Τεκμήριο αθωότητας, Ne bis in idem και νέο άρθρο 5 παρ.2 ΚΔΔ στις φορολογικές διαφορές1
Περιεχόμενα:
- Εισαγωγή
- I. Η έννοια της «κατηγορίας ποινικής φύσης» κατά το άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ
- II. Το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου [άρθρο 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ]
- ΙΙΙ. Η αρχή ne bis in idem
- ΙV. Σύνοψη προϋποθέσεων ενεργοποίησης και διαφορές μεταξύ τεκμηρίου αθωότητας και αρχής ne bis in idem
- V. H (μη) αυτεπάγγελτη έρευνα περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας ή της αρχής ne bis in idem εκ μέρους του δικαστή της (φορολογικής) προσφυγής
- VΙ. Η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας [βλ. άρθρο 69Α ΠΔ 18/1989]
Εισαγωγή:
Στο πλαίσιο αυτής εισήγησης εξετάζεται το ζήτημα της εφαρμογής δύο εγγυήσεων του ποινικού δικαίου επί των (διοικητικών) φορολογικών παραβάσεων ˙ πρόκειται για το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου και την αρχή ne bis in idem. Τα ζητήματα αυτά είναι εντελώς επίκαιρα τόσο σε νομοθετικό όσο και σε νομολογιακό επίπεδο.
Mάλιστα, κεντρικό ρόλο στη σχετική προβληματική διαδραματίζει η νομολογία τόσο του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου [ΕΔΔΑ] όσο και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης [ΔΕΕ].
Ειδικότερα, προκειμένου να μην διαφεύγει κάθε συμβαλλόμενο Κράτος των υποχρεώσεών του μεταμφιέζοντας καταδίκες και διώξεις που ως εκ της φύσεώς τους είναι πράγματι ποινικές σε άλλης μορφής κυρώσεις, το ΕΔΔΑ, με όχημα μία δυναμική ερμηνεία του άρθρου 6 παρ. 1 της Σύμβασης, επέβαλε, υπό προϋποθέσεις, την τήρηση μίας σειράς από σημαντικές εγγυήσεις του παραδοσιακού ποινικού δικαίου στο πεδίο και άλλων κλάδων δικαίου, όπως είναι το δίκαιο των διοικητικών κυρώσεων.
Για την καλύτερη κατανόηση της σχετικής προβληματικής, πρώτα θα εξετασθεί η θεμελιώδης έννοια της «κατηγορίας ποινικής φύσης», όπως αυτή προσδιορίσθηκε από τη νομολογία ΕΔΔΑ, η οποία αποτελεί πρόκριμα για την εφαρμογή των βασικών εγγυήσεων του ποινικού δικαίου και σε άλλες, μη ποινικές με τη στενή έννοια, διαδικασίες [κατωτέρω υπό Ι].
Στη συνέχεια, θα παρουσιασθεί το τεκμήριο αθωότητας κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και οι προϋποθέσεις εφαρμογής του επί φορολογικών διαφορών [κατωτέρω υπό ΙΙ] και, ακολούθως, θα εξετασθεί η αρχή ne bis in idem κατά την έννοια του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της επί υποθέσεων που αφορούν φορολογικές (κυρίως) κυρώσεις [κατωτέρω υπό ΙΙΙ].
Τέλος, θα γίνει μία σύνοψη των προϋποθέσεων εφαρμογής και των διαφορών μεταξύ του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής ne bis in idem, δοθέντος ότι οι δύο έννοιες συχνά συγχέονται στην πράξη [κατωτέρω υπό IV], θα αντιμετωπισθεί το δικονομικής φύσης ερώτημα εάν η παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής ne bis in idem εξετάζονται αυτεπαγγέλτως από τον πρωτοβάθμιο δικαστή της προσφυγής [κατωτέρω υπό V] και θα παρουσιασθούν και οι προϋποθέσεις που διέπλασε η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας για την ευδοκίμηση μιας αίτησης επανάληψης της διαδικασίας ενώπιόν του, κατόπιν καταδικαστικής απόφασης του ΕΔΔΑ, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 105Α του ΚΔΔ και ήδη του άρθρου 69Α του ΠΔ 18/1989 [κατωτέρω υπό VI].
Ι. Η έννοια της «κατηγορίας ποινικής φύσης» κατά τo άρθρο 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ
Στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ ορίζεται ότι:
«παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή….. υπό ….δικαστηρίου…, το οποίο θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του ποινικής κατηγορίας».
άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ
Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, το οποίο κατοχυρώνει μία σειρά από εγγυήσεις δίκαιης δίκης [λ.χ. δημοσιότητα, αιτιολόγηση των δικαστικών αποφάσεων, αμεροληψία δικαστηρίου κ.λπ.] διαθέτει δύο σκέλη: το αστικό σκέλος, το οποίο εφαρμόζεται επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικής φύσεως και το ποινικό σκέλος, το οποίο εφαρμόζεται επί των κατηγοριών ποινικής φύσεως.
Ειδικώς επί των υποθέσεων που εμπίπτουν στο ποινικό σκέλος του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ εφαρμόζονται μία σειρά από εγγυήσεις που προσδιορίζονται τόσο στις παρ. 2 (τεκμήριο αθωότητας) και 3 (δικαιώματα κατηγορουμένου) του ίδιου άρθρου (6 ΕΣΔΑ)2, όσο και σε άλλες διατάξεις της Σύμβασης, όπως είναι η αρχή ne bis in idem που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 του 7ου πρόσθετου πρωτοκόλλου της Σύμβασης ή οι αρχές της μη επιβολής ποινής άνευ νόμου και της αναδρομικής εφαρμογής της επιεικέστερης ποινής που κατοχυρώνονται στο άρθρο 7 της Σύμβασης.
Ήδη από το 1976, με την απόφαση Engel και λοιποί κατά Ολλανδίας, το ΕΔΔΑ έχει δεχτεί ότι η διάκριση στην οποία προβαίνει η εθνική έννομη τάξη ανάμεσα σε διοικητική και ποινική διαδικασία δεν είναι καθοριστική για την ενεργοποίηση των ανωτέρω εγγυήσεων της ποινικής δίκης.
Το ΕΔΔΑ προβαίνει σε μία αυτόνομη ερμηνεία της έννοιας «κατηγορία ποινικής φύσης» όπως προβλέπεται από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, στη βάση κριτηρίων που έχει διαμορφώσει το ίδιο, με αποτέλεσμα στην έννοια της «κατηγορίας ποινικής φύσεως» και, συνακόλουθα, στο καθεστώς εγγυήσεων του ποινικού σκέλους του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ και των λοιπών συναφών διατάξεων της Σύμβασης, να μπορούν να υπαχθούν και διαδικασίες που τυπικά δεν κατατάσσονται στην ύλη του ποινικού δικαίου των συμβαλλόμενων Κρατών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι διοικητικές κυρώσεις.
Η σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, που πλέον έχει παγιωθεί και έχει γίνει αποδεκτή, τουλάχιστον σε επίπεδο μείζονος πρότασης από τα δικαστήρια των συμβαλλομένων Κρατών, αλλά και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), εκκινεί από την παραδοχή ότι σε αρκετές περιπτώσεις ένα κυρωτικό μέτρο, μολονότι δεν εντάσσεται τυπικώς στην ύλη του ποινικού δικαίου [λ.χ. μία διοικητική κύρωση], δεν αποκλείεται να επάγεται για τον παραβάτη αντίστοιχες ή/και σφοδρότερες ακόμη δυσμενείς συνέπειες από μία ποινή που τυπικώς εντάσσεται στην ύλη του παραδοσιακού ποινικού δικαίου.
Ενόψει αυτής της βασικής αυτής παραδοχής, το Δικαστήριο επαναπροσδιόρισε την έννοια της κατηγορίας «ποινικής φύσης» ώστε να εφαρμοσθούν οι εγγυήσεις της ποινικής δίκης και σε αυτές τις κατηγορίες ποινικής, κατ’ ουσίαν, φύσεως. Με δυο λόγια, το Δικαστήριο επαναπροσδιόρισε την έννοια της «κατηγορίας ποινικής φύσεως» με όρους λειτουργικούς.
Ειδικότερα, το ΕΔΔΑ προκειμένου να διαπιστώσει εάν μία (λ.χ. διοικητική κατά το εθνικό δίκαιο) διαδικασία είναι ποινικής φύσεως, κατά την αυτόνομη έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, εφαρμόζει σταθερά στη νομολογία του τρία κριτήρια, γνωστά και ως κριτήρια Engel. Tα κριτήρια αυτά δεν απαιτείται να εξετάζονται σωρευτικά, αλλά αρκεί η διαζευκτική εκτίμησή τους από το Δικαστήριο3. Εάν, όμως, η εξέταση καθενός ξεχωριστά δεν επιτρέπει την ξεκάθαρη εξαγωγή συμπεράσματος ως προς την ύπαρξη κατηγορίας ποινικής φύσης, τότε το Δικαστήριο θα αναζητήσει εάν η σωρευτική εφαρμογή των κριτηρίων αποδίδει στην κρινόμενη διαδικασία ποινική φύση4.
Τα τρία κριτήρια Engel είναι τα εξής:
1. Η τυπική κατάταξη της κρινόμενης διαδικασίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο
Πρώτα εξετάζεται η ταξινόμηση της υπό κρίση διαδικασίας σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο. Εφόσον η εθνική έννομη τάξη χαρακτηρίζει τη διαδικασία ως ποινική, το ΕΔΔΑ θα επιβεβαιώσει αυτήν την ταξινόμηση.
2. Η ουσιαστική φύση της παράβασης
Σχετικά με τη φύση της παράβασης, εξετάζεται, ιδίως, εάν ο κανόνας που την προβλέπει αφορά γενικά στα υποκείμενα του δικαίου, λ.χ. υπό την ιδιότητά τους ως φορολογούμενων, στοιχείο που συμβάλλει στη θεμελίωση του «ποινικού» χαρακτήρα της υπόθεσης5.
