Μετά την κατάργηση του π. ΚΦΕ (ν. 2238/1994) από τον νέο ΚΦΕ (ν. 4172/2013, βλ. άρ. 72 παρ. 1 και 25) και τη θέση σε ισχύ του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, βλ. άρ. 73), ήτοι από την 1.1.2014 και εντεύθεν, οι προϋποθέσεις γέννησης προσωπικής & αλληλέγγυας ευθύνης τρίτων προσώπων για την καταβολή φορολογικών οφειλών νομικών προσώπων ρυθμίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 50 παρ. 1 και 2 ΚΦΔ.
Πιο συγκεκριμένα, όπως πρόσφατα επιβεβαίωσε η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας [βλ. ΣτΕ 7μ. 498/2020, σκ. 6 – 7, ΣτΕ 2512/2019, σκ. 3]:
- οι διατάξεις του άρθρου 50 παρ. 1 και 2 ΚΦΔ εφαρμόζονται επί φορολογικών οφειλών νομικών προσώπων που ανάγονται σε χρήσεις μετά την 1.1.2014
ενώ
- επί φορολογικών οφειλών νομικών προσώπων που ανάγονται σε χρήσεις πριν την 1.1.2014 εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 115 ΚΦΕ, είναι δε αδιάφορος ο χρόνος έκδοσης της σχετικής καταλογιστικής πράξης.
Έτσι, για παράδειγμα, εάν το έτος 2016 εκδοθεί σε βάρος μίας ανώνυμης εταιρείας μία οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος για την χρήση 2010, την απάντηση στο ερώτημα ποια τρίτα πρόσωπα και υπό ποιους όρους ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως με την ανώνυμη εταιρεία για την καταβολή του σχετικού ποσού, δίνουν οι διατάξεις του άρθρου 115 π. ΚΦΕ.
Περαιτέρω, με την εισαγωγή του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας προβλέφθηκε ότι κατά κάθε πράξης ή σιωπηρής άρνησης της φορολογικής διοίκησης, η οποία (α) εκδίδεται ή συντελείται από την έναρξη ισχύος του Κώδικα [κατ’ αρχήν από 1.1.2014 και εντεύθεν ˙ βλ. σχ. άρ. 73 και 72 παρ. 29 ΚΦΔ1], (β) αφορά αντικείμενο που εμπίπτει στο αντικειμενικό πεδίο εφαρμογής του Κώδικα (βλ. άρ. 2 ΚΦΔ) και (γ) από την προσβολή της οποίας γεννάται φορολογική διαφορά ουσίας [βλ. ενδ. ΣτΕ 1215/2017, σκ. 8] ασκείται ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 63 ΚΦΔ.
Συναφώς, στο άρθρο 50 παρ. 7 ΚΦΔ2 προβλέπεται ότι τα πρόσωπα που ευθύνονται για την καταβολή του φόρου μαζί με το νομικό πρόσωπο κατά τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου δύνανται να ασκήσουν έναντι της φορολογικής διοίκησης, παράλληλα με το νομικό πρόσωπο, οποιοδήποτε δικαίωμα θα είχε στη διάθεση του το νομικό πρόσωπο. Έτσι, μεταξύ άλλων, τα τρίτα πρόσωπα που ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τα φορολογικά χρέη ενός νομικού προσώπου γίνεται δεκτό ότι μπορούν να ασκήσουν ενδικοφανή προσφυγή κατά της πράξης με την οποία καταλογίσθηκε σε βάρος του νομικού προσώπου η φορολογική οφειλή.
Ενόψει της ανωτέρω ρύθμισης του άρθρου 50 παρ. 4 (νυν 7) ΚΦΔ τέθηκε το ερώτημα εάν, πλέον, τα πρόσωπα που ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τα φορολογικά χρέη νομικών προσώπων νομιμοποιούνται ενεργητικώς να ασκήσουν και ένδικη προσφυγή κατά της ρητής ή σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς τους προσφυγής.
Αρχικώς, τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια – υιοθετώντας το προϋπάρχον νομολογιακό σχήμα [βλ. ΣτΕ 844/2012, κ.ά.] – δέχθηκαν ότι και υπό την ισχύ του ΚΦΔ τα τρίτα πρόσωπα που ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως με το νομικό πρόσωπο, μολονότι μπορούν να ασκήσουν ενδικοφανή προσφυγή κατά της καταλογιστικής πράξης που εκδίδεται στο όνομα του νομικού προσώπου, δεν νομιμοποιούνται ενεργητικώς να ασκήσουν ένδικη προσφυγή κατά της ρητής ή σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς τους προσφυγής, δύνανται όμως να ασκήσουν ανακοπή κατά της πράξης ατομικής ειδοποίησης καταβολής οφειλής του άρθρου 47 ΚΦΔ [δεδομένου ότι υπό την ισχύ του ΚΦΔ δεν εκδίδεται εκτελεστή πράξη ταμειακής βεβαίωσης του χρέους ˙ βλ. σχετ. ΣτΕ (ΕΑ) 216/2016, σκ. 4], με την οποία μπορούν να προβάλλουν και λόγους αναγόμενους στο κατ’ ουσίαν βάσιμο της απαιτήσεως του Δημοσίου, εκτός εάν, κατόπιν προσφυγής του νομικού προσώπου κατά της καταλογιστικής πράξης έχει εκδοθεί τελεσίδικη δικαστική απόφαση, με την οποία έχει κριθεί, κατ’ ουσίαν, η νομιμότητα της καταλογιστικής πράξης (στη δε δίκη επί της προσφυγής του νομικού προσώπου τα ανωτέρω τρίτα πρόσωπα δύνανται να παρέμβουν προσθέτως) [βλ. ενδ. ΔΕφΑθ 579/2017, σκ. 3 – 4, κ.ά].
