ, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με άρθρο 83  του ν. 4139/2013 [βλ. από τη διαθέσιμη νομολογία ΔΠΠειρ. 8321/2017, σκ. 2 – 4 · πρβλ. ΔΕφ.Αθ. 46/2018, ό.π., σκ. 3].

Στην πράξη,  πάντως, το ζήτημα της έναρξης ισχύος του άρθρου 25 του ν. 4274/2014 δεν έχει μεγάλη πρακτική σημασία, δεδομένου ότι στη συνέχεια η διάταξη του άρθρου 70 παρ. 1 β΄ εδαφ. ΚΔΔ αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 25 παρ. 1  του ν. 4509/2017, το οποίο (σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς διαφορές (βλ. αμέσως κατωτέρω). 

4. Η ρύθμιση της παρ. 1 του άρθρου 70 ΚΔΔ, όπως ισχύει σήμερα, μετά την μερική αντικατάσταση του β’ εδαφίου της με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 4509/2017

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α’ 201/22.12.2017), το β’ εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 70 ΚΔΔ αντικαταστάθηκε ως εξής:  «Κατ` εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής, όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για οποιονδήποτε τυπικό λόγο και σε κάθε περίπτωση, εκτός από αυτή της απόρριψής της ως εκπρόθεσμης, καθώς και όταν ο προσφεύγων κλήθηκε κατ` εφαρμογή των άρθρων 28 παράγραφος 3, 139A και 277 παράγραφος 1 του παρόντος Κώδικα».

Όπως έχει ήδη παρατηρηθεί5, αντιπαραβάλλοντας κανείς την παλαιότερη και την νέα αυτή εκφορά της διάταξης διαπιστώνει ότι αυτές ομοιάζουν σε σημαντικό βαθμό. Οι αλλαγές περιορίζονται  στη γλωσσική διατύπωση και συμπυκνώνονται ιδίως:

  • στην (ερμηνευτικά αδιάφορη)  αλλαγή της φράσεως από «για λόγους τυπικούς» στη νέα μορφή αυτής ως «για οποιοδήποτε τυπικό λόγο και σε κάθε περίπτωση»
  • στην επιβεβαίωση ότι για την απόρριψη της δυνατότητας ασκήσεως δεύτερης προσφυγής απαιτείται «κλήση» του προσφεύγοντος, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 28 παράγραφος 3, 139Α και 277 παράγραφος 1 ΚΔΔ (την θέση αυτή είχε ούτως ή άλλως υιοθετήσει η νομολογία καθ’ ερμηνεία της προισχύσασας μορφής της διάταξης · βλ. ανωτέρω υπό 3), ενώ περαιτέρω
  • από την αιτιολογική έκθεση6 (και όχι ρητώς από το γράμμα του νόμου) επιβεβαιώνεται ότι δυνατότητα ασκήσεως δεύτερης προσφυγής υφίσταται και επί τελεσίδικης απορρίψεως φορολογικών ή τελωνειακών προσφυγών λόγω μη καταβολής του κατ’ άρθρο 277 παρ. 4 αναλογικού  παραβόλου, εφόσον ο προσφεύγων δεν είχε κληθεί προς συμπλήρωση της σχετικής τυπικής παράλειψης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 139 Α ΚΔΔ [το οποίο μέχρι τη θέσπιση του ν. 4509/2017 κατ’ αρχήν δεν εφαρμοζόταν επί μη καταβολής του προσήκοντος παραραβόλου στις διαφορές αυτές · βλ. όμως ήδη άρθρο 25 παρ. 9 του ίδιου ως άνω νόμου, σύμφωνα με το οποίο το άρθρο 139Α ΚΔΔ εφαρμόζεται και σε περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 277 παρ. 4 ΚΔΔ]. 

Με δυο λόγια,  ο ν. 4509/2017 δεν κομίζει κάτι νέο στην ερμηνεία του άρθρου 70 παρ. 1 ΚΔΔ ·  στην ουσία,  ο συντάκτης της αιτιολογικής έκθεσης του νόμου επιχείρησε να άρει την σχετική αντιγνωμία που είχε προκληθεί στην νομολογία των ΤΔΔ επί της δυνατότητας ασκήσεως δεύτερης φορολογικής ή τελεωνειακής προσφυγής όταν η πρώτη προσφυγή είχε απορριφθεί λόγω μη καταβολής του αναλογικού παραβόλου του άρθρου 277 παρ. 4 ΚΔΔ  (βλ., ανωτέρω, υπό 3).

Τέλος, σύμφωνα με το την παρ. 3 του άρθρου 25 του ν. 4509/2017: «Οι διατάξεις των παρ. 1 και 2 καταλαμβάνουν και τις εκκρεμείς υποθέσεις, δύναται δε να ασκηθεί δεύτερη προσφυγή κατά την παρ. 1 ….εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος. Δεύτερη προσφυγή δεν δύναται να ασκηθεί αν έχουν περάσει τρία (3) έτη από τη δημοσίευση της απορριπτικής απόφασης».

II. Ερμηνεία άρθρου 70 ΚΔΔ: O κανόνας, η εξαίρεση και η επάνοδος στον κανόνα του απαραδέκτου άσκησης δεύτερης προσφυγής

Το άρθρο 70 παρ. 1 ΚΔΔ υιοθετεί το σχήμα κανόνα / εξαίρεσης. Το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 προβλέπει ότι κατά κανόνα είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής [κατωτέρω υπό 1], το πρώτο υποεδάφιο του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 θεσπίζει εξαίρεση από τον κανόνα [κατωτέρω υπό 2], ενώ το δεύτερο υποεδάφιο του δεύτερου εδαφίου της παρ. 1 θεσπίζει εξαίρεση της εξαίρεσης, δηλαδή επάνοδο στον κανόνα του απαραδέκτου άσκησης δεύτερης προσφυγής [κατωτέρω  υπό 3]. Ειδικότερα: 

1. O κανόνας

Σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 70 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΔΔ είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής [κατωτέρω υπό Α] από τον ίδιο προσφεύγοντα [κατωτέρω  υπό Β]  κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης [κατωτέρω υπό Γ]. Κατά την εφαρμογή του ως άνω κανόνα, την νομολογία και την θεωρία έχουν απασχολήσει τα εξής επιμέρους ζητήματα :

Α. Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής …

ΔΠΠειρ. 3279/2013

(ενδεικτικώς)

Βλ. ακόμη ΔΠΠειρ. 1019/2020, σκ. 3, κ.ά. Έτσι και οι Β. ΜΩΥΣΙΔΗΣ, ό.π., σελ. 442, Π. ΛΑΖΑΡΑΤΟΣ, ό.π., αρ. 601, αμφότεροι με παραπομπή στην ΣτΕ 3463/1986

Έννοια πρώτης προσφυγής: ως πρώτη προσφυγή θεωρείται εκείνη που προηγήθηκε χρονικά, δηλαδή εκείνη για την οποία συντάχθηκε χρονικά πρότερη πράξη κατάθεσης

2.  Επειδή, στο άρθρο 70 του ν. 2717/1999 (Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, Φ.Ε.Κ. Α΄97), ορίζεται ότι: «1. Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης. …». Με τη διάταξη αυτή, καθίσταται δικονομικός κανόνας η αρχή, κατά την οποία, μόνο μια φορά επιτρέπεται να ζητήσει κάποιος τη δικαστική προστασία στον ίδιο βαθμό κρίσεως κατά της ίδιας διοικητικής πράξης. Ως πρώτη, δε, προσφυγή θεωρείται εκείνη που προηγήθηκε χρονικά, δηλαδή εκείνη για την οποία συντάχθηκε χρονικά προγενέστερη πράξη κατάθεσης. Η απαγόρευση δε ασκήσεως δεύτερης προσφυγής έχει έννοια ευρύτερη από εκείνη του δεδικασμένου, διότι το απαράδεκτο τούτο αφορά σε ενέργεια διαδικαστικής πράξης και δεν προϋποθέτει δικαστική κρίση (πρβλ. ΣτΕ 3463/1986). Εξάλλου, η παρ.2 του άρθρου 144 του ίδιου Κώδικα ορίζει μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς να διατάζει απόδειξη, τα πραγματικά γεγονότα που είναι γνωστά σε αυτό από προηγούμενη δικαστική του ενέργεια.