Επίσης, εξετάζεται ο σκοπός του κανόνα, δεδομένου ότι οι «ποινικές» κυρώσεις αποβλέπουν τόσο στην αποτροπή της παράβασης όσο και στον κολασμό του παραβάτη. Ο γενικός, υπό την ανωτέρω έννοια, χαρακτήρας του οικείου κανόνα σε συνδυασμό με τον τιμωρητικό και αποτρεπτικό σκοπό της προβλεπόμενης κύρωσης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί «ποινικής» υπόθεσης6.
Τέλος, η υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια), ως νόμιμη προϋπόθεση για την επιβολή μιας κύρωσης, λαμβάνεται επίσης υπόψη ως στοιχείο που κατατείνει στην αποδοχή της ύπαρξης «ποινικής» διαδικασίας7.
3. H φύση και ο βαθμός σοβαρότητας της κύρωσης που κινδυνεύει να υποστεί ο ενδιαφερόμενος
Το τελευταίο κριτήριο αναφέρεται στη φύση και βαρύτητα της επαπειλούμενης κύρωσης. Ειδικότερα, κρίσιμη είναι η πιο αυστηρή κύρωση που θα μπορούσε να επιβληθεί στον παραβάτη και, δευτερευόντως μόνο, η πράγματι επιβληθείσα στη συγκεκριμένη υπόθεση. Αναφορικά με χρηματικές κυρώσεις, εξετάζεται το ύψος του ποσού της κύρωσης8.
Πρόστιμα μερικών χιλιάδων ευρώ εκτιμώνται συνήθως ως αρκούντως σοβαρά, ώστε να συνηγορούν υπέρ της ύπαρξης «ποινής», κατά την αυτόνομη έννοια του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ.
Αναφορικά με τον «ποινικό» ή μη χαρακτήρα των [διοικητικών, κατά το ημεδαπό δίκαιο] διαδικασιών επιβολής φορολογικών κυρώσεων, για την ώρα, το ΕΔΔΑ και το Συμβούλιο της Επικρατείας έχουν πάρει ξεκάθαρη θέση μόνον σε σχέση με τα πολλαπλά τέλη λαθρεμπορίας που προέβλεπε το άρθρο 97 παρ. 3 του προισχύσαντος Τελωνειακού Κώδικα (ν. 1165/1918 ˙ βλ. ήδη άρθρα 137 και 142 επ. ν. 2960/2001, δηλ. του νέου Τελωνειακού Κώδικα) [βλ. ΕΔΔΑ, Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδας, της 30.4.2015 κ.ά., Σισμανίδης & Σιταρίδης κατά Ελλάδος, της 9.6.2016, σκ. 30 -35, Μαμιδάκης κατά Ελλάδας,της 7.1.2007, σκ. 21, κ.ά, ΣτΕ 7μ. 1992/2016, σκ. 20 και κυρίως 21 ˙ πρβλ. ΣτΕ Ολ. 1741/2015, σκ. 13 που έκρινε αντιθέτως ˙ ήδη, όμως, η κρίση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ότι ανατράπηκε με την προαναφερθείσα ΣτΕ 7μ. 1992/2016].
Με τις ανωτέρω αποφάσεις, κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων Engel, κρίθηκε ότι πολλαπλά τέλη λαθρεπορίας μεγάλου ύψους (ανερχόμενου σε δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ) συνιστούν κατηγορίες ποινικής φύση, κατά την αυτόνομη έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Ωστόσο, μέχρι σήμερα δεν έχει πλήρως διευκρινισθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας ή το ΕΔΔΑ η ποινική ή μη, κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, φύση άλλων φορολογικών (διοικητικών) προστίμων που προβλέπει η ημεδαπή νομοθεσία.
Συναφώς, θα πρέπει πάντως να συνεκτιμηθεί ότι με βάση την μέχρι ώρας νομολογία του ΕΔΔΑ [βλ. ιδίως EΔΔΑ, Jussila v. Finland, 23.11.2006, σκ. 37 – 38, Nykänen v. Finland, 20.5.2014, σκ. 39 – 40, Steininger v. Austria, 17.4.2012 κ.ά.], την οποία υιοθετεί και η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας [βλ. ενδ. ΣτΕ 7μ. 2691/2019, σκ. 15, κατωτ.] οι φορολογικές εν γένει κυρώσεις συνιστούν κατηγορίες ποινικής φύσης κατά την έννοια της ΕΣΔΑ, ακόμη και εάν το ύψος του επιβαλλόμενου προστίμου είναι σχετικά μικρό, ακόμη δηλαδή και εάν ανέρχεται μόλις σε μερικές χιλιάδες ευρώ9 [βλ. επίσης ενδ. από την νομολογία των ΤΔΔ: ΔΕφΑθ. 2184/2018, σκ. 10, ΔΠΑθ. 951/2017, σκ. 2 και 4, κ.ά, οι οποίες έκριναν ότι η επιβολή προστίμων ύψους 27.000 ευρώ και, αντίστοιχα, 86.000 ευρώ για λήψη και καταχώριση εικονικών τιμολογίων, κατ’ εφαρμογή του άρ. 5 παρ. 10 περ. β΄του ν. 2523/1997, συνιστά κατηγορία ποινικής φύσης κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ].
ΣτΕ 7μ. 2691/2019
Κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων Engel, ποινή κατά την έννοια του άρθρου 6 (και συνακόλουθα του άρθρου 7) της ΕΣΔΑ μπορεί να θεωρηθεί και ένα φορολογικό πρόστιμο μικρού σχετικά ύψους [λ.χ. 1.758 ευρώ λόγω έκδοσης ανακριβούς στοιχείου ΚΒΣ]
15. Επειδή, το άρθρο 7 της ΕΣΔΑ κατοχυρώνει και την αρχή της αναδρομικής εφαρμογής του ευμενέστερου για τον παραβάτη ουσιαστικού “ποινικού” νόμου (βλ. ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. 17.9.2009, 10249/03, Scoppola κατά Ιταλίας, σκέψεις 108-109). Δεδομένου ότι το προστατευτικό πεδίο του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ καλύπτει και τις περιπτώσεις επιβολής διοικητικών κυρώσεων “ποινικής” φύσης, βάσει κριτηρίων παρόμοιων με εκείνα της νομολογίας Engel για το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ decision 24.11.1998, 38644/97, Brown κατά Ηνωμένου Βασιλείου, ΕΔΔΑ 15.5.2008, 7460/03, Nadtochiy κατά Ουκρανίας, σκέψη 32, ΕΔΔΑ 4.10.2016, 37462/09, Žaja κατά Κροατίας, σκέψεις 86-89 και ΕΔΔΑ 4.6.2019, 12096/14 και 39335/16, Rola κατά Σλοβενίας, σκέψη 54), η προαναφερόμενη αρχή εφαρμόζεται και επί χρηματικών φορολογικών/ τελωνειακών κυρώσεων σημαντικού ύψους (βλ. ΣτΕ 2957/2013, 2221/2018, 351/2019 επταμ., 1389/2019 επταμ.), όπως είναι τα επίδικα πρόστιμα ύψους 239.150,50 και 24.461,89 ευρώ, τα οποία επιβλήθηκαν στον αναιρεσίβλητο, αντίστοιχα, με την 555/2015 και με την 556/2015 πράξη της Προϊσταμένης της Δ.Ο.Υ. Α΄ Αθηνών. Αλλά και τα (αρκετά μικρότερα) πρόστιμα ύψους 1.758 ευρώ (586 ευρώ Χ 3) και 8.000 ευρώ, που καταλογίσθηκαν στον αναιρεσίβλητο με τις ίδιες πράξεις της φορολογικής Διοίκησης, έχουν επίσης το χαρακτήρα “ποινής” για “αδίκημα”, κατά την έννοια του άρθρου 7 της ΕΣΔΑ, αφενός, διότι σκοπούν στην αποτροπή και στην καταστολή των σχετικών παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας και, αφετέρου, ενόψει της αυξημένης βαρύτητάς τους, σε σχέση με τις αντίστοιχες παραβάσεις (πρόστιμο ισόποσο με το ύψος της αποκρυφθείσας αξίας συναλλαγής στην περίπτωση του προστίμου 8.000 ευρώ και πρόστιμο ίσο περίπου με το 98% της αποκρυφθείσας αξίας συναλλαγής στην περίπτωση του προστίμου 1.758 ευρώ) [πρβλ., ιδίως, ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. της 23.11.2006, Jussila κατά Φινλανδίας, 73053/01, σκέψεις 10 και 37-38 (πρόσθετος φόρος ύψους 308,80 ευρώ, ίσος με το 10% του διαφυγόντος φόρου – εφαρμογή του ποινικού σκέλους του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), ΕΔΔΑ 4.10.2016, 37462/09, Žaja κατά Κροατίας, σκέψεις 20-22 και 86-89 (τελωνειακό πρόστιμο ύψους 690 ευρώ, με ανώτατο προβλεπόμενο στο νόμο πρόστιμο 14.010 ευρώ – εφαρμογή του άρθρου 7 παρ. 1 της ΕΣΔΑ) και ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. 15.11.2016, 24130/11 και 29758/11, Α και Β κατά Νορβηγίας, σκέψεις 138-139 (φορολογικό πρόστιμο ανερχόμενο σε 30% του διαφυγόντος φόρου – εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ)].
ΙΙ. Το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου [άρθρο 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ]
Το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορούμενου αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εγγυήσεις της ποινικής δίκης, η οποία, μεταξύ άλλων, κατοχυρώνεται στο άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ [βλ. και το άρθρο 48 του ΧΘΔΕΕ].
Πρώτα, θα εξετασθεί η βασική νομολογία του ΕΔΔΑ αναφορικά με την έννοια του τεκμηρίου αθωότητας και κυρίως αναφορικά με την δεύτερη, ουσιαστική, πτυχή του, η οποία παρουσιάζει για εμάς μεγαλύτερο ενδιαφέρον [κατωτέρω υπό 1].