Ωστόσο, η θέση αυτή δεν επικράτησε. Το ζήτημα της δικαστικής προστασίας των προσώπων που ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τα φορολογικά χρέη νομικών προσώπων, υπό την ισχύ του ΚΦΔ, ήχθη τελικά ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με την σχολιαζόμενη ΣτΕ 7μ. 498/2020, δέχθηκε ότι:
- οι διατάξεις του άρθρου 50 παρ. 1 και 2 ΚΦΔ εφαρμόζονται επί φορολογικών οφειλών του νομικού προσώπου που ανάγονται σε χρήσεις από την έναρξη ισχύος του νέου Κ.Φ.Ε και μετά (ήτοι, από 1.1.2014 και μετά). Δηλαδή, εάν η καταλογιστική πράξη αφορά χρήσεις από την 1.1.2014 και μετά, τα πρόσωπα που ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την καταβολή της σχετικής οφειλής θα προσδιορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 50 παρ. 1 και 2 ΚΦΔ, ενώ εάν η καταλογιστική πράξη αφορά χρήσεις έως 31.12.2013, τα πρόσωπα που ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την καταβολή της σχετικής οφειλής θα προσδιορίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 115 ΚΦΕ
- εάν η καταλογιστική πράξη σε βάρος του νομικού προσώπου εξεδόθη μετά την έναρξη ισχύος του ΚΦΔ (ήτοι, από την 1.1.2014 και μετά), ανεξαρτήτως χρήσης στην οποία ανάγεται, το ευθυνόμενο προσωπικώς και αλληλεγγύως πρόσωπο [κατά περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 115 ΚΦΕ ή του άρθρου 50 παρ.1 και 2 ΚΦΔ] νομιμοποιείται να ασκήσει κατά της καταλογιστικής πράξης την κατ’ άρθρο 63 ΚΦΔ ενδικοφανή προσφυγή και συνακόλουθα ένδικη προσφυγή κατά της ρητής ή σιωπηρής απόρριψής της.
Στην πραγματικότητα, η ΣτΕ 7μ. 498/2020 απαντάει σε ένα ερώτημα [εάν το τρίτο συνευθυνόμενο πρόσωπο νομιμοποιείται ενεργητικά, κατ’ άρθρο 64 ΚΔΔ να ασκήσει ένδικη προσφυγή κατά της ρητής ή σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς του προσφυγής], την ίδια όμως στιγμή γεννάει πολλά περισσότερα ερωτήματα που για την ώρα παραμένουν αναπάντητα.
Μεταξύ άλλων, μετά την παραπάνω κρίση, τίθενται τα εξής ερωτήματα:
(α) εάν με την ένδικη προσφυγή που νομιμοποιείται να ασκήσει το τρίτο πρόσωπο δύναται να προβάλλει μόνο λόγους περί ελλείψεως των κατά νόμο προϋποθέσεων γένεσης της αλληλέγγυας ευθύνης του (κατ’ άρθρο 115 π. ΚΦΕ ή 50 παρ. 1 και 2 ΚΦΔ, κατά περίπτωση) ή αν, αντιθέτως, μπορεί να προβάλλει και λόγους αναγόμενους στη νομιμότητα της σχετικής καταλογιστικής πράξης και της εν γένει φορολογικής υποχρέωσης του νομικού προσώπου
και, συνακόλουθα,
(β) εάν, εν όψει του άρθρου 224 παρ. 4 ΚΔΔ, με την ανακοπή την οποία δύναται στη συνέχεια να ασκήσει κατά της πράξης ατομικής ειδοποίησης καταβολής οφειλής του άρθρου 47 ΚΦΔ, το τρίτο πρόσωπο μπορεί να προβάλλει λόγους αναγόμενους στην νομιμότητα της καταλογιστικής πράξης και της εν γένει φορολογικής υποχρέωσης του νομικού προσώπου, δοθέντος το ανακόπτον τρίτο πρόσωπο είχε πάντως την δυνατότητα να ασκήσει ένδικη προσφυγή κατά της ρητής ή σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς του προσφυγής κατά της καταλογιστικής του φόρου πράξης (νομίμου τίτλου).