Έτσι, οι Β. ΜΩΥΣΙΔΗΣ, ό.π., σ. 422,  Π. ΛΑΖΑΡΑΤΟΣ, ό.π., αρ.  601, αμφότεροι με παραπομπή στην ΔΕφΑθ. 987/1989

Δεν θεωρείται δεύτερη και, άρα, ασκείται παραδεκτώς προσφυγή όταν προηγουμένως ασκήθηκε όμοια προσφυγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων

ΣτΕ 1550/2017

Για το απαράδεκτο άσκησης προσφυγής κατ’ άρθρο 70 ΚΔΔ  απαιτείται ταυτότητα ενδίκων βοηθημάτων · έτσι, πρέπει το ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε δεύτερο να έχει, κατά την εκτίμηση του δικαστή, χαρακτήρα προσφυγής,  ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό του εκ μέρους του διαδίκου  [ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε ως αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ / κρίθηκε ότι συνιστά προσφυγή / διακρατήθηκε  & απορρίφθηκε κατ’ άρθρο 70 παρ. 1 ΚΔΔ από το ίδιο το ΣτΕ]

5. Eπειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 70 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), ορίζεται ότι: «Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης».

6. Επειδή, το υπό κρίση ένδικο βοήθημα, στρεφόμενο κατά πράξεως που αφορά τη μεταβίβαση του δικαιώματος αναζήτησης, έρευνας και εκμετάλλευσης του γεωθερμικού δυναμικού της νήσου Νισύρου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 3175/2003, έχει χαρακτήρα προσφυγής ουσίας ανεξαρτήτως της ιδιότητας του αιτούντος δήμου ως τρίτου, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στη σκέψη 4. Πρέπει δε ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αιτούντος, που περιλαμβάνονται στο από 5.4.2017 εμπροθέσμως μετά τη συζήτηση κατατεθέν υπόμνημά του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών έχει ήδη ασκήσει κατά της πράξεως αυτής την από 30.3.2011 (αρ. καταχ. ΠΡ 671/3.6.2011) προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επί της οποίας έχει εκδοθεί η 6289/2013 απορριπτική απόφαση. Συνεπώς, απαραδέκτως ζητεί και πάλι την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, που αποτελεί δεύτερη προσφυγή.

7. Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι, εν όψει των περιστάσεων, πρέπει να κρατήσει και να εκδικάσει την υπόθεση, εφαρμοζομένης αναλόγως της προαναφερθείσας διατάξεως του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 1968/1991 (βλ. ΣτΕ 2788/2015, 1927/2015, πρβλ. ΣτΕ 3173/2015).Περαιτέρω, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.

ΣτΕ 1550/2017

Για το απαράδεκτο άσκησης προσφυγής κατ’ άρθρο 70 ΚΔΔ  απαιτείται ταυτότητα ενδίκων βοηθημάτων · έτσι, πρέπει το ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε δεύτερο να έχει, κατά την εκτίμηση του δικαστή, χαρακτήρα προσφυγής,  ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό του εκ μέρους του διαδίκου  [ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε ως αίτηση ακύρωσης ενώπιον του ΣτΕ / κρίθηκε ότι συνιστά προσφυγή / διακρατήθηκε  & απορρίφθηκε κατ’ άρθρο 70 παρ. 1 ΚΔΔ από το ίδιο το ΣτΕ]

5. Eπειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 70 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α΄ 97), ορίζεται ότι: «Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης».

6. Επειδή, το υπό κρίση ένδικο βοήθημα, στρεφόμενο κατά πράξεως που αφορά τη μεταβίβαση του δικαιώματος αναζήτησης, έρευνας και εκμετάλλευσης του γεωθερμικού δυναμικού της νήσου Νισύρου, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 2 του ν. 3175/2003, έχει χαρακτήρα προσφυγής ουσίας ανεξαρτήτως της ιδιότητας του αιτούντος δήμου ως τρίτου, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν ανωτέρω στη σκέψη 4. Πρέπει δε ν’ απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του αιτούντος, που περιλαμβάνονται στο από 5.4.2017 εμπροθέσμως μετά τη συζήτηση κατατεθέν υπόμνημά του. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών έχει ήδη ασκήσει κατά της πράξεως αυτής την από 30.3.2011 (αρ. καταχ. ΠΡ 671/3.6.2011) προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επί της οποίας έχει εκδοθεί η 6289/2013 απορριπτική απόφαση. Συνεπώς, απαραδέκτως ζητεί και πάλι την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξεως με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα, που αποτελεί δεύτερη προσφυγή.

7. Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι, εν όψει των περιστάσεων, πρέπει να κρατήσει και να εκδικάσει την υπόθεση, εφαρμοζομένης αναλόγως της προαναφερθείσας διατάξεως του τελευταίου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 34 του ν. 1968/1991 (βλ. ΣτΕ 2788/2015, 1927/2015, πρβλ. ΣτΕ 3173/2015).Περαιτέρω, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα.

ΣτΕ 3710/2010

Πρβλ. ΣτΕ 7μ.  1557/2013, σκ. 3 επ. (όμοια κρίση  επί δεύτερης  αγωγής καθ’ ερμηνεία του άρθρου 76 παρ. 1 ΚΔΔ)

Για το απαράδεκτο άσκησης προσφυγής κατ’ άρθρο 70 ΚΔΔ απαιτείται ταυτότητα ενδίκων βοηθημάτων · έτσι, πρέπει το ένδικο βοήθημα που ασκήθηκε δεύτερο να έχει, κατά την εκτίμηση του δικαστή, χαρακτήρα προσφυγής,  ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό του εκ μέρους του διαδίκου [διαφορές από διοικητικές συμβάσεις]