Στη συνέχεια, θα παρουσιασθεί η σχετική με το τεκμήριο αθωότητας νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί φορολογικών διαφορών [κατωτέρω υπό 2] και, τέλος, θα εξετασθεί η νέα ρύθμιση του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η οποία εισήχθη προσφάτως με τον ν. 4446/2016 και συνάπτεται αμέσως προς το εξεταζόμενο ζήτημα [κατωτέρω υπό 3].
1. Η έννοια και η λειτουργία του τεκμηρίου αθωότητας κατά την νομολογία του ΕΔΔΑ
Κατά την σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορούμενου διαθέτει δύο πτυχές. Κατά την πρώτη, διαδικαστική πτυχή, το τεκμήριο αθωότητας επιβάλλει στο πλαίσιο μίας ποινικής δίκης υποχρεώσεις σχετικές, μεταξύ άλλων, με το βάρος απόδειξης, το δικαίωμα επιλογής συνηγόρου υπεράσπισης, το προνόμιο της μη αυτοενοχοποίησης του κατηγορουμένου, καθώς και την απαγόρευση πρώιμων κρίσεων από το δικάζον δικαστήριο ή τρίτους κρατικούς αξιωματούχους αναφορικά με την ενοχή του κατηγορούμενου10.
Προκειμένου, ωστόσο, το τεκμήριο της αθωότητας να παραμείνει πρακτικό και αποτελεσματικό, το ΕΔΔΑ δέχεται ότι αυτό διαθέτει και μία δεύτερη, ουσιαστική πτυχή. Η πτυχή αυτή αναπτύσσει τη λειτουργία της για πρώτη φορά μετά από την τελική [“ final ”] αθώωση ενός προσώπου από μία κατηγορία ποινικής φύσης.
Σύμφωνα με αυτήν, το τεκμήριο αθωότητας έχει ως σκοπό να προστατεύσει τα πρόσωπα που έχουν ήδη αθωωθεί στο πλαίσιο μίας ποινικής δίκης ή σε βάρος των οποίων έχει παύσει μία ποινική διαδικασία, από το να τυγχάνουν μεταχείρισης εκ μέρους των δημοσίων αρχών ως εάν να ήταν ένοχοι για το αδίκημα που τους είχε αποδοθεί.
Για τον λόγο αυτό, γίνεται δεκτό ότι η εξαχθείσα κρίση περί αθωότητας του προσώπου αναφορικά με την τέλεση του αδικήματος, ακόμη και εάν έλαβε χώρα λόγω αμφιβολιών, θα πρέπει να γίνεται σεβαστή και να μην τίθεται εν αμφιβόλω από κάθε άλλη δημόσια αρχή (μεταξύ άλλων και δικαστική), η οποία καλείται να κρίνει επί συνακόλουθης υποθέσεως (ανεξαρτήτως εάν αυτή έχει ποινικό ή μη χαρακτήρα), η οποία παρουσιάζει έναν ορισμένο σύνδεσμο [ “ a certain link ”, κατά την ορολογία του ΕΔΔΑ] με την ποινική διαδικασία που προηγήθηκε.
Η ύπαρξη τέτοιου συνδέσμου γίνεται δεκτή ιδίως στις περιπτώσεις που η δεύτερη διαδικασία απαιτεί την εξέταση του αποτελέσματος της πρώτης (ποινικής) διαδικασίας ή εκτίμηση των ίδιων πραγματικών περιστατικών που οδήγησαν στην αθώωση του προσώπου από την ποινική κατηγορία (λ.χ. αστικές δίκες περί αποζημιωτικής ευθύνης που έπονται μίας ποινικής διαδικασίας) [βλ. για όλα τα παραπάνω βλ. ΕΔΔΑ, Allen v. UK, 12.7.2013, σκ. 93 επ. και Β. Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, 27.9.2007, σκ. 39 ˙ πρβλ. και την πρόσφατη ΑΠ (Ολ.) 8/2019, παραπεμπτική στην πλήρη Ολομέλεια του Δικαστηρίου, αναφορικά με την επίδραση μιας αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης στην πολιτική δίκη11 επί της οποίας προσφάτως εξεδόθη η οριστική ΑΠ (Ολ.) 4/2020 της πλήρους Ολομέλειας ]. Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι, όπως παρατηρεί και το ίδιο το Δικαστήριο του Στρασβούργου, η κατά τα ανωτέρω ουσιαστική πτυχή του τεκμηρίου αθωότητας του κατηγορουμένου, σε ένα βαθμό, αληλλεπικαλύπτεται (“overlaps”) με την προστασία της ιδιωτικής ζωής του κατηγορουμένου που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της Σύμβασης [βλ. ΕΔΔΑ, G.I.E.M. S.R.L. and others v. Italy, 28.6.2018, σκ. 314, με περαιτέρω αναφορές – Bλ. επίσης κατωτέρω την πρόσφατη ΣτΕ 1779/2020, σκ. 15.].
Λόγω της παράλληλης πρόβλεψης φορολογικών κυρώσεων (επιβαλλόμενων από τη φορολογική Διοίκηση) και ποινών (επιβαλλόμενων από τα ποινικά Δικαστήρια) για τις ίδιες παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας, αλλά και λόγω των σημαντικών καθυστερήσεων που σημειώνονται κατά την εκδίκαση των διοικητικών διαφορών, το Συμβούλιο της Επικρατείας κλήθηκε σε αρκετές περιπτώσεις να εξετάσει τις προϋποθέσεις εφαρμογής της κατά τα ανωτέρω ουσιαστικής πτυχής του τεκμηρίου αθωότητας στο πλαίσιο της φορολογικής δίκης:
2. Η εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας από το Συμβούλιο της Επικρατείας επί των φορολογικών διαφορών
Καθώς η διαδικασία σε βάρος του φορολογικού παραβάτη ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων ολοκληρώνεται, κατά κανόνα, συντομότερα από τη διαδικασία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, στις περιπτώσεις που η προηγηθείσα ποινική διαδικασία έχει καταλήξει σε αθώωση του κατηγορούμενου, τίθεται ζήτημα σεβασμού της αθωωτικής αυτής κρίσης από τον εκ των υστέρων επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστή.
Στο πλαίσιο της σχετικής νομολογίας, δύο είναι τα κεντρικά ζητήματα που απασχόλησαν τον διοικητικό δικαστή:
Αφενός, ο βαθμός της δέσμευσης που παράγει για αυτόν η προηγηθείσα αθωωτική κρίση του ποινικού δικαστή [κατωτέρω υπό Α] και αφετέρου το δικονομικό βάρος επίκλησης και απόδειξης της ύπαρξης «τελικής» ( = αμετάκλητης) αθωωτικής ποινικής απόφασης στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης [κατωτέρω υπό Β]. Πιο συγκεκριμένα:
Α. Ο βαθμός δέσμευσης του διοικητικού δικαστή από την προηγηθείσα αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου
Στο άρθρο 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016 [βλ. ως προς την ισχύουσα μορφή της διάταξης κατωτέρω υπό 3], οριζόταν ότι: «Τα δικαστήρια δεσμεύονται, επίσης, από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν, έναντι όλων, καθώς και από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη».
Καθ’ ερμηνεία της διάταξης αυτής σε συνδυασμό με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, το Συμβούλιο της Επικρατείας παγίως έκρινε τα εξής: «[…] το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει το τεκμήριο αθωότητας, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών, ως “τελική” δε απόφαση, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης νομολογίας, νοείται η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου [βλ. ενδ. ΣτΕ 2951/2013, 2957/2013, 1713/2014, 1879/2014, 1184/2015, 2403/2015 κ.ά.].
Όπως έχει κριθεί, ενόψει της ανωτέρω νομολογίας του ΕΔΔΑ, το εκ των υστέρων επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο, που κρίνει επί της διοικητικής παράβασης της λαθρεμπορίας δεν δεσμεύεται από την οικεία αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αλλά υποχρεούται να τη συνεκτιμήσει και, δη, κατά τρόπο ειδικό, ώστε, εφόσον αποκλίνει από τις ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή, να μην καταλείπονται εύλογες αμφιβολίες ως προς το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, που απορρέει από την τελική έκβαση της ποινικής δίκης (βλ. ΣτΕ 1713-1714/2014, 2069/2014, 1184/2015, 2403/2015) [βλ. ΣτΕ 7μ. 1992/2016, σκ. 9]».
Εντός του πλαισίου αυτού, το Συμβούλιο της Επικρατείας κρίνει, περαιτέρω, ότι ο διοικητικός δικαστής μπορεί να απομακρυνθεί από τις ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή στηριζόμενος α) είτε στη διαφοροποίηση μεταξύ των προϋποθέσεων του ποινικού αδικήματος και της διοικητικής παράβασης [ΣτΕ Ολομ. 4662/2012, σκ. 20, επί μη φορολογικής υπόθεσης] β) είτε στο χαμηλότερο βαθμό απόδειξης της διοικητικής παράβασης που ισχύει στη διοικητική δίκη, σε σχέση με εκείνο που διέπει την ποινική δίκη, για το αντίστοιχο ποινικό αδίκημα [ΣτΕ 7μ. 1992/2016, ό.π., σκ. 9 in fine] γ) είτε (και) σε στοιχεία που δεν είχε λάβει υπόψη του το ποινικό δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο [ΣτΕ2503/2016, σκ. 5 κ.ά.].
Συναφώς, επισημαίνεται ότι στην περίπτωση που η προηγηθείσα αθωωτική ποινική απόφαση ή απαλλακτικό βούλευμα δεν έχει αμετάκλητο χαρακτήρα (και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής του τεκμηρίου αθωότητας) το διοικητικό δικαστήριο απλώς οφείλει να τη/το συνεκτιμήσει, ακόμα και κατά τρόπο γενικό ή και δίχως πανηγυρική εξαγγελία περί τούτου, έχοντας σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να αποστεί από τις σχετικές ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή [βλ. λ.χ. ΣτΕ 2403/2015, σκ. 5 in fine, ΣτΕ 3051/2017, σκ. 9].