Επί του παρόντος, η απάντηση στο υπό στοιχείο α΄ ερώτημα (που, λογικά, θα επηρεάσει την απάντηση στο υπό στοιχείο β΄ ερώτημα) εκκρεμεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, στο πλαίσιο διαδικασίας πιλοτικής δίκης του άρθρου 1 του ν. 3900/2010 [ βλ. την υπ’ αρ. 4/2020 Πράξη της αρμόδιας τριμελούς Επιτροπής].
Επιπλέον, ανοικτό παραμένει το ερώτημα (γ) εάν η απαγόρευση του άρθρου 224 παρ. 4 ΚΔΔ μπορεί να εφαρμοστεί στην ειδικότερη [και συνηθισμένη στην πράξη] περίπτωση που στο τρίτο πρόσωπο ουδέποτε κοινοποιήθηκε η καταλογιστική πράξη του φόρου. Καθ’ ερμηνεία των σχετικών διατάξεων υπό το φως του άρθρου 20 του Συντάγματος και προκειμένου ο τρίτος να μην απωλέσει στάδιο δικονομικής προστασίας, η νομολογία δεν αποκλείεται, αξιοποιώντας παλαιότερες σχετικές παραδοχές της3, να καταλήξει στο συμπέρασμα:
- ότι σε μία τέτοια περίπτωση η ατομική ειδοποίηση του άρθρου 47 ΚΦΔ σε βάρος του τρίτου προσώπου είναι ακυρωτέα εάν ο τρίτος επικαλεστεί την μη κοινοποίηση σε αυτόν της καταλογιστικής πράξης [βλ. σχετ. ΣτΕ 1074/2017, σκ. 2, κ.ά] ή
- ότι «κατ’ ορθή ερμηνεία του άρθρου 224 παρ. 4 ΚΔΔ», σε μία τέτοια περίπτωση, με την ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης του άρθρου 47 ΚΦΔ παραδεκτώς προβάλλονται λόγοι που αφορούν την καταλογιστική πράξη, εφόσον δεν έχει παραχθεί δεδικασμένο επί της προσφυγής την οποία ενδεχομένως άσκησε το νομικό πρόσωπο [πρβλ. ΣτΕ 2999/2006, σκ. 3].
Τέλος, επισημαίνεται ότι, λογικά, η κρίση της ΣτΕ 7μ. 498/2020 αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση των ευθυνόμενων κατά τις διατάξεις των άρθρων 50 παρ. 1 και 2 ΚΦΔ ή 115 ΚΦΕ δεν αναιρεί την προηγούμενη νομολογία [ΣτΕ 844/2012, κ.ά,] αναφορικά με την ενεργητική νομιμοποίηση προς άσκηση προσφυγής των ευθυνόμενων κατ’ άρθρο 115 ΚΦΕ προσώπων, επί διαφορών όπου η καταλογιστική πράξη εξεδόθη προ της έναρξης του ΚΦΔ, δοθέντος ότι θεμέλιο του συλλογισμού της ΣτΕ 7μ. 498/2020 αποτέλεσε η διάταξη του άρθρου 50 παρ. 7 (νυν 4) του ανωτέρω Κώδικα και η συνακόλουθη δυνατότητα άσκησης της κατ’ άρθρο 63 ΚΦΔ ενδικοφανούς προσφυγής κατά της καταλογιστικής πράξης · δυνατότητα, όμως, που κατ’ αρχήν δεν υφίσταται επί καταλογιστικών πράξεων, οι οποίες εκδόθηκαν πριν από την 1.1.2014.