4. Επειδή, εξ άλλου, στο άρθρο 70 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ορίζεται ότι: «Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης», στο δε άρθρο 76 παρ. 1 του Κώδικα αυτού, όπως ίσχυε προ της τροποποιήσεώς του με το αρθρ. 8 του ν. 3659/2008 ( Α΄ 77) ορίζετο ότι: «Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης αγωγής, με το αυτό αντικείμενο, από τον ίδιο ενάγοντα». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών το ως άνω απαράδεκτο καταλαμβάνει τις περιπτώσεις όπου υπάρχει ταυτότητα ενδίκου βοηθήματος, όχι δε και τις περιπτώσεις όπου για την ικανοποίηση αξιώσεως έχουν ασκηθεί διαφορετικά ένδικα βοηθήματα ερειδόμενα επί διαφορετικής νομικής αιτίας.5. Επειδή εν προκειμένω όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, ο αιτών είχε συνάψει κατά τους μήνες ……………., δεκαεπτά συμβάσεις με το καθ’ νομικό πρόσωπο, με αντικείμενο την κατασκευή αποδυτηρίων, πισίνας και λοιπές εργασίες συντηρήσεως του δημοτικού κολυμβητηρίου του καθού. Με το ……… πρακτικό της Επιτροπής Διοίκησης του ήδη αναιρεσιβλήτου ν.π. παραλήφθηκε το έργο, συνολικής δαπάνης δρχ. …….. πλέον ΦΠΑ, δηλαδή δρχ. ……. συνολικά, πλην ο ήδη αναιρεσείων έλαβε μόνο το ποσό των δρχ. ……. Κατόπιν αυτού ο αναιρεσείων άσκησε την από 8.2.2001 «προσφυγή-αγωγή», με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. να του καταβάλει νομιμοτόκως το υπόλοιπο του οφειλομένου ποσού, ήτοι ……. δραχμές. Επί του ενδίκου αυτού βοηθήματος εκδόθηκε η υπ’ αριθμ 1911/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε ότι οι ανωτέρω συμβάσεις ακύρως συνήφθησαν από την αναρμόδια Επιτροπή Διοίκησης αντί της Τεχνικής Υπηρεσίας του ήδη αναιρεσιβλήτου, και ότι, επομένως, ο ανάδοχος δεν δικαιούται να λάβει την αιτούμενη αμοιβή από την εκτέλεση των συμβάσεων αυτών. Περαιτέρω, όμως, κρίθηκε ότι εφόσον ο ανάδοχος εξετέλεσε τις ανατεθείσες σ’ αυτόν εργασίες το δε έργο παρελήφθη από το αναιρεσίβλητο, αυτός δικαιούται να λάβει το υπόλοιπο της αξίας των εκτελεσθεισών εργασιών σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 επ. Αστικού Κώδικα). Με τις σκέψεις αυτές έγινε δεκτό το άσκηθεν ένδικο βοήθημα και υποχρέωθηκε το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. να καταβάλει στον ήδη αναιρεσείοντα νομιμοτόκως το αξιούμενο ποσό των 34.418.000 δραχμών. H απόφαση αυτή αναιρέθηκε εν συνεχεία με την 1999/2005 απόφαση του Συμβούλιου της Επικρατείας με τη σκέψη ότι ορθώς μεν επελήφθη το Διοικητικό Εφετείο και έκρινε ότι ακύρως συνήφθησαν οι ως άνω συμβάσεις, εφόσον όμως στο ασκηθεν από τον ήδη αναιρεσείοντα ένδικο βοήθημα δεν είχε περιληφθεί αίτημα ικανοποιήσεώς του κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού του Α.Κ., μη νομίμως του επιδικάσθηκε από το Διοικητικό Εφετείο το πιο πάνω ποσό κατ εφαρμογή των διατάξεων αυτών. Κατόπιν αυτού, ο ήδη αναιρεσείων άσκησε το από 21.7.2005 νέο ένδικο βοήθημα επιγραφόμενο «αγωγή- προσφυγή» με το οποίο ζήτησε και πάλι να του επιδικασθούν τα επίδικα ποσά από την εκτέλεση των ανωτέρω συμβάσεων, άλλως, και σε περίπτωση που οι εν λόγω συμβάσεις θεωρηθούν ως άκυρες, ζήτησε να του επιδικασθούν αυτά βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού του Α.Κ. Με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο απέρριψε το ως άνω ένδικο βοήθημα ως απαράδεκτο κατ’ επίκληση της διατάξεως 70 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας με την αιτιολογία ότι αυτό αποτελούσε δεύτερη προσφυγή κατά της αυτής πράξεως.6. Επειδή, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στην τρίτη σκέψη, το από 21. 7. 2005 ένδικο βοήθημα του ήδη αιτούντος, καθ’ ο μέρος μ’ αυτό επιδιώκετo η καταβολή των οφειλομένων ποσών όχι βάσει των ανωτέρω συμβάσεων – οι οποίες, άλλωστε, κρίθηκαν αμετακλήτως ως άκυρες – αλλά βάσει των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, είχε το χαρακτήρα αγωγής. Με το περιεχόμενο αυτό, δεν συνιστούσε δεύτερη προσφυγή εν σχέσει προς την αρχική από 8.2.2001 προσφυγή του ήδη αιτούντος ασκηθείσα κατά παράβαση του άρθρου 70 παρ.1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας και ως εκ τούτου παραδεκτώς ασκήθηκε ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου.

Άρθρο 70 παρ. 2 ΚΔΔ

Έτσι, ομόφωνα η θεωρία · βλ. ενδ.  Ν. ΣΟΪΛΕΝΤΑΚΗΣ, Η άσκηση δευτέρας αγωγής και προσφυγής στα Διοικητικά Δικαστήρια, ΔΔ, 6/2008, σελ. 1401 επ.

Εάν ο διάδικος παραιτηθεί του ενός εκ των δύο ασκηθέντων ένδικων βοηθημάτων, το απομένον είναι παραδεκτό. Είναι δε αδιάφορο εάν η παραίτηση αφορά την χρονικά  πρώτη ή στη δεύτερη προσφυγή. 

Β. … από τον ίδιο προσφεύγοντα 

Η ταυτότητα του προσώπου των διαδίκων και στις δύο δίκες που ανοίγονται με τις δύο προσφυγές αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόκληση του απαραδέκτου της δεύτερης εξ αυτών. Θεωρείται δε ότι υπάρχει δεύτερη προσφυγή και όταν αυτή ασκήθηκε με άλλους ομοδίκους, ενώ η πρώτη ατομικά ή αντιστρόφως7.

Ταυτότητα προσώπων θεωρείται ότι υπάρχει και στην περίπτωση άσκησης προσφυγής από τον αρχικό διάδικο και άσκησης νέας προσφυγής από τους καθολικούς ή ειδικούς διαδόχους του. Κατά συνέπεια, εάν έχει ασκηθεί προσφυγή κατά της διοικητικής πράξης από μετέπειτα αποθανόντα, ο κληρονόμος του απαραδέκτως ασκεί δεύτερη προσφυγή κατά της αυτής πράξης, το  ίδιο ισχύει δε και όταν, μετά την προσφυγή του μεταβιβάσαντος περιουσιακό στοιχείο, ασκείται δεύτερη προσφυγή από τον αποκτήσαντα αυτό, στο πλαίσιο ειδικής διαδοχής, δηλ. από αγοραστή, δωρεοδόχο, εκδοχέα κλπ.8

Γ. …κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης

Kατά την κρατούσα άποψη9, διοικητική πράξη που περιέχει πλείονα κεφάλαια (λ.χ. πράξη επιβολής προστίμου για πλείονες παραβάσεις) αποτελεί από δικονομική άποψη μία πράξη και όχι πλείονες και συνεπώς δεν είναι δυνατή η άσκηση δεύτερης προσφυγής από το ίδιο πρόσωπο κατ’ αυτής, έστω κι αν η προσφυγή στρέφεται κατά κεφαλαίου άλλου από εκείνο κατά του οποίου στρεφόταν η πρώτη προσφυγή.

2. Η εξαίρεση από τον κανόνα

Εξαίρεση από τον κανόνα του απαράδεκτου άσκησης δεύτερης προσφυγής εισάγει το πρώτο υποεδάφιο του β’  εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 70 ΚΔΔ, το οποίο ορίζει ότι: 

«Κατ` εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής, όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για οποιονδήποτε τυπικό λόγο και σε κάθε περίπτωση.. »,

ενώ στο γ΄ εδάφιο της ίδιας παραγράφου ορίζεται συναφώς ότι

«Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης».

Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατή η άσκηση δεύτερης προσφυγής εφόσον η  πρώτη προσφυγή απορρίφθηκε τελεσιδίκως [κατωτ. υπό Α], για οποιονδήποτε τυπικό λόγο [κατωτ. υπό Β], εντός προθεσμίας 60 ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης [κατωτ. υπό Γ]. Ειδικότερα:

A. …«επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής, όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως»…

Τελεσίδικες είναι εκείνες οι οριστικές αποφάσεις, οι οποίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είτε επειδή αυτά τα ένδικα μέσα  ασκήθηκαν και απορρίφθηκαν, είτε επειδή παρήλθε άπρακτη η προθεσμία για την άσκησή τους. Έτσι, εάν η σχετική απόφαση εξεδόθη κατ’ αντιμωλία, η προσφυγή θεωρείται ότι έχει απορριφθεί τελεσιδίκως όταν αυτή απορρίφθηκε: 

  • με εκκλητή απόφαση Διοικητικού Πρωτοδικείου10, μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας άσκησης έφεσης ή 
  • με ανέκκλητη απόφαση Διοικητικού Πρωτοδικείου

ή

  • με απόφαση του Διοικητικού Εφετείου εκδοθείσα κατ’ έφεση

ή 

  • με απόφαση Διοικητικού Εφετείου εκδοθείσα επί της προσφυγής σε πρώτο και τελευταίο βαθμό (λ.χ. επί φορολογικών διαφορών).

Συναφώς, κατά μία άποψη, γίνεται δεκτό ότι για τη νόμιμη άσκηση δεύτερης προσφυγής δεν απαιτείται να έχει καταστεί τελεσίδικη η απορριπτική της αρχικής προσφυγής απόφαση κατά την κατάθεσή της, αλλά αρκεί η εν λόγω τελεσιδικία να έχει επέλθει μέχρι τη συζήτηση της δεύτερης προσφυγής ενώπιον του δικαστηρίου. Υποστηρίζεται όμως και η αντίθετη άποψη.

ΔΕφ.Αθ. 2990/2019

Βλ. ακόμη ΔΠΠειρ. 922/2020, σκ. 3,  κ.ά
Προσοχή:
Contra ΔΕφΘεσ. 1809/2018, ΔΕφΑθ. 464/2018, σκ.  3, ΔΠΑθ. 2932/2020 σκ. 3, κ.ά, κατωτ.,  με το επιχείρημα ότι σε αντίθετη περίπτωση θα υπήχε κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων.