Περαιτέρω, έχει κριθεί ότι δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα δέσμευσης του διοικητικού δικαστή από απόφαση ποινικού δικαστηρίου με την οποία παύεται η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, η οποία, άλλωστε, δεν ισοδυναμεί καν με αθωωτική απόφαση [ΣτΕ 722/2014, σκ. 14, ΣτΕ 7μ. 169/2017, σκ. 6].
Τέλος, αναγκαία προϋπόθεση ώστε να παραχθεί υποχρέωση συνεκτίμησης μίας αμετάκλητης ποινικής απόφασης από τον διοικητικό δικαστή είναι η ύπαρξη ταυτότητας προσώπων, η οποία θεωρείται ότι δεν υπάρχει όταν η ποινική διαδικασία κινήθηκε σε βάρος ενός φυσικού προσώπου (λ.χ. διευθύνοντος συμβ. μιας α.ε.) το δε διοικητικό πρόστιμο για την ίδια παράβαση επιβλήθηκε σε βάρος του νομικού προσώπου [ΣτΕ 479/2017, σκ. 7].
Πιο συγκεκριμένα:
ΣτΕ 2503/2016
Βλ. ακόμη ΣτΕ 2403/2015, σκ. 5 in fine, ΣτΕ 3051/2017, σκ. 9, ΣτΕ 70/2019, σκ. 5, ως προς την υποχρέωση απλής [κατά γενικό τρόπο – έστω και χωρίς πανηγυρική εξαγγελία] συνεκτίμηση μη αμετάκλητων αθωωτικών αποφάσεων ποινικών δικαστηρίων
Τεκμήριο αθωότητας · η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ή βούλευμα δεν δεσμεύει το εκ των υστέρων επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο, αλλά παράγει υποχρέωση ειδικής συνεκτίμησης της απαλλακτικής κρίσης · δυνατότητα απόκλισης του διοικητικού δικαστή εφόσον στηριχθεί (και) σε στοιχεία που δεν είχε λάβει υπόψη του το ποινικό δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο · υποχρέωση απλής συνεκτίμησης, έστω κατά τρόπο γενικό ή και δίχως πανηγυρική εξαγγελία της μη αμετάκκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης ή βουλεύματος.
5. Επειδή, το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει το τεκμήριο αθωότητας, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών, ως “τελική” δε απόφαση, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης νομολογίας, νοείται η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Ενόψει της ανωτέρω νομολογίας του ΕΔΔΑ, το εκ των υστέρων επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο, που κρίνει επί της διοικητικής παράβασης της λαθρεμπορίας δεν δεσμεύεται από την οικεία αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου ή το οικείο αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα δικαστικού συμβουλίου, αλλά υποχρεούται να τη/το συνεκτιμήσει και, δη, κατά τρόπο ειδικό, ώστε, εφόσον αποκλίνει από τις ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή, να μην καταλείπονται εύλογες αμφιβολίες ως προς το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, που απορρέει από την τελική έκβαση της ποινικής δίκης/διαδικασίας (βλ. ΣτΕ 1713-1714/2014, 2069/2014, 1184/2015, 2403/2015, 1992/2016 επταμ.), στο πλαίσιο δε αυτό δεν αποκλείεται να στηρίξει την κρίση του περί διάπραξης της αποδοθείσας παράβασης (και) σε στοιχεία που δεν είχε λάβει υπόψη του το ποινικό δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο (βλ. ΣτΕ 1713-1714/2014, 2069/2014, 1184/2015, 2403/2015). Κατά μείζονα λόγο, το διοικητικό δικαστήριο δεν δεσμεύεται από αθωωτική ποινική απόφαση ή απαλλακτικό βούλευμα που δεν έχει αμετάκλητο χαρακτήρα, αλλά απλώς οφείλει να τη/το συνεκτιμήσει, ακόμα και κατά τρόπο γενικό ή και δίχως πανηγυρική εξαγγελία περί τούτου έχοντας σε κάθε περίπτωση τη δυνατότητα να αποστεί από τις σχετικές ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή (βλ. ΣτΕ 2403/2015).
ΣτΕ Ολ. 4662/2012
(μη φορολογική διαφορά)
Τεκμήριο αθωότητας · δυνατότητα απόκλισης του διοικητικού δικαστή από την αθωωτική κρίση του ποινικού δικαστή όταν αυτή στηρίζεται στη διαφοροποίηση μεταξύ των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης του ποινικού αδικήματος και της διοικητικής παράβασης
20. Επειδή, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 48 του προσβαλλόμενου προεδρικού διατάγματος η πειθαρχική δίκη είναι ανεξάρτητη και αυτοτελής έναντι της ποινικής καθώς και οποιασδήποτε άλλης δίκης. Ειδικότερα, η ανεξαρτησία και αυτοτέλεια της πειθαρχικής έναντι της ποινικής δίκης δικαιολογείται ως εκ του ότι οι προεκτεθείσες διατάξεις, οι οποίες διέπουν την πειθαρχική ευθύνη του αστυνομικού προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, που αποτελεί στρατιωτικώς οργανωμένο σώμα ασφαλείας, αποβλέπουν αποκλειστικά στη διασφάλιση της εσωτερικής πειθαρχίας του εν λόγω σώματος η οποία έχει αναχθεί σε θεμελιώδη προϋπόθεση για την επίτευξη της αποστολής του. Κατά συνέπεια τα προβλεπόμενα από το νομοθέτη πειθαρχικά παραπτώματα καθώς και οι οριζόμενες πειθαρχικές ποινές, έχουν ως σκοπό τον υπηρεσιακό σωφρονισμό των αστυνομικών οι οποίοι τελούν σε ιδιαίτερη σχέση διοικητικής εξάρτησης με το κράτος λόγω της φύσης της υπηρεσίας που εκτελούν. Αντιθέτως, οι διατάξεις της ποινικής νομοθεσίας και ειδικότερα οι ποινές που προβλέπονται σ’ αυτήν, αποσκοπούν στη γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του διωκομένου, στο πλαίσιο δε αυτό μπορεί να επιβληθεί ακόμα και στερητική της ελευθερίας ποινή στο πρόσωπο εκείνο που, κατά την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, έχει διαπράξει εγκληματική πράξη. Εξάλλου, για την επιβολή μιας από τις προβλεπόμενες πειθαρχικές ποινές, η βαρύτερη των οποίων έχει ως συνέπεια την οριστική απομάκρυνση του πειθαρχικώς διωκομένου από την υπηρεσία, αρκεί η συνδρομή οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητας ( δόλος ή αμέλεια) στο πρόσωπο αυτού, τα δε αρμόδια πειθαρχικά όργανα κρίνουν την πειθαρχική ευθύνη του διωκομένου υπαλλήλου επί τη βάσει του συνόλου των εγγράφων και των αποδεικτικών μέσων που συγκροτούν το φάκελο της πειθαρχικής δικογραφίας. Ως εκ τούτου, ενόψει και της καθιερούμενης, σύμφωνα με τα ανωτέρω, αυτοτέλειας της πειθαρχικής έναντι της ποινικής δίκης, τα πειθαρχικά όργανα δεν υποχρεούνται, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 48 του προσβαλλόμενου προεδρικού διατάγματος, να προβαίνουν στην αθώωση του πειθαρχικώς διωκόμενου για τα αποδιδόμενα σ’ αυτόν πειθαρχικά παραπτώματα εκ μόνου του λόγου ότι ο πειθαρχικώς διωκόμενος έχει τυχόν αθωωθεί από το ποινικό δικαστήριο. Συνεπώς, τα πειθαρχικά όργανα δεσμεύονται, κατά τη διαπίστωση της διάπραξης του πειθαρχικού αδικήματος και την επιβολή πειθαρχικής ποινής, μόνον από την κρίση της ποινικής απόφασης περί της υπάρξεως ή της ανυπαρξίας των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού παραπτώματος. Κατά τα λοιπά η απόφαση του ποινικού δικαστηρίου συνεκτιμάται από τα πειθαρχικά όργανα, όπως ορίζεται ρητά στην παρ. 2 του άρθρου 48 του προσβαλλόμενου προεδρικού διατάγματος, τα οποία μπορεί να εκδώσουν απόφαση διαφορετική από εκείνο, στηρίζοντας την κρίση τους στις διαφορετικές προϋποθέσεις που θέτουν οι ρυθμίσεις του πειθαρχικού δικαίου, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, για τη θεμελίωση της πειθαρχικής ευθύνης του διωκομένου υπαλλήλου και την επιβολή πειθαρχικής ποινής. Επομένως, η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται σε κάποια διάταξη του Συντάγματος ή της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων Ανθρώπου υπό την αυτονόητη, πάντως, προϋπόθεση ότι τα πειθαρχικά όργανα δεν αμφισβητούν την ποινική αθώωση του πειθαρχικώς διωκομένου ούτε χρησιμοποιούν διατυπώσεις που υποδηλώνουν ότι τίθεται υπό αμφισβήτηση η αθώωσή του από το ποινικό δικαστήριο (βλ. τις αποφάσεις ΕΔΔΑΔ Υ κατά Νορβηγίας, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδος, Vanjak κατά Κροατίας και Hrdalo κατά Κροατίας). Επομένως, ο προβαλλόμενος λόγος ακυρώσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΣτΕ 7μ. 1992/2016
Bλ. ακόμη ΣτΕ 538/2019, σκ. 5, ΣτΕ 297/2019, σκ. 5, κ.ά
Τεκμήριο αθωότητας · ο εκ των υστέρων επιλαμβανόμενος διοικητικός δικαστής μπορεί να αποκλίνει από την αμετάκλητη απαλλακτική κρίση του πονικού δικαστηρίου στηριζόμενος, μεταξύ άλλων, στο διαφορετικό (χαμηλότερο) βαθμό/επίπεδο απόδειξης των παραβάσεων φοροδιαφυγής που ισχύει στη διοικητική δίκη σε σχέση με εκείνο που διέπει την ποινική δίκη
9…Εξάλλου, το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει το τεκμήριο αθωότητας, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών, ως “τελική” δε απόφαση, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης νομολογίας, νοείται η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου (βλ. ΣτΕ 2951/2013, 2957/2013, 1713/2014, 1879/2014, 1184/2015, 2403/2015 κ.ά.). Όπως έχει κριθεί, ενόψει της ανωτέρω νομολογίας του ΕΔΔΑ, το εκ των υστέρων επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο, που κρίνει επί της διοικητικής παράβασης της λαθρεμπορίας δεν δεσμεύεται από την οικεία αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αλλά υποχρεούται να τη συνεκτιμήσει και, δη, κατά τρόπο ειδικό, ώστε, εφόσον αποκλίνει από τις ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή, να μην καταλείπονται εύλογες αμφιβολίες ως προς το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, που απορρέει από την τελική έκβαση της ποινικής δίκης (βλ. ΣτΕ 1713-1714/2014, 2069/2014, 1184/2015, 2403/2015), στο πλαίσιο δε αυτό ο διοικητικός δικαστής μπορεί να στηριχθεί και στο διαφορετικό (χαμηλότερο) βαθμό/επίπεδο απόδειξης των παραβάσεων φοροδιαφυγής που ισχύει στη διοικητική δίκη σε σχέση με εκείνο που διέπει την ποινική δίκη, για τα αντίστοιχα ποινικά αδικήματα, ενόψει και του ότι στην ποινική δίκη υπάρχει ο κίνδυνος στέρησης της προσωπικής ελευθερίας και όχι απλώς περιουσιακών στοιχείων (πρβλ. ΣτΕ 884/2016 επταμ. σκέψη 8, Ολομ. 1741/2015 σκέψη 14 και 2067/2011 επταμ. σκέψη 13, σε συνδυασμό με ΕΔΔΑ 14.10.2010, 29889/04, Vanjak κατά Κροατίας, σκέψη 68 και ΕΔΔΑ 11.2.2003, Y. v. Norway, 56568/00, σκέψη 41).