ΣτΕ 7μ. 498/2020
Χρονικό πεδίο εφαρμογής της κατ’ άρθρο 115 ΚΦΕ ευθύνης τρίτων προσώπων, διοικούντων νομικά πρόσωπα ˙ μετάβαση στις διατάξεις του άρθρου 50 ΚΦΔ ˙ Τρίτα πρόσωπα (ευθυνόμενα κατ’ άρθρο 115 ΚΦΕ ή κατ’ άρθρο 50 ΚΦΔ) για φορολογικά χρέη νομικού προσώπου νομιμοποιούνται ενεργητικώς για την άσκηση προσφυγής κατά της απόφασης της ΔΕΔ με την οποία απορρίφθηκε η κατ’ άρθρο 63 ΚΦΔ ενδικοφανής προσφυγή τους κατά της καταλογιστικής πράξης που εκδόθηκε σε βάρος του νομικού προσώπου
2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση, η οποία εισάγεται στην επταμελή σύνθεση του Β΄ Τμήματος, λόγω σπουδαιότητας, κατόπιν της από 4.12.2018 πράξεως της Προέδρου του, ζητείται η αναίρεση της 5305/2017 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη, ως απαράδεκτη, προσφυγή του αναιρεσείοντος, πρώην προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ήδη λυθείσης και τελούσης υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας «…… ……….. Α.Β.Ε.Ε.» (εφεξής: …… …….), κατά της σιωπηρής απορρίψεως ενδικοφανούς προσφυγής του (αρ. πρωτ. εισερχ. ……./…………., στρεφόμενης κατά: α) των ……../…..και ……../…./……… πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Κέντρου Ελέγχου Μεγάλων Επιχειρήσεων (ΚΕ.ΜΕ.ΕΠ.), με τις οποίες επιβλήθηκε σε βάρος της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρείας συμπληρωματικός κύριος φόρος εισοδήματος, ύψους 775.596 και 2.420.451€, και πρόσθετος φόρος, λόγω ανακρίβειας των οικείων δηλώσεων, ύψους 775.596 και 1.839.542€, για τις χρήσεις 2010 και 2011, αντιστοίχως, β) των …….. και ……………… πράξεων του ΚΕ.ΜΕ.ΕΠ. περί διορθωτικού προσδιορισμού φόρου προστιθέμενης αξίας, με τις οποίες επιβλήθηκε σε βάρος της ίδιας εταιρείας κύριος φόρος, ύψους 219 και 1.468.981€, καθώς και προσαύξηση, λόγω ανακρίβειας των οικείων δηλώσεων, ύψους 263 και 1.674.639€, για τις χρήσεις 2010 και 2011, αντιστοίχως, καθώς και γ) των………………………….και …………….. πράξεων του ΚΕ.ΜΕ.ΕΠ., με τις οποίες στην ίδια εταιρεία πρόστιμο για μη απόδοση παρακρατούμενου φόρου, ύψους 300€ (άρθρο 4 παρ. 1 του ν. 2523/1997), και πρόστιμο του Κ.Β.Σ., ύψους 2.700€ (άρθρα 20 παρ. 1 περ. α΄ του Κ.Β.Σ. και 5 παρ. 1, 2α και 6ζ του ν. 2523/1997), για παραβάσεις αναγόμενες στη διαχειριστική περίοδο 2011.
6. Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 115 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α΄ 115), οι οποίες, εισάγουσες εξαίρεση από την αρχή της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, πρέπει να ερμηνεύονται στενά (ΣτΕ 1213/2019), καθιερώνεται, για λόγους δημοσίου συμφέροντος, συνιστάμενους στη διασφάλιση της είσπραξης των φόρων και προστίμων που επιβάλλονται στα νομικά πρόσωπα του άρθρου 101 του ΚΦ.Ε., προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη των διοικούντων αυτά φυσικών προσώπων για την καταβολή των αντίστοιχων φορολογικών οφειλών (ΣτΕ 1775/2018). Ειδικά, για τις ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, στην παράγραφο 1 του άρθρου 115, οι διατάξεις του οποίου τυγχάνουν, εν προκειμένω, εφαρμογής ως εκ του χρόνου στον οποίο ανάγονται οι φορολογικές οφειλές της εταιρείας ……….. …. (χρήσεις 2010 και 2011), ορίζονται τα εξής: «Τα πρόσωπα που είναι διευθυντές, διαχειριστές ή διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των ημεδαπών ανώνυμων εταιρειών . . . κατά τον χρόνο της διάλυσης ή συγχώνευσής τους, ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για την πληρωμή του φόρου που οφείλεται από αυτά τα νομικά πρόσωπα σύμφωνα με τον παρόντα, καθώς και του φόρου που παρακρατείται, ανεξάρτητα από το χρόνο βεβαίωσής τους». Στην παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 22 παρ. 6 του ν. 2648/1998 (Α΄ 238), ορίζονται, περαιτέρω, τα ακόλουθα: «Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 ευθύνονται προσωπικώς και αλληλεγγύως για τους παρακρατούμενους φόρους και κατά τη διάρκεια λειτουργίας του νομικού προσώπου που εκπροσωπούν, ως εξής: α) Αν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα που είχαν μία από τις ως άνω ιδιότητες από τη λήξη της προθεσμίας απόδοσης του φόρου και μετά. β) Αν δεν έχει γίνει η παρακράτηση φόρου, όλα τα πρόσωπα, που είχαν μία από τις πιο πάνω ιδιότητες κατά το χρόνο που υπήρχε η υποχρέωση παρακράτησης του φόρου». Η, κατά την τελευταία αυτή παράγραφο, προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη των διοικούντων ανώνυμες εταιρείες επεκτάθηκε, με το άρθρο 22 παρ. 7 του ν. 2648/1998, και στις περιπτώσεις της μη αποδόσεως οφειλόμενου φόρου προστιθέμενης αξίας και φόρου κύκλου εργασιών [βλ. και άρθρα 45 περ. β΄ του ν. 1642/1986 (Α΄ 125) και 55 περ. β΄ του Κ.Φ.Π.Α. (ν. 2859/2000, Α΄ 248)].