Για τη νόμιμη άσκηση δεύτερης προσφυγήςδεν απαιτείται να έχει καταστεί τελεσίδικη η απορριπτική της αρχικής προσφυγής απόφαση κατά την κατάθεσή της, αλλά αρκεί η εν λόγω τελεσιδικία να έχει επέλθει μέχρι τη συζήτηση της δεύτερης προσφυγής ενώπιον του δικαστηρίου

3. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Κατά της αναφερόμενης στην 1η σκέψη αρνητικής απάντησης και με τα ίδια ως άνω αιτήματα, ο εκκαλών άσκησε αρχικά τη με ημερομηνία κατάθεσης ……. προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με την 14835/2014 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, λόγω ελλείψεως χορηγήσεως δικαστικής πληρεξουσιότητας προς την υπογράφουσα το δικόγραφό του δικηγόρο, χωρίς την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 28 παρ.3 του Κ.Δ.Δ. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την ………/30-7-2018 βεβαίωση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η ως άνω δικαστική απόφαση κοινοποιήθηκε στον ήδη εκκαλούντα στις 9-1-2015, όπως και ο ίδιος αποδέχεται, ενώ, προκύπτει, επιπλέον, ότι έως 27-7-2018 δεν ασκήθηκε κανένα ένδικο μέσο κατά της απόφασης αυτής. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη δεύτερη προσφυγή, που ασκήθηκε κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου 70 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., ως απαράδεκτη, λόγω του ότι κατά το χρόνο άσκησης αυτής (10-3-2015) δεν είχε καταστεί τελεσίδικη η εκκλητή δικαστική απόφαση επί της αρχικής προσφυγής, αφού δεν είχε παρέλθει άπρακτη η 60ήμερη προθεσμία για την άσκηση εφέσεως (άρθρο 94 παρ.1 του Κ.Δ.Δ.), που άρχισε την επόμενη ημέρα από την επίδοση της απόφασης (δηλ. στις 10-1-2015) και έληγε στις 10-3-2015. ΄Ηδη, με την κρινόμενη έφεση ο εκκαλών, προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι η κρίση της εκκαλούμενης απόφασης είναι εσφαλμένη, αφού η πρόωρη άσκηση δεύτερης προσφυγής δεν καθιστά αυτήν απαράδεκτη, όταν το παραδεκτό κρίνεται μετά την τελεσιδικία της απόφασης που απέρριψε για τυπικό λόγο την αρχική προσφυγή.

4. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 70 παρ.1 του Κ.Δ.Δ. που προεκτέθηκαν, για τη νόμιμη άσκηση δεύτερης προσφυγής δεν απαιτείται να έχει καταστεί τελεσίδικη η απορριπτική για τυπικό λόγο απόφαση επί της αρχικής προσφυγής, αλλά αρκεί η εν λόγω τελεσιδικία να έχει επέλθει μέχρι τη συζήτηση της δεύτερης προσφυγής ενώπιον του δικαστηρίου. Επομένως, στην ένδικη περίπτωση εφόσον η 14835/2014 απόφαση του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών είχε, λόγω μη ασκήσεως ενδίκου μέσου (ανακοπής ερημοδικίας και έφεσης), τελεσιδικήσει από 11-3-2015, δηλαδή πριν τη συζήτηση της δεύτερης προσφυγής (31-7-2018), η τελευταία ασκήθηκε, κατά το άρθρο 70 παρ.1 του Κ.Δ.Δ., παραδεκτώς, όπως βάσιμα προβάλλεται με την κρινόμενη έφεση. Επομένως, πρέπει, για το λόγο αυτό, να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση που έκρινε διαφορετικά, να αποδοθεί στον εκκαλούντα το παράβολο που κατέβαλε για την έφεση, ύψους 55,05 ευρώ (άρθρο 277 παρ. 9 του Κ.Δ.Δ) και, κατ’ εκτίμηση των ένδικων περιστάσεων, να απαλλαγεί το Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος (άρθρο 275 παρ.1 τελευτ. εδαφ. του Κ.Δ.Δ). Κατόπιν αυτών, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στην κατ’ ουσία εκδίκαση της προσφυγής, η οποία έχει ασκηθεί παραδεκτώς και κατά τα λοιπά.

ΔΕφ.Θεσ. 1809/2018

Bλ., ακόμη, ΔΕφΑθ. 464/2018, σκ.  3, ΔΠΑθ. 2932/2020,  σκ. 3, κ.ά.

Αντίθετη άποψη  ˙ Προϋπόθεση παραδεκτού άσκησης δεύτερης προσφυγής είναι η προηγούμενη (της ασκήσεως αυτής)  τελεσιδικία της απόφασης επί της πρώτης προσφυγής

3.Επειδή, στην παράγραφο 1 του άρθρου 70 του ανωτέρω Κώδικα, ως ίσχυε τον κρίσιμο χρόνο (κατόπιν τροποποίησή της με το άρθρο 83 παρ. 1 του ν.4139/2013, ΦΕΚ Α΄74), ορίζεται ότι: «Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης. Κατ` εξαίρεση επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς. Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησης της ανατρέχουν στον χρόνο άσκησης της πρώτης.». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων του Κ.Διοικ.Δικ., με τις οποίες εισάγεται εξαίρεση της γενικής δικονομικής αρχής περί της άπαξ ασκήσεως των ενδίκων βοηθημάτων, απαραίτητη προϋπόθεση άσκησης δεύτερης προσφυγής εφ’ όσον η αρχικώς ασκηθείσα προσφυγή απορρίφθηκε για τυπικό λόγο, είναι η σχετική απορριπτική απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη πριν τον χρόνο άσκησης της δεύτερης προσφυγής, στην δε ειδικότερη περίπτωση απορριπτικής απόφασης υποκείμενης σε έφεση, κατ’ άρθρο 92 (παρ. 2) του Κ.Διοικ.Δικ., η τελεσιδικία της συντελείται, μεταξύ άλλων, με την άπρακτη παρέλευση της προβλεπομένης από το άρθρο 94 (παρ.1) του ίδιου Κώδικα εξηκονθήμερης προθεσμίας άσκησης έφεσης κατ’ αυτής, αρχόμενης από την επίδοσή της, ή με την παραίτηση από την ασκηθείσα έφεση, κατ’ άρθρα 85 (παρ. 2) και 143 (παρ.1, 5 και 7) του Κ.Διοικ.Δικ. Συνακόλουθα στην περίπτωση αυτήν, από την, κατά τα ανωτέρω, συντέλεση της τελεσιδικίας της σχετικής απόφασης και εντός της οριζόμενης στις ίδιες διατάξεις (άρθρου 70 παρ. 1 εδ. β΄ του Κ.Διοικ.Δικ.) προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών επιτρέπεται να ασκηθεί δεύτερη προσφυγή, χωρίς, συνεπώς, να είναι επιτρεπτή η άσκησή της πριν την ως άνω συντέλεση της τελεσιδικίας, το δε β΄ εδάφιο των εν λόγω διατάξεων, καθ’ ο μέρος ορίζει την «από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης» άσκηση, εντός της ανωτέρω προθεσμίας, της προσφυγής έχει εφαρμογή σε αποφάσεις τελεσίδικες εξ αρχής (ανέκκλητες) ή κατόπιν άσκησης έφεσης εκδοθείσες (βλ. Δ.Εφ Αθ. 466/2018) Και τούτο διότι σε διαφορετική περίπτωση, ήτοι της δυνατότητας άσκησης δεύτερης προσφυγής πριν την τελεσιδικία κατά τα ανωτέρω της σχετικής απόφασης, θα υπήρχε ο κίνδυνος άσκησης κατά αυτής τόσο έφεσης όσο και δεύτερης προσφυγής και έκδοσης ενδεχομένως αντιφατικών αποφάσεων.

Β. …«για οποιονδήποτε τυπικό λόγο και σε κάθε περίπτωση»

Αναφορικά με την έννοια του τυπικού λόγου απόρριψης της πρώτης προσφυγής, οι αιτιολογικές εκθέσεις των ν. 4139/2013 (με τις διατάξεις του οποίου εισήχθη το πρώτον) και ν. 4509/2017 (με τις διατάξεις του οποίου επαναδιατυπώθηκε η σχετική εξαίρεση) σιωπούν.