ΣτΕ 538/2019
[περιεκτική μείζονα]
Όμοια κρίση
5. ….. Εξάλλου, το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει το τεκμήριο αθωότητας, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών, ως “τελική” δε απόφαση, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης νομολογίας, νοείται η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Ενόψει της ανωτέρω νομολογίας του ΕΔΔΑ, το εκ των υστέρων επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο, που κρίνει επί της διοικητικής παραβάσεως της λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από την οικεία αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αλλά υποχρεούται να τη συνεκτιμήσει και, δη, κατά τρόπο ειδικό, ώστε, εφόσον αποκλίνει από τις ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή, να μην καταλείπονται εύλογες αμφιβολίες ως προς τον σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας που απορρέει από την τελική έκβαση της ποινικής δίκης (βλ. ΣτΕ 1102-1104/2018 7μ., 951/2018 7μ., 434/2017 7μ., 167-169/2017 7μ., 1992/2016 7μ.), στο πλαίσιο δε αυτό δεν αποκλείεται να στηρίξει την κρίση του περί διαπράξεως της αποδοθείσας παραβάσεως (και) σε στοιχεία που δεν είχε λάβει υπόψη του το ποινικό δικαστήριο (βλ. ΣτΕ 434/2017 7μ., 2503/2016, 2403/2015, 2069/2014) ή στον διαφορετικό (χαμηλότερο) βαθμό/επίπεδο αποδείξεως των παραβάσεων φοροδιαφυγής που ισχύει στη διοικητική δίκη σε σχέση με εκείνο που διέπει την ποινική δίκη για τα αντίστοιχα ποινικά αδικήματα (βλ. ΣτΕ 434/2017 7μ., 1992/2016 7μ.).
ΣτΕ 7μ. 169/2017
Αμετάκλητο βούλευμα που παύει τη σχετική ποινική δίωξη, λόγω παραγραφής του ποινικού αδικήματος, δεν δεσμεύει τον διοικητικό δικαστή · ενόψει της αιτιολογικής του βάσης, ο διοικητικός δικαστής δεν οφείλει καν να το συνεκτιμήσει
6. Επειδή, το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει το τεκμήριο αθωότητας, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών, ως “τελική” δε απόφαση, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης νομολογίας, νοείται η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Ενόψει της ανωτέρω νομολογίας του ΕΔΔΑ, το εκ των υστέρων επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο, που κρίνει επί της διοικητικής παράβασης της λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από την οικεία αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου ή το οικείο αμετάκλητο απαλλακτικό βούλευμα δικαστικού συμβουλίου, αλλά υποχρεούται να τη/το συνεκτιμήσει και, δη, κατά τρόπο ειδικό, ώστε, εφόσον αποκλίνει από τις ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή, να μην καταλείπονται εύλογες αμφιβολίες ως προς το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, που απορρέει από την τελική έκβαση της ποινικής δίκης/διαδικασίας (βλ. ΣτΕ 1713-1714/2014, 2069/2014, 1184/2015, 2403/2015, 1992/2016 επταμ., 2503/2016). Εξάλλου, το διοικητικό δικαστήριο, κρίνοντας υπόθεση διοικητικής παράβασης λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από τυχόν αμετάκλητο βούλευμα που παύει τη σχετική ποινική δίωξη εναντίον του προσφεύγοντος, λόγω παραγραφής του ποινικού αδικήματος της λαθρεμπορίας (πρβλ. ΕΔΔΑ decision 13.9.2007, 27521/04, Moullet κατά Γαλλίας), ούτε, άλλωστε, ενόψει της αιτιολογικής βάσης τέτοιου βουλεύματος ανακύπτει ζήτημα συνεκτίμησής του από το διοικητικό δικαστήριο, στο πλαίσιο της κρίσης του για τη διάπραξη ή μη της επίμαχης διοικητικής παράβασης (βλ. ΣτΕ 3264/2014). Συναφώς, δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό από τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις υποθέσεις Διαμαντίδης κατά Ελλάδας (71563/01), Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας (35522/04), Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας (3453/12, 42941/12, 9028/13), Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας (66602/09, 71879/12 – στην υπόθεση Σισμανίδη, η αιτίαση περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη) και Παραπονιάρης κατά Ελλάδας (42132/06), τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων, προεχόντως διότι οι τέσσερεις πρώτες αποφάσεις δεν αφορούσαν σε περιπτώσεις παραγραφής των ποινικών αδικημάτων, ενώ στην τελευταία υπόθεση (Παραπονιάρης) η διαπιστωθείσα παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του προσφεύγοντος δεν είχε σχέση με κάποια διοικητική διαδικασία ή δίκη, αλλά έλαβε χώρα αποκλειστικά στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας σε βάρος του, στην οποία το δικαστικό συμβούλιο, αν και έπαυσε την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής, του επέβαλε χρηματική ποινή.
ΣτΕ 479/2017
Τεκμήριο αθωότητας · δεν παράγεται υποχρέωση συνεκτίμησης αθωωτικής ποινικής απόφασης όταν δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπων [αθωωτική ποινική απόφαση για τον διευθύνοντα σύμβουλο α.ε. / επιβολή προστίμου ΚΒΣ σε βάρος της α.ε.]
7. Επειδή, περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αιτούσα προβάλλει ότι κατά παράβαση του τεκμηρίου αθωότητας που θεσπίζει το άρθρο 6 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α. δεν συνεκτιμήθηκαν από το δικάσαν εφετείο αφενός η ……… απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ……… κηρύχθηκε αθώος του αδικήματος της λήψης των επίδικων εικονικών τιμολογίων, αφετέρου μία σειρά αθωωτικών αποφάσεων ποινικών δικαστηρίων, με τις οποίες αθωώθηκαν οι νόμιμοι εκπρόσωποι άλλων εταιρειών για λήψη εικονικών τιμολογίων ομοίως από τον Ευάγγελο Τυλιγάδη. Και ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι η ανωτέρω απόφαση (58774/1999) – όπως βεβαίως και οι λοιπές αθωωτικές αποφάσεις των οποίων γίνεται επίκληση – δεν αφορά, κατά τα ανωτέρω, εν πάση περιπτώσει το νομικό πρόσωπο της αναιρεσείουσας εταιρείας, αλλά φυσικό πρόσωπο (το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής) και, επομένως, δεν συντρέχει ταυτότητα προσώπων, ώστε, σε περίπτωση που πρόκειται για την ίδια υπόθεση, να ανακύπτει ειδική υποχρέωση λήψης υπόψιν αυτής (π.ρ.β.λ. απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. της 6.12.2007, Γιαννετάκης Ε. και Σ. Μεταφορική Ε.Π.Ε. κλπ. κατά Ελλάδος, 29829/2005, ΣτΕ 3968/2014, 3338/2013).