7. Επειδή, τα ζητήματα της αλληλέγγυας ευθύνης των διοικούντων νομικά πρόσωπα ρυθμίζονται πλέον με τις διατάξεις του άρθρου 50 παρ. 1 και 2 του Κ.Φ.Δ., οι οποίες, όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 47 του ν. 4223/2013 (Α΄ 287), εφαρμόζονται από 1.1.2014, ημερομηνίας ενάρξεως ισχύος του νέου Κ.Φ.Ε. (ν. 4172/2013, Α΄ 167, βλ. ΣτΕ 2512/2019). Με την παράγραφο 7 του ως άνω άρθρου 50 -η οποία, αναριθμηθείσα σε παράγραφο 5 με το άρθρο 67 παρ. 3 του ν. 4646/2019 (Α΄ 201), τυγχάνει, εν προκειμένω, εφαρμογής, λόγω του διαδικαστικού της χαρακτήρα– προβλέπονται τα εξής: «Πρόσωπα ευθυνόμενα για την καταβολή φόρου εκ μέρους του νομικού προσώπου ή της νομικής οντότητας σύμφωνα με το παρόν άρθρο δύνανται να ασκήσουν έναντι της Φορολογικής Διοίκησης, παράλληλα με το νομικό πρόσωπο ή τη νομική οντότητα, οποιοδήποτε δικαίωμα θα είχε στη διάθεση του το νομικό πρόσωπο ή η νομική οντότητα». Στο άρθρο 63 του ίδιου Κώδικα, υπό τον τίτλο «Ειδική Διοικητική Διαδικασία – Ενδικοφανής προσφυγή», όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι μετά τη συμπλήρωση της παραγράφου 1 αυτού με το άρθρο 49 παρ. 1 του ν. 4223/2013 και την περ. 14 της υποπαρ. Δ2 του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α΄ 85), ορίζονται, περαιτέρω, τα ακόλουθα: «1. Ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί οποιαδήποτε πράξη που έχει εκδοθεί σε βάρος του από τη Φορολογική Διοίκηση, ή σε περίπτωση σιωπηρής άρνησης, οφείλει να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Φορολογικής Διοίκησης. Η αίτηση υποβάλλεται στη φορολογική αρχή που εξέδωσε την πράξη ή παρέλειψε την έκδοση της και πρέπει να αναφέρει τους λόγους και τα έγγραφα στα οποία ο υπόχρεος βασίζει το αίτημα του . . . 5. Εντός εκατόν είκοσι (120) ημερών από την υποβολή της ενδικοφανούς προσφυγής στη Φορολογική Διοίκηση, η Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης εκδίδει απόφαση, την οποία κοινοποιεί στον υπόχρεο, λαμβάνοντας υπόψη την προσφυγή, τις πληροφορίες που έλαβε από τον υπόχρεο και τις απόψεις της αρμόδιας φορολογικής αρχής, καθώς και κάθε άλλη πληροφορία που είναι σχετική με την υπόθεση . . . 8. Κατά της απόφασης της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης ή της σιωπηρής απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής, λόγω παρόδου της προθεσμίας προς έκδοση της απόφασης, ο υπόχρεος δύναται να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας . . . ».
8. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις της παραγράφου 7 του άρθρου 50 του Κ.Φ.Δ. παρέχεται στους προσωπικώς και αλληλεγγύως κατά νόμον ευθυνόμενους για την εκπλήρωση των φορολογικών υποχρεώσεων νομικών προσώπων ή οντοτήτων -μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι διευθύνοντες σύμβουλοι ανωνύμων εταιρειών- η δυνατότητα ασκήσεως όλων των έναντι της φορολογικής διοικήσεως διαδικαστικού χαρακτήρα δικαιωμάτων που παρέχονται εκ του νόμου στα ίδια τα νομικά πρόσωπα. Μεταξύ των δικαιωμάτων αυτών περιλαμβάνεται και η κατ’ άρθρο 63 του Κ.Φ.Δ. ενδικοφανής προσφυγή, η άσκηση της οποίας αποτελεί προϋπόθεση παραδεκτού της εν συνεχεία ασκούμενης ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων προσφυγής. Δεδομένου, εξάλλου, ότι από το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά της σιωπηρής ή ρητής απορρίψεως της ενδικοφανούς προσφυγής ο νόμος δεν προβλέπει καμία εξαίρεση (βλ. παρ. 8 του άρθρου 63 του Κ.Φ.Δ.), οι προσωπικώς και αλληλεγγύως ευθυνόμενοι για τις φορολογικές υποχρεώσεις του νομικού προσώπου -οι οποίοι, άλλωστε, πρέπει να μνημονεύονται στην καταλογιστική του φόρου πράξη (βλ. άρθρο 37 περ. θ΄ του Κ.Φ.Δ.)