Λογικά, κατά την έννοια της διάταξης, ως τυπικός λόγος απόρριψης της πρώτης προσφυγής θα πρέπει να θεωρηθεί, κατ’ αρχήν,  κάθε πλημμέλεια της διαδικασίας, που εντοπίζεται τόσο σε προδικαστικό στάδιο όσο και κατά την εκδίκαση της προσφυγής, η οποία αποτρέπει το δικαστήριο να εισέλθει στην κατ’ ουσία διερεύνηση της προσφυγής  και άγει σε απορριπτική δικαστική κρίση. Από τη διαθέσμη νομολογία των δικαστηρίων της ουσίας συνάγεται ότι  συνήθεις  «τυπικοί» λόγοι απόρριψης της πρώτης προσφυγής που δικαιολογούν  την κατ’ εξαίρεση άσκηση δεύτερης προσφυγής είναι:

  • Η  μη καταβολή του προσήκοντος ποσού  παραβόλου κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 277 παρ. 1 και 4 ΚΔΔ [εφόσον όμως ο προσφεύγων δεν κλήθηκε κατ’ άρθρο 139 Α να καλύψει την σχετική παράλειψή του, διότι στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής σύμφωνα με τη διάταξη του β΄ υποεδαφίου του β΄ εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 70 ΚΔΔ που προβλέπει επάνοδο στον κανόνα του απαραδέκτου · βλ. κατωτέρω υπό 3].
  • Η μη νομιμοποίηση του δικηγόρου που υπογράφει το δικόγραφο της προσφυγής (βλ. 28 παρ. 5 ΚΔΔ) [εκτός εάν η προσφυγή απορρίφθηκε κατόπιν κλήσης του εμφανισθέντος  ως πληρεξουσίου δικηγόρου κατ’ εφαρμογή του άρθρου 28 παρ. 3 ΚΔΔ, διότι στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής σύμφωνα με τη διάταξη του β΄ υποεδαφίου του β΄ εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 70 ΚΔΔ που προβλέπει επάνοδο στον κανόνα του απαραδέκτου της άσκησης δεύτερης προσφυγής  · βλ. κατωτέρω υπό 3]. 

Περαιτέρω, στην νομολογία απαντώνται (σπανιότερα) και οι εξής τυπικοί λόγοι απόρριψης που, κατ’ εξαίρεση, δικαιολογούν την άσκηση δεύτερης προσφυγής:  

  • Η μη υπογραφή του εισαγωγικού δικογράφου από δικαστικό πληρεξούσιο, κατά παράβαση του άρθρου 45 παρ. 5 και 27 ΚΔΔ. 
  • H αοριστία του δικογράφου της προσφυγής, στην περίπτωση που οι προβαλλόμενοι με αυτό λόγοι είναι ασαφείς και αόριστοι και, συνεπώς, ανέπιδεκτοι δικαστικής εκτίμησης (68 παρ. 1 περ. iii ΚΔΔ).

ΔΕφΑθ. 4701/2017

Η κρίση αυτή έλαβε χώρα υπό το κράτος του άρθρου 70 παρ. 1 ΚΔΔ, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με τον ν. 4274/2014 · Η μεταγενέστερη αντικατάσταση του β’ εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 70 ΚΔΔ με τον ν. 4509/2017, δεν μεταβάλει την ουσία της κρίσης αυτής, αφού όπως εκτέθηκε ανωτέρω (υπό Ι.4.) η παρέμβαση του ν. 4509/2017 είχε κατ’ ουσίαν διευκρινιστικό χαρακτήρα. Υπό το ίδιο πρίσμα και οι αποφάσεις που έπονται.

Είναι κατ’ εξαίρεση επιτρεπτή η άσκηση δεύτερης προσφυγής εάν η πρώτη απορρίφθηκε τελεσιδίκως λόγω μη καταβολής παραβόλου, κατ’ άρθρο 277 παρ. 1 ΚΔΔ,  δίχως προηγούμενη κλήση του προσφεύγοντος κατ’ άρθρο 139 Α ΚΔΔ

2. Επειδή, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ, ν. 2717/1999, Α΄/97)) ορίζει, στο άρθρο 70 παρ.1, ότι : « Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς, εκτός από την περίπτωση της απόρριψης αυτής ως εκπρόθεσμης και τις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 3,139Α και 277 παρ. 1 του παρόντος Κώδικα. Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης. 2……».3. Επειδή, η προσφεύγουσα εταιρεία κατά της προσβαλλόμενης εγγραφής της στο χρηματικό κατάλογο είχε ασκήσει και την από 29-6-2009 προσφυγή (ΑΒΕΜ ……….), η οποία απορρίφθηκε, ως απαράδεκτη, με την 3352/2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (Τμήμα 8ο Τριμελές). Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή, αφού κρίθηκε ότι για την άσκηση της προσφυγής η προσφεύγουσα όφειλε να καταβάλει παράβολο ποσού 100 ευρώ και διαπιστώθηκε ότι αυτή είχε καταβάλει παράβολο ποσού 25 ευρώ, ενώ δεν συνέτρεχε περίπτωση κλήσης της για την εκ των υστέρων κάλυψη της ελλιπούς καταβολής παραβόλου, κατ΄εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 139 Α΄ του Κ.Δ.Δ., εφόσον δεν είχε παρασταθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, απορρίφθηκε η προσφυγή λόγω μη καταβολής του νόμιμου παραβόλου. Η προσφεύγουσα εταιρεία, μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 70 του Κ.Δ.Δ. προθεσμία, άσκησε την υπό κρίση προσφυγή, ταυτοσήμου περιεχομένου με την πρώτη, καταβάλοντας το νόμιμο παράβολο, ύψους 100 ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά, η υπό κρίση προσφυγή ασκήθηκε σύμφωνα με τα οριζόμενα στην εν λόγω διάταξη του άρθρου 70 του Κ.Δ.Δ., τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον καθού Δήμο, με το υπόμνημα που κατατέθηκε, κατά τα οποία «εφόσον η πρώτη προσφυγή απορρίφθηκε διότι δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 277 του Κ.Δ.Δ., η υπό κρίση, δεύτερη προσφυγή, είναι απαράδεκτη», είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

ΔΕφΑθ. 169/2018

Είναι κατ’ εξαίρεση επιτρεπτή η άσκηση δεύτερης (φορολογικής) προσφυγής εάν η πρώτη απορρίφθηκε τελεσιδίκως λόγω μη καταβολής παραβόλου, κατ’ άρθρο 277 παρ. 4 ΚΔΔ,  δίχως προηγούμενη κλήση του προσφεύγοντος κατ’ άρθρο 139 Α ΚΔΔ

2.Επειδή, στο άρθρο 70 παρ.1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/1999, Α΄97), όπως αντικαταστήθηκε από το άρθρο 24 του ν.4274/2014 (Α΄147), ορίζεται ότι: «Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς, εκτός από την περίπτωση της απόρριψης αυτής ως εκπρόθεσμης και τις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 28 παρ.3, 139Α και 277 παρ. 1 του παρόντος Κώδικα. Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης». 3.Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση η προσφεύγουσα εταιρία είχε ασκήσει αρχικά, κατά της ως άνω σιωπηρής απόρριψης της επιφύλαξής της, την με χρονολογία κατάθεσης 11.10.2013 (ΑΒΕΜ 1279/11.10.2013) προσφυγή της, η οποία, δίχως να προηγηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 139Α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας διαδικασία, απορρίφθηκε με την 4567/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ως απαράδεκτη, καθόσον δεν είχε καταβληθεί έως τη συζήτηση της προσφυγής στο ακροατήριο το απαιτούμενο για το παραδεκτό της ποσό παραβόλου 2.000 ευρώ, κατά τους ορισμούς της παρ.4 του άρθρου 277 του ίδιου Κώδικα. Ενόψει αυτών, η παρούσα δεύτερη προσφυγή ασκείται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην αναφερόμενη πιο πάνω διάταξη του άρθρου 70 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, παραδεκτώς, απορριπτομένου ως αβάσιμου του αντίθετου ισχυρισμού της Φορολογικής Αρχής, ενώ, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού της, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στην ουσία.