ΣτΕ 175/2018
Τεκμήριο αθωότητας · προκειμένου να ενεργοποιηθεί, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δείξει ότι η ποινική διαδικασία συνδέεται κατ’ ουσίαν προς την διοικητική διαδικασία και αντίστοιχη διοικητική δίκη [ύπαρξη ορισμένου συνδέσμου / «link»] · συνακόλουθα, δεν ανακύπτει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, σε περίπτωση στην οποία το διοικητικό δικαστήριο αποφαίνεται επί υπόθεσης επιβολής προστίμου του Κ.Β.Σ. για παραβατική συμπεριφορά (όπως η έκδοση εικονικού φορολογικού στοιχείου), η οποία δεν (προκύπτει ότι) είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημη ή, έστω, συναφής με εκείνη στην οποία αφορά η αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που επικαλείται ο προσφεύγων ως σχετική
5. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του εδαφίου β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (όπως αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο, πριν από την αντικατάσταση της ανωτέρω παραγράφου με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016, Α΄ 240), όταν το διοικητικό δικαστήριο κρίνει επί υπόθεσης επιβολής προστίμου του Κ.Β.Σ. για έκδοση εικονικού φορολογικού στοιχείου, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση (οπότε δεσμεύεται ως προς την ενοχή του δράστη), αλλά υποχρεούται να τη συνεκτιμήσει κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του [πρβλ. ΣτΕ 3076/2017, 434/2017 επταμ., 2403/2015, 1741/2015 Ολομ. κ.ά.). Εξάλλου, το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει το τεκμήριο αθωότητας, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών, ως “τελική” δε απόφαση, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης νομολογίας, νοείται η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Προκειμένου να ενεργοποιηθεί το τεκμήριο αθωότητας από την ανωτέρω άποψη, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δείξει ότι η ποινική διαδικασία συνδέεται κατ’ ουσίαν προς την διοικητική διαδικασία και αντίστοιχη διοικητική δίκη (πρβλ. ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 12.7.2013, 25424/09, Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψεις 94, 103 και 104, ΕΔΔΑ 18.10.2016, 21107/07, Alkasi v. Turkey, σκέψεις 25-28, καθώς και ΣτΕ Ολομ. 4662/2012). Επομένως, δεν ανακύπτει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, από την ανωτέρω άποψη, σε περίπτωση στην οποία το διοικητικό δικαστήριο αποφαίνεται επί υπόθεσης επιβολής προστίμου του Κ.Β.Σ. για παραβατική συμπεριφορά (όπως η έκδοση εικονικού φορολογικού στοιχείου), η οποία δεν (προκύπτει ότι) είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημη ή, έστω, συναφής με εκείνη στην οποία αφορά η αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που επικαλείται ο προσφεύγων ως σχετική. Εξάλλου, δεν συνάγεται κάτι διαφορετικό από τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ στις υποθέσεις Διαμαντίδης κατά Ελλάδας (71563/01), Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας (35522/04), Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας (3453/12, 42941/12, 9028/13) και Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας (66602/09, 71879/12).
8. Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται επιπλέον ότι η προεκτεθείσα κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου σχετικά με την επιρροή της ………./2015 αμετάκλητης απόφασης του …… Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ. Συναφώς, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι η εν λόγω κρίση είναι αντίθετη προς τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, Διαμαντίδης κατά Ελλάδας, Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας και Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας. Ωστόσο, ανεξάρτητα από το εάν ο λόγος προβάλλεται εκ συμφέροντος τρίτου (των φυσικών προσώπων που κηρύχθηκαν αθώα με την ανωτέρω ποινική απόφαση) ή εάν το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο είχε την υποχρέωση να συνεκτιμήσει την προαναφερόμενη αθωωτική απόφαση, με την οποία απαλλάχθηκε ποινικής κατηγορίας όχι η αναιρεσείουσα αλλά ο νόμιμος εκπρόσωπός της (πρβλ. ΣτΕ 479/2017, 3338/2013), πάντως η επίμαχη κρίση της αναιρεσιβαλλομένης στηρίζεται (αυτοτελώς) και στην (επάλληλη) αιτιολογία ότι από μόνο το προσκομισθέν διατακτικό της ανωτέρω αθωωτικής ποινικής απόφασης δεν προκύπτει ότι αυτή αφορά στην ένδικη παράβαση. Η αιτιολογία αυτή συνάδει προς όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 5 αναφορικά με την έννοια της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και ουδόλως έρχεται σε αντίθεση προς τα κριθέντα με τις ανωτέρω αποφάσεις του ΕΔΔΑ που επικαλείται η αναιρεσείουσα. Εξάλλου, ναι μεν η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι με την προαναφερόμενη ποινική απόφαση ο νόμιμος εκπρόσωπός της αθωώθηκε από την κατηγορία έκδοσης εικονικού τιμολογίου για την ίδια υπόθεση και ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι υφίσταται διαφοροποίηση μεταξύ του χρόνου τέλεσης της πράξης για την οποία έκρινε το ποινικό δικαστήριο και του χρόνου έκδοσης του επίμαχου τιμολογίου, αλλά ο εν λόγω ισχυρισμός πλήττει απαραδέκτως την εκ μέρους του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου εκτίμηση του περιεχομένου μη διαδικαστικού της δίκης εγγράφου. Τούτων έπεται ότι, όσον αφορά την ως άνω αυτοτελή/επάλληλη αιτιολογική βάση της επίδικης κρίσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι στοιχειοθετείται (έμμεση) ερμηνευτική αντίθεσή της προς τις ανωτέρω αποφάσεις του ΕΔΔΑ, από τις οποίες, άλλωστε, δεν προκύπτει (και, δη, κατά τρόπο αρκούντως σαφή) ότι η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο το οποίο κρίνει επί της τέλεσης από ορισμένο πρόσωπο παράβασης της φορολογικής νομοθεσίας δεσμεύεται από αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που αφορά στο ίδιο πρόσωπο και στην ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση που του απέδωσε η Διοίκηση (βλ. ΣτΕ 3076/2017, 434/2017 επταμ. 167-169/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ., 2403/2015, 2069/2014, 1713/2014). Κατά συνέπεια, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, βάσει της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989.
Β. Το βάρος επίκλησης και απόδειξης της ύπαρξης αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης
Όπως εκτέθηκε ήδη, αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή της ουσιαστικής πτυχής του τεκμηρίου αθωότητας στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης είναι η ύπαρξη προηγούμενης αμετάκλητης αθωωτικής ποινικής απόφασης ή απαλλακτικού βουλεύματος.
Ένα σημαντικό ζήτημα το οποίο απασχόλησε το Συμβούλιο της Επικρατείας, αλλά και το ΕΔΔΑ στην απόφαση Καπετάνιος κ.λπ. κατά Ελλάδας [απόφαση της 30.4.2015] ήταν το βάρος επίκλησης και απόδειξης της ύπαρξης της αμετάκλητης αυτής αθωωτικής ποινικής απόφασης ή βουλεύματος.Συναφώς, στο άρθρο 5 παρ. 4 του ΚΔΔ (όπως ισχύει και σήμερα) ορίζεται ότι:
«4. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και αυτεπαγγέλτως, εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας». Kαθ’ ερμηνεία της διάταξης αυτής, το Συμβούλιο της Επικρατείας ανέκαθεν δεχόταν ότι:
«κατά της έννοια της διάταξης αυτής και της προεκτεθείσας ρύθμισης της παρ. 2 του ίδιου άρθρου του Κ.Δ.Δ., το διοικητικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το αμετάκλητο απόφασης ποινικού δικαστηρίου μόνον όταν του προβάλλεται προσηκόντως εκ μέρους ενός των διαδίκων, αυτεπαγγέλτως δε, κατά τη ρητή διάταξη της παρ. 4, μόνον «εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας».
Συνεπώς, όταν μεταξύ των στοιχείων υπόθεσης περιλαμβάνεται πρωτόδικη απόφαση ποινικού δικαστηρίου και δεν προβάλλεται ούτε προκύπτει ότι κατέστη αμετάκλητη, το διοικητικό δικαστήριο καμία υποχρέωση δεν έχει να εκδώσει προδικαστική απόφαση προκειμένου να διαπιστώσει μην τυχόν κατέστη αμετάκλητη» [ΣτΕ 7μ. 1522/2010, σκ. 8, 2951/2013, 4610/2013, 486/2014, κ.ά].
Συναφώς δε, στο άρθρο 150 παρ. 1 ΚΔΔ ορίζεται ότι: «1. Τα έγγραφα και οι μαρτυρικές κατά το άρθρο 185 καταθέσεις πρέπει απαραιτήτως να προσάγονται στο δικαστήριο ως την προηγούμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία γίνεται η πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Η προσαγωγή τους σε μεταγενέστερη συζήτηση επιτρέπεται μόνον όταν, κατά ειδικώς αιτιολογημένη κρίση του δικαστηρίου, η έγκαιρη προσαγωγή τους ήταν αδύνατη».
Επομένως, στην περίπτωση που η αμετάκλητη ποινική απόφαση προσκομισθεί μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπ’ όψιν [ΣτΕ 3616/2011, σκ. 6], εκτός και εάν το δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του [βλ. λ.χ. ΣτΕ 1758/2014, σκ. 7], διατάξει κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 151 ΚΔΔ με προδικαστική απόφασή του, η οποία εκδίδεται κατόπιν αιτήματος διαδίκου ή αυτεπαγγέλτως, την συμπλήρωση των αποδείξεων, ώστε να προσκομισθεί η ποινική απόφαση πριν από τη νέα συζήτηση της υπόθεσης.
Εξάλλου, κατ’ αρχήν, απαράδεκτη είναι και η επίκληση και προσκόμιση της ποινικής απόφασης το πρώτον ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας δικάζοντος κατ’ αναίρεση, δεδομένου ότι αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου είναι τα σφάλματα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης [βλ., κατωτέρω, ΣτΕ 2403/2015, κ.ά].
Ωστόσο, η ανωτέρω νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, προς στιγμήν, κλονίσθηκε από σχετική κρίση του ΕΔΔΑ στην απόφαση Καπετάνιος κ.λπ. κατά Ελλάδος, της 30.4.2015 [σκ. 66]. Η υπόθεση αυτή αφορούσε στην εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας αλλά και της αρχής ne bis in idem στην περίπτωση, μεταξύ άλλων, ενός προσφεύγοντος [Νικολόπουλος] ο οποίος είχε μεν επικαλεσθεί ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων την ύπαρξη αθωωτικής ποινικής απόφασης που αφορούσε τις κρινόμενες διοικητικές παραβάσεις, την προσκόμισε όμως μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου και ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, δικάζοντος κατ’ αναίρεση.
Το ΕΔΔΑ έκρινε ότι το διοικητικό δικαστήριο που είχε επιληφθεί́ της υπόθεσης όφειλε να εξετάσει με δική́ του πρωτοβουλία τις επιπτώσεις που οι επίμαχες αθωωτικές αποφάσεις μπορούσαν να επιφέρουν στο πλαίσιο της εκκρεμούς διοικητικής διαδικασίας.
Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, σε αντίθετη περίπτωση, η μη συνεκτίμηση του στοιχείου της πρώτης “ποινικής διαδικασίας” θα ισοδυναμούσε με εκούσια ανοχή μίας κατάστασης στην εσωτερική έννομη τάξη που ενδεχομένως να παραγνωρίζει την αρχή ne bis in idem.