- νομιμοποιούνται, υπό την ιδιότητά τους αυτή, να ασκήσουν προσφυγή κατά της απόρριψης της ενδικοφανούς τους προσφυγής, με την οποία, κατ’ ενάσκηση δυνατότητας παρεχόμενης εκ του νόμου, εστράφησαν κατά της εκδοθείσης σε βάρος του νομικού προσώπου καταλογιστικής πράξης της φορολογικής αρχής. Η δυνατότητα δικαστικής αμφισβήτησης της νομιμότητας της απορρίψεως της ενδικοφανούς προσφυγής αποτελεί, κατά τούτο, αναγκαίο συμπλήρωμα του αντίστοιχου διαδικαστικού δικαιώματος που παρέχεται στους προσωπικώς και αλληλεγγύως ευθυνόμενους, οι οποίοι, λόγω της συμμετοχής τους στη διοικητική διαδικασία που προηγείται της οριστικοποίησης της φορολογικής οφειλής του νομικού προσώπου, νομιμοποιούνται ενεργητικώς για την άσκηση προσφυγής κατά της πράξης, με την οποία περατώνεται η προβλεπόμενη εκ του νόμου ενδικοφανής διαδικασία. Αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, η οποία θα απέκλειε τη δυνατότητα άσκησης προσφυγής για την παραπάνω κατηγορία προσώπων, ανεξαρτήτως του ότι δεν βρίσκει έρεισμα στον νόμο, θα είχε ως συνέπεια να παραμένει ημιτελής και άνευ ουσιαστικού περιεχομένου η παρεχόμενη από το άρθρο 50 παρ. 7 του Κ.Φ.Δ. δυνατότητα ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής, αποτέλεσμα που δυσχερώς εναρμονίζεται με τη λειτουργία και τον σκοπό που εξυπηρετεί η καθιερούμενη από το άρθρο 63 του Κ.Φ.Δ. ενδικοφανής διαδικασία, η τήρηση της οποίας, όπως έχει κριθεί (ΣτΕ 2691/2019, 1483-1485/2019 και 1686/2019), αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στην επανεξέταση των ζητημάτων που εγείρονται από τον φορολογούμενο στο πλαίσιο του διοικητικού ελέγχου της νομιμότητας βλαπτικών των εννόμων συμφερόντων του πράξεων της φορολογικής διοικήσεως, ώστε, εάν, τελικώς, δεν επιλυθεί η διαφορά από την ίδια τη διοίκηση, να έχουν τουλάχιστον εκκαθαριστεί επαρκώς, από απόψεως πραγματικού, τα λυσιτελώς τιθέμενα σε κάθε υπόθεση νομικά ζητήματα, προκειμένου να διευκολύνεται το έργο των εν συνεχεία επιλαμβανόμενων διοικητικών δικαστηρίων επί τω σκοπώ της ταχείας και αποτελεσματικής επίλυσης των αγόμενων ενώπιόν τους φορολογικών διαφορών. Μόνο, εξάλλου, το γεγονός ότι τα κατ’ άρθρο 115 παρ. 1 του Κ.Φ.Ε. προσωπικώς και αλληλεγγύως ευθυνόμενα πρόσωπα δεν έχουν ίδια φορολογική υποχρέωση για την καταβολή των οφειλόμενων από το νομικό πρόστιμο φόρων και προστίμων, αλλά απλή πρόσθετη ευθύνη προς πληρωμή των βεβαιωθέντων σε βάρος τους ποσών (ΣτΕ 1775/2018, 2274-2275/2017, 884/2011, 4411/2011, 237/2008, 708/2008, 2495/2007, 2999/2006, 2712/2002 κ.ά.) δεν τους στερεί από το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής. Και τούτο, διότι, εν αντιθέσει με τον προϊσχύοντα Κώδικα Φορολογικής Δικονομίας (π.δ/γμα 331/1985, Α΄ 116), ο οποίος προέβλεπε ότι δικαίωμα προσφυγής έχει «εκείνος που βαρύνεται άμεσα από την πράξη» ή «εκείνος στον οποίο παρέχεται ειδικά το δικαίωμα αυτό από τον ουσιαστικό νόμο» (άρθρο 74 παρ. 1), ο Κ.Δ.Δ., οι διατάξεις του οποίου τυγχάνουν, εν προκειμένω, εφαρμογής, αποσυνδέει το έννομο συμφέρον προς άσκηση προσφυγής κατά πράξεων της φορολογικής αρχής από την ύπαρξη ιδίας φορολογικής υποχρέωσης του προσφεύγοντος, ορίζοντας στο άρθρο 64 παρ. 1 περ. α΄ ότι προσφυγή μπορεί, μεταξύ άλλων, να ασκήσει όποιος «έχει άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον» (πρβλ. και ΣτΕ 1316/2012), προϋπόθεση που συντρέχει, κατ’ αρχήν, ως προς εκείνον που ασκεί προσφυγή κατά της απορριπτικής της ενδικοφανούς προσφυγής του πράξεως, σε περιπτώσεις που, όπως εν προκειμένω, το δικαίωμα ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής παρέχεται ευθέως εκ του νόμου. Ουδεμία, εξάλλου, αντίθεση ανακύπτει μεταξύ της, κατά τα ανωτέρω, ερμηνείας των προαναφερόμενων διατάξεων προς τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 1775/2018, 2274-2275/2017, 4357/2014, 884/2011, 4411/2011, 237/2008, 708/2008, 2495/2007, 2999/2006, 2712/2002 κ.