ΔΕφΑθ. 3361/2017

Είναι κατ’ εξαίρεση επιτρεπτή η άσκηση δεύτερης προσφυγής εάν η πρώτη απορρίφθηκε τελεσιδίκως λόγω μη νομιμοποίησης του υπογράφοντος δικηγόρου,  δίχως προηγούμενη κλήση του, κατ’ άρθρο 28 παρ. 3 ΚΔΔ, προς συμπλήρωση των στοιχείων της νομιμοποίησης

2. Επειδή, στο άρθρο 70 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ν.2717/1999 – Α’ 97), όπως αντικαταστήθηκε με το άρθρο 24 του ν. 4274/2014 (Α΄ 147), ορίζεται ότι: «Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς, εκτός από την περίπτωση της απόρριψης αυτής ως εκπρόθεσμης και τις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 3,139Α και 277 παρ. 1 του παρόντος Κώδικα. Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης».3. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση η προσφεύγουσα δημοτική επιχείρηση, είχε ασκήσει αρχικώς κατά της ως άνω προσβαλλόμενης πράξης, την με χρονολογία κατάθεσης 22-6-2010 (ΑΒΕΜ 2429/27-7-2012) προσφυγή της, η οποία απορρίφθηκε με την 536/2015 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ως απαράδεκτη καθόσον δεν είχε νομιμοποιηθεί η δικηγόρος που την υπέγραψε. Επίσης, με την ίδια απόφαση έγινε δεκτό ότι δεν ήταν δυνατή για την συμπλήρωση των στοιχείων νομιμοποίησης η εφαρμογή, ούτε της διάταξης του άρθρου 28 παρ. 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, αλλά ούτε και της διάταξης του άρθρου 139Α του ίδιου Κώδικα. Ενόψει αυτών, και εφόσον δεν έλαβε χώρα η προβλεπόμενη από τα άρθρα 28 παρ. 3 και 139 Α του Κ.Δ.Δ. διαδικασία, ήτοι ειδοποίηση (κλήση) της προσφεύγουσας να συμπληρώσει τις ελλείψεις των στοιχείων νομιμοποίησης, η παρούσα δεύτερη προσφυγή, ασκείται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 70 του ΚΔΔ, παραδεκτώς, απορριπτομένου ως νόμω αβασίμου του αντιθέτου ισχυρισμού του Ελληνικού Δημοσίου, ενώ, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού της, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί στην ουσία.

ΔΠΑ 1705/2018

Βλ. επίσης ΔΕφΑθ. 802/2019, σκ. 6

Είναι κατ’ εξαίρεση επιτρεπτή η άσκηση δεύτερης προσφυγής εάν η πρώτη απορρίφθηκε τελεσιδίκως λόγω μη υπογραφής του εισαγωγικού δικογράφου από δικηγόρο, κατά παράβαση των οριζόμενων στο άρθρο 45 παρ. 5 ΚΔΔ

Επειδή, εξάλλου, στην παράγραφο 1 του άρθρου 70 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α’ 97), όπως αυτή συμπληρώθηκε από το άρθρο 83 του ν. 4139/2013 (ΦΕΚ Α’ 74 Διορθ. Σφαλμ. ΦΕΚ Α’ 92/2013) και, στη συνέχεια, αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24 του ν. 4274/2014 (Α’ 147) και ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: «Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς, εκτός από την περίπτωση της απόρριψης αυτής ως εκπρόθεσμης και τις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 3, 139Α και 277 παρ. 1 του παρόντος Κώδικα. Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης».Επειδή, ο προσφεύγων κατά της παραπάνω πράξης, είχε ασκήσει, προηγουμένως, το από 11.12.2007 ένδικο βοήθημα, το οποίο επιγραφόταν ως «αίτηση ακύρωσης» και απευθυνόταν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, ερμηνεύθηκε δε ως προσφυγή από το δικάσαν Δικαστήριο και παραπέμφθηκε στο Δικαστήριο τούτο με την υπ’ αριθμ. 4251/2012 απόφασή του. Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθμ. 140/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (28ο Τριμελές) απορρίφθηκε η ως άνω από 11.12.2007 προσφυγή, ως απαράδεκτη διότι δεν είχε υπογραφεί από πληρεξούσιο δικηγόρο αλλά από τον ίδιο τον προσφεύγοντα. Ειδικότερα, σύμφωνα με την απόφαση αυτή: «…Εν προκειμένω, όμως, δεν υπογράφει το δικόγραφο της προσφυγής δικηγόρος, αλλά ο ίδιος ο προσφεύγων, που δεν ισχυρίζεται, άλλωστε, ότι είναι δικηγόρος, ούτε και προκύπτει η κατάθεσή του από δικηγόρο. Εξάλλου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν η ως άνω παράσταση της δικηγόρου Αθηνάς-Μαρίας ………. ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, δηλαδή ενώπιον δικαστηρίου αναρμοδίου. Περαιτέρω, η παρούσα υπόθεση δεν αφορά σε κάποια από τις περιπτώσεις των άρθρων 27 παρ. 2 και 3 του Κ.Δ.Δ., στις οποίες επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση, η υπογραφή των δικογράφων από τους διαδίκους. Ενόψει αυτών, και δεδομένου ότι η υπογραφή του κρινόμενου εισαγωγικού δικογράφου από δικηγόρο ήταν απαραίτητη για την εγκυρότητά του, σύμφωνα με τις ισχύουσες, κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάθεσής του, δικονομικές διατάξεις των άρθρων 45 παρ. 5 και 46 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., το Δικαστήριο κρίνει ότι το δικόγραφο της υπό κρίση προσφυγής είναι άκυρο και, για το λόγο αυτό, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, η κρινόμενη προσφυγή πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. …». Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον προσφεύγοντα στις 12.3.2015, στη συνέχεια δε, ασκήθηκε η κρινόμενη προσφυγή στις 9.7.2015 (βλ. την από 9.7.2015 πράξη κατάθεσης της δικαστικής υπαλλήλου Ελένης Τασούλα, με Γ.Α.Κ. 13790/2015).Επειδή, η κρινόμενη προσφυγή ασκείται νομίμως, ως δεύτερη προσφυγή κατά της ίδιας προσβαλλόμενης πράξης, σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., τα αποτελέσματα δε της ασκήσεώς της ανατρέχουν στο χρόνο ασκήσεως της πρώτης προσφυγής, σύμφωνα με την ίδια άνω διάταξη, δεδομένου ότι, αφενός μεν, η από 11.12.2007 πρώτη προσφυγή έχει απορριφθεί τελεσίδικα, με την υπ’ αριθμ. 140/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, για τον τυπικό λόγο της μη υπογραφής του δικογράφου αυτής από δικηγόρο αλλά από τον ίδιο τον προσφεύγοντα (πρβλ. Σ.τ.Ε. 949/1999, 1095/1987, 4704/1986, 325/1983), αφετέρου δε, έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα (9.7.2015), εντός εξήντα ημερών από την κοινοποίηση (12.3.2015) της τελεσίδικης απόφασης. …

ΔΕφΑθ. 1398/2017

Είναι κατ’ εξαίρεση επιτρεπτή η άσκηση δεύτερης προσφυγής εάν η πρώτη απορρίφθηκε τελεσιδίκως λόγω αοριστίας, με την αιτιολογία ότι οι προβαλλόμενοι με αυτό λόγοι είναι ασαφείς και αόριστοι και, συνεπώς, ανέπιδεκτοι δικαστικής εκτίμησης (68 παρ. 1 περ. iii ΚΔΔ) 

2. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 70 του Κ.Δ.Δ., όπως προστέθηκε το δεύτερο εδάφιο με το άρθρο 83 του ν. 4139/2013 ( Α΄ 74 ), ορίζεται ότι : “1. Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής όταν η πρώτη έχει απορριφθεί τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς, εκτός από την περίπτωση της απόρριψης αυτής ως εκπρόθεσμης και τις περιπτώσεις εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 28 παρ. 3, 139Α και 277 παρ. 1 του παρόντος Κώδικα. Η προσφυγή αυτή ασκείται εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης και τα αποτελέσματα της άσκησής της ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης».3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, η προσφεύγουσα είχε ασκήσει αρχικώς την από 2-2-2006 προσφυγή κατά των προσβαλλόμενων με την κρινόμενη προσφυγή πράξεων, η οποία, με την 5123/2014 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου απορρίφθηκε για τυπικούς λόγους ( λόγω αοριστίας του δικογράφου της ). Συνεπώς, σύμφωνα με το άρθρο 70 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., επιτρέπεται η άσκηση της κρινόμενης δεύτερης προσφυγής, τα αποτελέσματα άσκησης της οποίας ανατρέχουν στο χρόνο άσκησης της πρώτης προσφυγής. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι για την άσκηση της κρινόμενης προσφυγής καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο ( βλ. ειδικό έντυπο παραβόλου σειράς Α΄ με αριθμό 1392949 ), πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω η προσφυγή ως προς το τυπικό της περιεχόμενο.