Προσοχή!!!:Ακόμη όμως και μετά τη δημοσίευση της ως άνω απόφασης του ΕΔΔΑ (Καπετάνιος κλπ κατά Ελλάδος), το Συμβούλιο της Επικρατείας πρώτα με την απόφαση ΣτΕ 2403/2015, σκ. 7 και εν συνεχεία με την απόφαση ΣτΕ 7μ. 1993/2016, σκ. 11, 15 και 16, η οποία εκδόθηκε επί αιτήσεως του ίδιου διαδίκου περί επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον του ΣτΕ κατόπιν της καταδικαστικής αυτής απόφασης του ΕΔΔΑ [βλ. ακόμη ΣτΕ3073/2017, σκ. 5, κ.ά], αντέκρουσε την σχετική επιχειρηματολογία του ΕΔΔΑ και ενέμεινε στην αρχική του θέση αναφορικά με την ύπαρξη υποχρέωσης αυτεπάγγελτου ελέγχου του αμετακλήτου της ποινικής απόφασης, αποκλειστικά και μόνο στην περίπτωση που το αμετάκλητο αυτό προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, αποδίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην αρχή της επικουρικότητας που διέπει την ΕΣΔΑ και στη συναφή αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών – μελών στο πλαίσιο του ενωσιακού δικαίου.
ΣτΕ 7μ. 1993/2016
Βάρος απόδειξης του αμετακλήτου της οικείας ποινικής απόφασης φέρει ο προσφεύγων · το διοικητικό δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως το αμετάκλητο της ποινικής απόφασης μόνο εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας · αποδεικτικά στοιχεία περί της ύπαρξης αμετάκλητης ποινικής απόφασης που προσκομίζονται μετά την προτεραία της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας ή το πρώτον κατ’ αναίρεση νομίμως, κατ’ αρχήν, δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν · η ρύθμιση αυτή συνάδει με την αρχή της επικουρικότητας της ΕΣΔΑ και την αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών – μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης
11. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4 του ΚΔΔ ορίζει ότι «Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και αυτεπαγγέλτως, εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας». Εξάλλου, η παράγραφος 1 του άρθρου 150 του ΚΔΔ, το οποίο επιγράφεται «Προαπόδειξη», ορίζει ότι «Τα έγγραφα και οι μαρτυρικές κατά το άρθρο 185 καταθέσεις πρέπει απαραιτήτως να προσάγονται στο δικαστήριο ως την προηγούμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία γίνεται η πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. Η προσαγωγή τους σε μεταγενέστερη συζήτηση επιτρέπεται μόνον όταν, κατά ειδικώς αιτιολογημένη κρίση του δικαστηρίου, η έγκαιρη προσαγωγή τους ήταν αδύνατη». Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 150, που επιβάλλει θεμιτό περιορισμό του (κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ) δικαιώματος δικαστικής προστασίας, προκύπτει με σαφήνεια ότι η επίκληση και προσκόμιση, ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, αποδεικτικών στοιχείων, όπως αντίγραφο σχετικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου (ή/και στοιχεία περί του αμετακλήτου αυτής), πρέπει να διενεργείται, επί ποινή απαραδέκτου της οικείας διαδικαστικής πράξης, κατ’ αρχήν, μέχρι την προτεραία της πρώτης συζήτησης. Με εξαίρεση την περίπτωση στην οποία η έγκαιρη, κατά τα ανωτέρω, κατάθεσή τους ήταν αδύνατη, έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει μετά την ημέρα αυτή (λ.χ. με υπόμνημα μετά από τη συζήτηση) είναι απαράδεκτα και νομίμως δεν λαμβάνονται υπόψη από το δικάζον διοικητικό δικαστήριο, το οποίο δεν μπορεί να τα εκτιμήσει (βλ. ΣτΕ 2683/2006, 952/2011, 3616/2011 επταμ., 1222/2012, 4165/2012, 1747/2013, 2949/2013, 1157/2014, 1280/2014, 3132/2014, 661/2016) ούτε, άλλωστε, υποχρεούται να εκδώσει προδικαστική απόφαση για συμπλήρωση, κατά τούτο, των αποδείξεων (βλ. λ.χ. ΣτΕ 1758/2014) ή να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το θέμα, ενόψει και των οριζόμενων στο άρθρο 5 παρ. 4 του ΚΔΔ (πρβλ. ΣτΕ 1522/2010 επταμ., 2951/2013, 4610/2013, 486/2014, 1879/2014, 2403/2015, 421/2014 σε συμβούλιο, 2375/2013 σε συμβούλιο κ.ά.). Επομένως, όταν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει απαραδέκτως, με υπόμνημα μετά από τη συζήτηση ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ο διοικητικός δικαστής δεν λαμβάνει νομίμως γνώση του στοιχείου αυτού και, συνακόλουθα, της οικείας ποινικής διαδικασίας, με συνέπεια να μην πληρούται η αντίστοιχη, αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη, προϋπόθεση για την εφαρμογή και, περαιτέρω, για τη διαπίστωση της παραβίασης των επιταγών του ne bis in idem και του τεκμηρίου αθωότητας. Περαιτέρω, η επίκληση και προσκόμιση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας τέτοιου αποδεικτικού στοιχείου, το οποίο ο αναιρεσείων παρέλειψε να επικαλεσθεί και να καταθέσει στο δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, χωρίς να προκύπτει ότι αυτός αδυνατούσε (ή ήταν υπερβολικά δυσχερές γι’ αυτόν) να προβεί στην εν λόγω διαδικαστική ενέργεια, είναι προφανώς απαράδεκτη (βλ. ΣτΕ 3616/2011 επταμ., 4165/2012, 1747/2013, 2403/2015), διότι γίνεται όχι στο πλαίσιο απόδοσης νομικού σφάλματος στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αλλά με σκοπό την εκ των υστέρων κάλυψη της ανωτέρω παράλειψης του διαδίκου (πρβλ. ΣτΕ 2403/2015), η θεραπεία της οποίας δεν μπορεί κατά το νόμο να αποτελέσει λόγο αναίρεσης της προσβαλλόμενης δικαστικής απόφασης και κείται αναμφίβολα εκτός των ορίων του αναιρετικού ελέγχου και της αντίστοιχης δικαιοδοσίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως Αναιρετικού Δικαστηρίου. Εξάλλου, σε σχέση με την ερμηνεία και την εφαρμογή των παραπάνω ημεδαπών δικονομικών κανόνων, επισημαίνεται ότι δεν συνάγεται κάτι διαφορετικό από τις επιταγές της ΕΣΔΑ που μνημονεύονται στη σκέψη 10 ούτε, άλλωστε, από τις ανάλογες επιταγές του πρωτογενούς δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), λαμβανομένης υπόψη της θεμελιώδους αρχής της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών (πρβλ. ΣτΕ 2403/2015). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την αρχή αυτή, απόκειται κατ’ αρχήν σε κάθε κράτος μέλος να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες κατ’ εφαρμογή των οποίων παρέχεται έννομη προστασία των προβλεπόμενων από το ευρωπαϊκό δίκαιο δικαιωμάτων των ιδιωτών, υπό την προϋπόθεση ότι οι κανόνες αυτοί, αφενός, δεν είναι λιγότερο ευνοϊκοί από εκείνους που αφορούν παρόμοιες ένδικες προσφυγές βάσει του εσωτερικού δικαίου (αρχή της ισοδυναμίας) και, αφετέρου, δεν καθιστούν αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που χορηγεί το ευρωπαϊκό δίκαιο (αρχή της αποτελεσματικότητας). Η εν λόγω αρχή όχι μόνο διακηρύσσεται παγίως στη νομολογία του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ήδη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΚ/ΔΕΕ – βλ. λ.χ. αποφάσεις Van Schijndel και van Veen, C-430/93 και C-431/93, EU:C:1995:441, σκέψη 17· Unibet, C-432/05, EU:C:2007:163, σκέψεις 39 και 43, καθώς και van der Weerd κ.λπ., C-222/05 έως C-225/05, EU:C:2007:318, σκέψη 28), αλλά συνάγεται με σαφήνεια και από την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ κατά την οποία ο αιτών υποχρεούται, επί ποινή απαραδέκτου της αίτησής του (βλ. άρθρ. 35 παρ. 1 της ΕΣΔΑ), να έχει διατυπώσει κατ’ ουσίαν το οικείο παράπονό του στο αρμόδιο εθνικό δικαστήριο, τηρώντας τις προθεσμίες και λοιπές τυπικές απαιτήσεις του εθνικού δικαίου και, περαιτέρω, οφείλει να έχει χρησιμοποιήσει κάθε δικονομική δυνατότητα που του χορηγεί η εσωτερική έννομη τάξη και η οποία είναι ικανή να αποτρέψει την (προβαλλόμενη) παραβίαση των δικαιωμάτων του που απορρέουν από την ΕΣΔΑ [βλ. λ.χ. αποφάσεις του ΕΔΔΑ 19.3.1991, Cardot v. France, σκέψη 34· ΕΔΔΑ Ολομ. 16.9.1996, 21893/93, Akdivar and Others v. Turkey, σκέψη 66· ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 25.3.2014, 17153/11 κ.λπ., Vučković and Others v. Serbia, σκέψη 72 και ΕΔΔΑ 20.1.2015, 14946/08 κ.