ά.), με τις οποίες το Δικαστήριο, εκκινώντας από την αφετηρία ότι οι προσωπικώς και αλληλεγγύως υπόχρεοι για τις φορολογικές οφειλές νομικών προσώπων δεν καθίστανται υποκείμενα της σχετικής φορολογικής υποχρέωσης, με αποτέλεσμα η ευθύνη τους να ανάγεται στο στάδιο της εισπράξεως και όχι της βεβαιώσεως του φόρου, είχε κρίνει ότι τα πρόσωπα αυτά νομιμοποιούνται μεν να ασκήσουν ανακοπή κατά της ατομικής ειδοποίησης, βάσει της οποίας επισπεύδεται σε βάρος τους διοικητική εκτέλεση προς είσπραξη των οφειλόμενων από το νομικό πρόσωπο φόρων, όχι, όμως, και προσφυγή κατά της εκδοθείσης σε βάρος του νομικού προσώπου πράξης της φορολογικής αρχής. Τούτο δε, διότι οι αποφάσεις αυτές, οι οποίες εκδόθηκαν επί υποθέσεων που διέπονται από καθεστώς προγενέστερο του Κ.Φ.Δ., δεν περιέχουν ρητή ή εμμέσως συναγόμενη ερμηνευτική κρίση περί απαραδέκτου ασκήσεως προσφυγής κατά πράξεως της φορολογικής αρχής, απορριπτικής ενδικοφανούς προσφυγής του έχοντος προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη προσώπου, ασκηθείσα κατ’ ενάσκηση παρεχόμενης σε αυτόν υπό του νόμου δυνατότητας, ζήτημα που, κατά τα ήδη εκτεθέντα, τίθεται στο πλαίσιο της παρούσας υποθέσεως.
9. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απερρίφθη, ως απαράδεκτη, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, προσφυγή του αναιρεσείοντος κατά της σιωπηρής απορρίψεως της ενδικοφανούς προσφυγής που είχε ασκήσει κατά των αναφερόμενων στη σκέψη 2 πράξεων του ΚΕ.ΜΕ.ΕΠ. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγινε, ειδικότερα, δεκτό ότι η προσφυγή αυτή απαραδέκτως ασκήθηκε από τον αναιρεσείοντα ατομικώς, κατ’ επίκληση της ιδιότητάς του ως πρώην προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της εταιρείας ……..…. και όχι ως ενεργούντος εξ ονόματος και για λογαριασμό της τελευταίας αυτής εταιρείας, σε βάρος της οποίας είχαν εκδοθεί οι καταλογιστικές του φόρου πράξεις, κατά των οποίων αυτός είχε στραφεί με τη σιωπηρώς απορριφθείσα ενδικοφανή προσφυγή του. Κατά τις ειδικότερες κρίσεις του δικάσαντος δικαστηρίου, από τις διατάξεις των άρθρων 64 παρ. 1 και 113 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ., ερμηνευόμενες σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1, 63 παρ. 1 και 8 και 50 παρ. 1, 2 και 7 του Κ.Φ.Δ., συνάγεται ότι η προσωπική και αλληλέγγυα ευθύνη των νομίμων εκπροσώπων των ανωνύμων εταιρειών -σε βάρος των οποίων δεν καθιερώνεται ίδια φορολογική υποχρέωση για την πληρωμή των άμεσων ή παρακρατούμενων φόρων και των σχετικών φορολογικών προστίμων, αλλά απλή πρόσθετη ευθύνη προς πληρωμή των βεβαιωθέντων σε βάρος των εταιρειών αυτών ποσών- ενεργοποιείται κατά το στάδιο της είσπραξης και όχι κατά το στάδιο της βεβαίωσης του φόρου. Και ναι μεν στους αλληλεγγύως ευθυνόμενους παρέχεται από το άρθρο 50 παρ. 7 του Κ.Φ.Δ. δικαίωμα ασκήσεως, παράλληλα με το νομικό πρόσωπο, ενδικοφανούς προσφυγής κατά των σχετικών πράξεων της φορολογικής διοίκησης, το γεγονός, όμως, αυτό δεν τους καθιστά, κατά την κρίση του δικάσαντος εφετείου, και υποκείμενο της σχετικής φορολογικής υποχρέωσης, ώστε να αποκτούν, εξ αυτού του λόγου, έννομο συμφέρον για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου κατά της απορριπτικής της ενδικοφανούς προσφυγής τους πράξεως. Λαμβάνοντας, περαιτέρω, υπόψη ότι τέτοιο δικαίωμα δεν αναγνωρίζεται στα πρόσωπα αυτά ούτε από ειδική διάταξη νόμου, το δικάσαν εφετείο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι πρόεδροι και διευθύνοντες σύμβουλοι ανώνυμης εταιρείας δεν μπορούν να ασκήσουν ατομικώς, ως προσωπικώς και αλληλεγγύως ευθυνόμενοι για την πληρωμή των φορολογικών οφειλών της εταιρείας, προσφυγή κατά των πράξεων της φορολογικής διοίκησης που έχουν εκδοθεί σε βάρος της, ελλείψει άμεσου, προσωπικού και ενεστώτος εννόμου συμφέροντος, διατηρουμένης, πάντως, της δυνατότητας να ασκήσουν ανακοπή κατά των πράξεων διοικητικής εκτέλεσης που θα εκδοθούν σε βάρος τους στο πλαίσιο της είσπραξης των οφειλόμενων από την ανώνυμη εταιρεία ποσών.