Προσοχή: Η θεωρία επισημαίνει, πάντως, ότι, μολονότι η διάταξη του β’ εδαφίου της παρ. 1  του άρθρου 70 ΚΔΔ δεν κάνει  διάκριση ως προς τους τυπικούς λόγους που επιτρέπουν την άσκηση δεύτερης προσφυγής, δεν είναι παραδεκτή η άσκησή της  μετά από κάθε απόρριψη της πρώτης εξ αιτίας οιουδήποτε τυπικού λόγου, δεδομένου ότι προσαπαιτείται, ευλόγως, η πλημμέλεια της πρώτης προσφυγής να είναι και δικονομικώς «ιάσιμη».

Συνεπώς, υποστηρίζεται ότι  δεν επιτρέπεται  άσκηση δεύτερης προσφυγής, όταν η πρώτη απορρίφθηκε ελλείψει δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων (άρθρο 2 Κ.Δ.Δ.) ή ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης (ή εννόμου συμφέροντος), κατ’ άρθρο 64 Κ.Δ.Δ. ή παθητικής τοιαύτης κατ’ άρθρο 65 Κ.Δ.Δ11.

Γ. …εντός προθεσμίας 60 ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης

Σύμφωνα με το  γ΄ εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 70 ΚΔΔ, η δεύτερη προσφυγή, όταν κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, ασκείται εντός προθεσμίας 60 ημερών από την κοινοποίηση της τελεσίδικης απόφασης. 

Τούτο σημαίνει ότι:

  • Eφόσον πρόκειται για εκκλητή οριστική απόφαση Διοικητικού Πρωτοδικείου, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση,  η δεύτερη προσφυγή (από διαμένοντα στην ημεδαπή) ασκείται το αργότερο εντός εκατόν είκοσι (120) ημερών από την ημερομηνία κοινοποίησης της εν λόγω απόφασης, δηλαδή εντός εξήντα (60)  ημερών μετά την άπρακτη πάροδο του εξηκονθημέρου  από την ως άνω κοινοποίηση.

    Εάν ο προσφεύγων διαμένει στην αλλοδαπή, τότε η δεύτερη προσφυγή ασκείται το αργότερο εντός εκατόν ογδόντα  (180) ημερών από την κοινοποίηση της πρωτόδικης απόφασης, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο  86 παρ. 1 ΚΔΔ, στην περίπτωση αυτή η προθεσμία άσκησης της έφεσης παρεκτείνεται κατά 60 ημέρες.

    Εφόσον δεν έλαβε χώρα κοινοποίηση της πρωτόδικης απόφασης, η δεύτερη προσφυγή  θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ασκείται ασκείται το αργότερο εντός εξήντα ημερών από την πάροδο της τριετούς (καταχρηστικής) προθεσμίας έφεσης  από τη δημοσίευση της πρωτόδικης απόφασης που προβλέπει το άρθρο 94 παρ. 2 ΚΔΔ.
  • Εάν πρόκειται για  απόφαση  που τυγχάνει εξ αρχής τελεσίδικη (α) διότι πρόκειται για ανέκκλητη οριστική  απόφαση Διοικητικού Πρωτοδικείου (κατ’ άρθρο 92 παρ. 2 ή 6 παρ. 2 περ. δ΄ ΚΔΔ)  ή (β) απόφαση που εκδόθηκε από  Διοικητικό  Εφετείο σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, η εξηκονθήμερη προθεσμία προς άσκηση της δεύτερης προσφυγής εκκινεί αμέσως από την ημερομηνία κοινοποίησης της εν λόγω δικαστικής απόφασης [προσοχή!].
  • Εάν πρόκειται για απόφαση Διοικητικού Εφετείου κατ’ έφεση, η εξηκονθήμερη προθεσμία προς άσκηση της δεύτερης προσφυγής εκκινεί αμέσως από την ημερομηνία κοινοποίησης της εν λόγω δικαστικής απόφασης.
  • Στην περίπτωση που ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας, οι ανωτέρω  προθεσμίες εκκινούν  από την ημερομηνία κοινοποίησης της επ’ αυτής εκδοθείσης απορριπτικής αποφάσεως12.

Ερμηνευτικό ζήτημα τίθεται (α) ως προς τη δυνατότητα παρέκτασης σε ενενήντα ημέρες της εξηκονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 70 παρ.  1 ΚΔΔ για την άσκηση της δεύτερης προσφυγής από τους διαμένοντες στην αλλοδαπή, δυνάμει του άρθρου 66 παρ. 6 ΚΔΔ και (β) ως προς την προθεσμία άσκησης της δεύτερης φορολογικής/τελωνειακής  προσφυγής, δεδομένου ότι για τις προσφυγές αυτές, το άρθρο 66 παρ. 2 ΚΔΔ προβλέπει γενικά τριακονθήμερη προθεσμία.

Μάλλον ορθότερη πρέπει να θεωρηθεί η άποψη ότι και στις ανωτέρω δύο περιπτώσεις θα εφαρμοσθεί  η διάταξη του άρθρου 70 παρ. 1 εδ. γ΄ ΚΔΔ, που προβλέπει ρητώς εξηκονθήμερη προθεσμία άσκησης της δεύτερης προσφυγής, ως ειδικότερη13.  Περαιτέρω, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι και η εξηκονθήμερη προθεσμία άσκησης της δεύτερης προσφυγής αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα των δικαστικών διακοπών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του Κώδικα περί δικών Δημοσίου (το οποίο καταλαμβάνει γενικά όλα τα ένδικα βοηθήματα & μέσα εναντίον του Δημοσίου), εφόσον δε πρόκειται ειδικώς για φορολογική/τελωνειακή  δεύτερη προσφυγή, η προθεσμία άσκησή της πρέπει να γίνει δεκτό ότι αναστέλλεται κατά το χρονικό διάστημα από  1.8. έως 31.8. εκάστου έτους, κατά τα οριζόμενα στο γ΄ εδάφ. του ως άνω άρθρου 11 του Κώδικα Νόμων περί Δικών Δημοσίου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 25 παρ. 3 του ν. 3610/2007 [έτσι, ενδ. η ΔΠΘεσ. 8779/2018, σκ. 5, η οποία επί 2ης φορολογικής προσφυγής εφαρμόζει 60νθήμερη προθεσμία (70 ΚΔΔ)  με αναστολή από 1.8. έως 31.8. του οικείου έτους (11 γ΄ εδ. ΚΝΔΔ), βλ. ακόμη  ΔΕφΑθ. 3735/2018, σκ. 3 – 5, ΔΕφΑθ. 510/2020, σκ. 5, που εφαρμόζουν την 60νθήμερη προθεσμία άσκησης του άρθρου 70 ΚΔΔ, επί 2ης φορολογικής προσφυγής].

3. Η επάνοδος στον κανόνα 

Με το β΄ υποεδάφιο του β΄ εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 70 ΚΔΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του β΄εδαφίου της παρ. 1 με το  άρθρο 25 παρ.1 του ν. 4509/2017 εισάγεται εξαίρεση από την εξαίρεση του α΄ υποεδαφίου της ίδιας παραγράφου, δηλαδή επάνοδος στον κανόνα του απαραδέκτου άσκησης δεύτερης προσφυγής.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη  δεν επιτρέπεται η άσκηση δεύτερης προσφυγής(α) σε περίπτωση απόρριψης της πρώτης προσφυγής  ως εκπρόθεσμης και (β) καθώς και όταν ο προσφεύγων κλήθηκε κατ` εφαρμογή των άρθρων 28 παράγραφος 3, 139A και 277 παράγραφος 1 ΚΔΔ να συμπληρώσει τις τυπικές παραλείψεις που προκάλεσαν την απόρριψη της πρώτης προσφυγής του. 