10. Επειδή, ενόψει όσων έχουν ήδη εκτεθεί, ο αναιρεσείων, ο οποίος, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήταν πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ………. νομιμοποιείτο ενεργητικώς να ασκήσει ατομικώς, ως προσωπικώς και αλληλεγγύως υπεύθυνος για την καταβολή των φορολογικών οφειλών της εν λόγω εταιρείας, προσφυγή κατά της απόρριψης της ενδικοφανούς προσφυγής του, η δυνατότητα ασκήσεως της οποίας προβλέπεται από τα άρθρα 50 παρ. 7 και 63 παρ. 1 του Κ.Φ.Δ. Εσφαλμένη, κατά συνέπεια, είναι η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος προς άσκηση της απορριφθείσης, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, προσφυγής, όπως βασίμως προβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση. Μη νόμιμη είναι, περαιτέρω, και η κρίση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, ο οποίος, αντιθέτως, παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 64 παρ. 1 περ. α΄ του Κ.Δ.Δ., αμφισβήτησε, με την προσφυγή του, τη νομιμότητα της σιωπηρής απορρίψεως της ενδικοφανούς του προσφυγής, ως έχων προς τούτο άμεσο, προσωπικό και ενεστώς έννομο συμφέρον, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση. Απορριπτέοι, αντιθέτως, ως αβάσιμοι είναι οι περί απαραδέκτου ασκήσεως της προσφυγής του αναιρεσείοντος προβαλλόμενοι, με το από 15.3.2019 υπόμνημα, ισχυρισμοί του Δημοσίου, το οποίο, προς θεμελίωση της βασιμότητάς τους, επικαλείται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ 2274/2017, 1465/2014, 4411/20111, 884/2011, 2495/2007), που, κατά τα ήδη εκτεθέντα στη σκέψη 8, είχε διαμορφωθεί, υπό το προγενέστερο του Κ.Φ.Δ. νομοθετικό καθεστώς, στο πλαίσιο επιλύσεως διαφορετικών νομικών ζητημάτων.
11. Επειδή, κατόπιν τούτων, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πρέπει να εξαφανισθεί κατ’ αποδοχήν της κρινομένης αιτήσεως, κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη της προσφυγής του αναιρεσείοντος κατά της σιωπηρής απορρίψεως της ενδικοφανούς προσφυγής του κατά των ……….. πράξεων του ΚΕ.ΜΕ.ΕΠ. η δε υπόθεση να αναπεμφθεί, κατά το αναιρούμενο μέρος, στο δικάσαν διοικητικό εφετείο προς νέα νόμιμη επί της ουσίας κρίση.
Παραπομπές – Υποσημειώσεις
1 Βλ. σχ. και ΠΟΛ.1064/2017, υπό στοιχ. 1.
2 Προσφάτως, η παρ. 7 αναριθμήθηκε σε παράγραφο 5 με το άρθρο 67 παρ. 3 του ν. 4646/2019.
3 Ανεξάρτητα από τις επιφυλάξεις που θα μπορούσε να εκφράσει κανείς ως προς το εάν στις περιπτώσεις μη κοινοποίησης της καταλογιστικής πράξης τίθεται όντως ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας, δοθέντος ότι ακόμη και σε περίπτωση μη κοινοποίησής της, ο υπόχρεος θα μπορεί πάντα να ασκήσει εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς (ενδικοφανή ή/και) ένδικη προσφυγή, αλλά και αίτηση αναστολής εκτέλεσης κατά αυτής, αφού λάβει πλήρη γνώση της, με επιμέλειά του, μετά την κοινοποίηση της ατομικής ειδοποίησης, μέσω της οποίας πληροφορήθηκε την αιτία του χρέους.