Ερμηνευτικές παρατηρήσεις:

Ο αποκλεισμός άσκησης δεύτερης προσφυγής επί απορρίψεως της πρώτης ως εκπρόθεσμης είχε εισαχθεί το πρώτον με το άρθρο 24 του ν. 4274/2014, ενώ ο ν. 4509/2017 δεν μετέβαλε το περιεχόμενο της διάταξης, κατά το μέρος αυτό. O εν λόγω αποκλεισμός παρίσταται εύλογος, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι ο συγκεκριμένος τυπικός λόγος απόρριψης της πρώτης προσφυγής (εκπρόθεσμο) δεν είναι ιάσιμος.

Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε ανωτέρω και προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 25 του ν. 4509/201714, σκοπός της τελευταίας νομοθετικής παρέμβασης ήταν διευκρινίσει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 70 παρ. 1 ΚΔΔ και όχι να μεταβάλλει τις προϋποθέσεις άσκησης δεύτερης προσφυγής15.

Συγκεκριμένα, εν όψει της σχετικά ασαφούς διατύπωσης της παρ. 1 του άρθρου 70 ΚΔΔ υπό την προϊσχύσασα μορφή της  και της αποκλίνουσας νομολογίας ορισμένων Διοικητικών Εφετείων, ο συντάκτης του ν. 4509/2017 θέλησε κατά βάση να διευκρινίσει κυρίως ότι (α) η κατ’ εξαίρεση άσκηση δεύτερης προσφυγής επί απορρίψεως της πρώτης για τον τυπικό λόγο της μη καταβολής του προσήκοντος παραβόλου επιτρέπεται (εφόσον βέβαια πληρούνται όλες οι σχετικές προϋποθέσεις του άρθρου 70 παρ. 1 ΚΔΔ) και επί των φορολογικών εν γένει και τελωνειακών διαφορών και (β) ότι για τον αποκλεισμό της άσκησης δεύτερης προσφυγής, εάν η πρώτη απορρίφθηκε για τυπικό λόγο, πρέπει ο προσφεύγων να είχε κληθεί από το δικαστήριο να καλύψει την τυπική πλημμέλεια που προκάλεσε την απόρριψη της πρώτης προσφυγής του κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 139 Α ΚΔΔ ή το άρθρο 28 παρ. 3 ΚΔΔ (εάν η τυπική πλημμέλεια αφορούσε την νομιμοποίηση του υπογράφοντος δικαστικού πληρεξουσίου). 

Είναι αληθές ότι η κατά τα ως άνω στόχευση του ν. 4509/2017 δεν αποτυπώθηκε με τη δέουσα σαφήνεια στο γράμμα της νέας διάταξης (η οποία είναι όντως κακότεχνη), αλλά στην αιτιολογική έκθεση του νόμου. Παρά ταύτα, εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η παρέμβαση του ν. 4509/2017 δεν επηρεάζει την μέχρι τούδε νομολογιακή ερμηνεία του άρθρου 70 παρ. 1 ΚΔΔ, όπως αυτή αποτυπώθηκε ανωτέρω.


Παραπομπές – Υποσημειώσεις


1 Άρθρο 70 παρ. 1 ΚΔΔ (αρχική μορφή): «Είναι απαράδεκτη η άσκηση δεύτερης προσφυγής από τον ίδιο προσφεύγοντα κατά της αυτής πράξης ή παράλειψης».

2 Άρθρο 83 ΚΦΔικ.: «Δευτέρα προσφυγή παρά του αυτού προσώπου και κατά της αυτής διοικητικής πράξεως είναι απαράδεκτος». 

3 Βλ. Π. ΛΑΖΑΡΑΤΟ, Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο, Β ΄ έκδοση, Αντ. Ν. Σάκκουλα, αρ. 601.

4 Η ως άνω νομοθετική παρέμβαση στο άρθρο 70 Κ.Δ.Δ. έλαβε χώρα λίγα χρόνια μετά τη θέσπιση της δυνατότητας άσκησης δεύτερης αγωγής, στην περίπτωση που η πρώτη αγωγή απορρίφθηκε τελεσιδίκως για λόγους τυπικούς (βλ. άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3659/2008, που εισήγαγε νέα παράγραφο 2 στο άρθρο 76 Κ.Δ.Δ.).

5 Βλ. Κ. ΚΑΛΟΝΟΜΟΣ, Ν. 4509/2017   / Τροποποιήσεις διατάξεων ΚΔΔ και ΠΔ 18/1989, ΘΠΔΔ 12/2017, σ. 1283 επ. 

6 Αιτιολογική έκθεση ν. 4509/2017, υπό το άρθρο 25: «1.Η προτεινόµενη ρύθµιση διασαφηνίζει πλήρως την εφαρµογή του άρθρου 70, όπως αυτό τροποποιήθηκε µε τη διάταξη του άρθρου 24 του ν. 4274/2014, καθώς καθίσταται εφαρµοστέα σε όλες γενικά τις κατηγορίες υποθέσεων, συµπεριλαµβανοµένων των φορολογικών διαφορών, ώστε να αρθούν οι αµφιβολίες που ανέκυψαν στη νοµολογία ειδικά ως προς τη συµπλήρωση του παραβόλου στις φορολογικές διαφορές».

7 Βλ. Π. ΛΑΖΑΡΑΤΟ, όπ.π., 601, καθώς και Π. ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟ, σε Χ.ΧΡΥΣΑΝΘΑΚΗ (επιμ.), Διοικητική Δικονομία, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 2η έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 161, αμφότεροι δίχως παραπομπή σε νομολογία. Η θέση πάντως αυτή είναι εύλογη.

8 Βλ. Θ. Γ.ΨΥΧΟΓΥΙΟ, H άσκηση δεύτερης προσφυγής κατά τον Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (2015), δίχως παραπομπή σε νομολογία, διαθέσιμο εδώ.

9 Βλ. Π. ΛΑΖΑΡΑΤΟ, ό.π., αρ. 601, Β. ΜΩΣΥΙΔΗ, ό.π., σελ. 420, καθώς και ΔΕφΑθ. 681/2006, σκ. 3,  καθ’ ερμηνεία του αντιστοίχου περιεχομένου άρθρου 83 ΚΦΔικ., άπαντες με παραπομπή στην ΣτΕ 223/1978. Αντίθετος μόνο ο Π. ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π., σελ. 161, δίχως τεκμηρίωση. 

10 Πρβλ. Θ. ΨΥΧΟΓΥΙΟ, ό.π..

11 Βλ. Θ. ΨΥΧΟΓΥΙΟ, όπ.π..

12 Πρβλ., Θ. ΨΥΧΟΓΥΙΟ, ό.π.

13 Εν μέρει (δηλ., ως προς τις φορολογικές/τελωνειακές δεύτερες προσφυγές) σύμφωνος ο Θ. ΨΥΧΟΓΥΙΟΣ, ό.π., υποσ. 24.

14  Αιτιολογική έκθεση ν. 4509/2017, υπό το άρθρο 25: «Η προτεινόμενη ρύθμιση διασαφηνίζει πλήρως την εφαρμογή του άρθρου 70, όπως αυτό τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου  24  του ν. 4274/2014,  καθώς καθίσταται εφαρμοστέα σε όλες γενικά τις κατηγορίες υποθέσεων, συμπεριλαμβανιμένων των φορολογικών διαφορών, ώστε να αρθούν οι αμφιβολίες που ανέκυψαν στην νομολογία ειδικά ως προς τη συμπλήρωση του παραβόλου στις φορολογικές διαφορές». 

 15 Βλ. και Κ. ΚΑΛΟΝΟΜΟ, ό.π.

Δημοσιεύθηκε από Στέργιο Μαρτίνοβιτς

O Στέργιος Μαρτίνοβιτς κατάγεται από την Μίλατο Λασιθίου. Είναι δικηγόρος Αθηνών, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στο δημόσιο δίκαιο. Ειδικεύεται στις διοικητικές διαφορές ουσίας.

Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή. Για αναδημοσίευση παρακαλώ επικοινωνήστε.