λπ., Yurtsever and Others v. Turkey, σκέψη 85]. Ειδικότερα, η ανωτέρω αρχή, που ισχύει, μεταξύ άλλων, για τους κανόνες περί απόδειξης και περί βάρους απόδειξης στις τελωνειακές διαφορές (βλ. ΔΕΕ Unitrading, C-437/13, EU:C:2014:2318, σκέψεις 27 και 33· Direct Parcel Distribution Belgium, C-264/08, EU:C:2010:43, σκέψεις 33 και 34), καλύπτει και το ζήτημα της μη αυτεπάγγελτης εξέτασης από τον εθνικό δικαστή της συνδρομής ορισμένου πραγματικού ή νομικού στοιχείου, όπως η ύπαρξη (και ο αμετάκλητος χαρακτήρας) σχετικής ποινικής απόφασης, που συνιστά προϋπόθεση για την εφαρμογή κανόνων της ΕΣΔΑ (ή/και του ενωσιακού δικαίου) και την οποία δεν επικαλούνται ή/και δεν αποδεικνύουν νομίμως οι διάδικοι που έχουν συμφέρον προς τούτο. Πράγματι, ενόψει των αναγκών προστασίας των δικαιωμάτων άμυνας του αντιδίκου, διασφάλισης της ομαλής διεξαγωγής της δίκης και αποφυγής καθυστερήσεων συμφυών προς τη διερεύνηση τέτοιων στοιχείων, η προαναφερόμενη αρχή της αποτελεσματικότητας του ευρωπαϊκού δικαίου δεν επιβάλλει στον εθνικό δικαστή την υποχρέωση να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τη συνδρομή ενός τέτοιου στοιχείου (πρβλ. τις προαναφερόμενες αποφάσεις του ΔΕΚ Van Schijndel και van Veen, σκέψεις 19-22, καθώς και van der Weerd, σκέψεις 33-42), τούτο δε ισχύει, ιδίως, στο πεδίο των φορολογικών και τελωνειακών διαφορών, όπου η κατά το δυνατόν ταχεία επίλυσή τους από το δικαστή, η οποία, άλλωστε, συνιστά επιταγή του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (βλ. λ.χ. ΕΔΔΑ 21.5.2015, 53723/13, Zavodnik v. Slovenia, σκέψη 72, στην οποία σημειώνεται ότι το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ απαιτεί από τα κράτη μέλη τη θέσπιση δικονομικών ρυθμίσεων που να εξυπηρετούν την ανάγκη ταχείας και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης), έχει μεγάλη σημασία για τη δημοσιονομική διαχείριση και την εν γένει οικονομική ζωή της χώρας (πρβλ. ΣτΕ 761/2014 επταμ.). Άλλωστε, η αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη νομολογία του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία η ύπαρξη της πρώτης (ποινικής) διαδικασίας πρέπει να είναι γνωστή στο διοικητικό δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η δεύτερη διαδικασία, προϋποθέτει λογικά ότι ο διοικητικός δικαστής δεν έχει, με βάση την ΕΣΔΑ, υποχρέωση αυτεπάγγελτης έρευνας του ζητήματος. Συνεπώς, σε υπόθεση, όπως η παρούσα, στην οποία δεν προκύπτει ότι ήταν αδύνατη (ή υπερβολικά δυσχερής) για τον αιτούντα η επίκληση και η τεκμηρίωση, ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου, της ύπαρξης (και του αμετακλήτου της) σχετικής αθωωτικής ποινικής απόφασης, προς στήριξη της άσκησης των ως άνω θεμελιωδών δικαιωμάτων του από την ΕΣΔΑ (και το ενωσιακό δίκαιο), δεν ανακύπτει ζήτημα παραβίασης της αρχής της αποτελεσματικότητας. Επιπλέον, δεν γεννάται αμφιβολία ως προς την τήρηση και της ανωτέρω αρχής της ισοδυναμίας, καθώς οι προαναφερόμενες εθνικές δικονομικές ρυθμίσεις εφαρμόζονται γενικά στα ένδικα βοηθήματα και μέσα, ανεξαρτήτως του εάν (τα προβαλλόμενα με αυτά παράπονα) στηρίζονται στο εσωτερικό ή στο ευρωπαϊκό δίκαιο. Συνεπώς, ο προαναφερόμενος εθνικός δικονομικός κανόνας, κατά τον οποίο το Διοικητικό Εφετείο δεν μπορεί να λάβει υπόψη του και να εκτιμήσει (ενδεχομένως σχετική με την ενώπιόν του διαφορά) απόφαση ποινικού δικαστηρίου που του υποβλήθηκε εκπρόθεσμα, μετά από τη συζήτηση, ούτε υποχρεούται να εκδώσει προδικαστική απόφαση για συμπλήρωση, κατά τούτο, των αποδείξεων ή να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το θέμα της ύπαρξης (και του αμετακλήτου) τέτοιας απόφασης, είναι συμβατός με την ΕΣΔΑ και το πρωτογενές δίκαιο της ΕΕ (πρβλ. ΣτΕ 2403/2015). Επιπρόσθετα είναι οπωσδήποτε θεμιτός και ο δικονομικός κανόνας περί απαραδέκτου της επίκλησης και προσκόμισης τέτοιου αποδεικτικού στοιχείου ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο, ως Αναιρετικό Δικαστήριο, δεν εξετάζει εκ νέου την υπόθεση, σαν να ήταν δικαστήριο πλήρους δικαιοδοσίας, αλλά ασκεί περιορισμένο έλεγχο επί (νομικών σφαλμάτων) της προσβαλλόμενης δικαστικής απόφασης, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις του π.δ. 18/1989, οι οποίες συνάδουν προς το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (πρβλ. a fortiori ΕΔΔΑ 2.6.2016, 18880/15, Παπαϊωάννου κατά Ελλάδας, σκέψεις 39-51, πρβλ. επίσης ΕΔΔΑ 19.12.1997, 155/1996/774/975, Brualla Gómez de la Torre v. Spain, σκέψεις 33-39)».
ΣτΕ 3073/2017
Bλ. ακόμη ΣτΕ 7μ. 1735/2018, σκ. 4, κ.ά
Όμοια κρίση · βάρος απόδειξης του αμετακλήτου της οικείας ποινικής απόφασης φέρει ο προσφεύγων · το διοικητικό δικαστήριο λαμβάνει υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως το αμετάκλητο της ποινικής απόφασης, μόνο εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας · αποδεικτικά στοιχεία περί της ύπαρξης αμετάκλητης ποινικής απόφασης που προσκομίζονται μετά την προτεραία της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, κατ’ αρχήν, δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν
5. Επειδή, εξάλλου, ο Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας (ν. 2960/2001, Α΄ 265) ορίζει, στο άρθρο 142 παρ. 2, ότι χαρακτηρίζεται ως τελωνειακή παράβαση και «…η με οποιονδήποτε τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 155 του παρόντος Κώδικα, διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων … και επισύρ[ει] κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα…», στο άρθρο 155, ότι «1. Λαθρεμπορία είναι: α) … β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ’ αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος …. 2. Ως λαθρεμπορία θεωρείται: α) … ζ) η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί σε κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας» και στο άρθρο 150 ότι «1. Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της τελωνειακής παράβασης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του παρόντα Κώδικα … επιβάλλεται … πολλαπλό τέλος … 5. Η εκδοθείσα καταλογιστική πράξη είναι ανεξάρτητη από την παράλληλη κατά νόμο άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και την ποινική απόφαση που θα εκδοθεί». Εξάλλου, ο (κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, Α΄ 97) Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ) όριζε στο άρθρο 5, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ότι «1… 2. Τα δικαστήρια δεσμεύονται … από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν, έναντι όλων, καθώς και από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη. 3… 4. Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και αυτεπαγγέλτως, εφόσον τούτο προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας», στο άρθρο 138 ότι «1. Υπομνήματα των διαδίκων, για την ανάπτυξη των ισχυρισμών τους, κατατίθενται στη γραμματεία το αργότερο τρεις (3) εργάσιμες ημέρες μετά την συζήτηση…», στο άρθρο 150 («Προαπόδειξη») ότι «1. Τα έγγραφα… πρέπει απαραιτήτως να προσάγονται στο δικαστήριο έως την προηγούμενη ημέρα εκείνης κατά την οποία γίνεται η πρώτη συζήτηση της υπόθεσης. H προσαγωγή τους σε μεταγενέστερη συζήτηση επιτρέπεται μόνον όταν, κατά ειδικώς αιτιολογημένη κρίση του δικαστηρίου, η έγκαιρη προσαγωγή τους ήταν αδύνατη» και, στο άρθρο 151, ότι «Το δικαστήριο, με απόφασή του, μπορεί, αν το κρίνει αναγκαίο, να διατάζει, ύστερα από αίτηση διαδίκου ή και αυτεπαγγέλτως, τη συμπλήρωση των αποδείξεων με κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του αποδεικτικό μέσο». Από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 150, που επιβάλλει θεμιτό περιορισμό του (κατά τα άρθρα 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ) δικαιώματος δικαστικής προστασίας, προκύπτει με σαφήνεια ότι η επίκληση και προσκόμιση ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου αποδεικτικών στοιχείων, όπως αντίγραφο σχετικής αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου (ή/και στοιχεία περί του αμετακλήτου αυτής), πρέπει να διενεργείται, επί ποινή απαραδέκτου της οικείας διαδικαστικής πράξεως, κατ’ αρχήν, μέχρι την προτεραία της πρώτης συζητήσεως. Με εξαίρεση την περίπτωση στην οποία η έγκαιρη, κατά τα ανωτέρω, κατάθεσή τους ήταν αδύνατη, έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει μετά την ημέρα αυτή (λ.χ. με υπόμνημα μετά από την συζήτηση), είναι απαράδεκτα και νομίμως δεν λαμβάνονται υπ’ όψιν από το δικάζον διοικητικό δικαστήριο, το οποίο δεν δύναται να τα εκτιμήσει ούτε, άλλωστε, υποχρεούται να εκδώσει προδικαστική απόφαση προς συμπλήρωση, κατά τούτο, των αποδείξεων ή να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το θέμα, ενόψει και των οριζομένων στο άρθρο 5 παρ. 4 του ΚΔΔ. Ως εκ τούτου, όταν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει απαραδέκτως, με υπόμνημα μετά από την συζήτηση ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου, απόφαση ποινικού δικαστηρίου, ο διοικητικός δικαστής δεν λαμβάνει νομίμως γνώση του στοιχείου αυτού και, συνακολούθως, της οικείας ποινικής διαδικασίας, με συνέπεια να μην πληρούται η αντίστοιχη προαναφερθείσα προϋπόθεση για την εφαρμογή και, περαιτέρω, για την διαπίστωση της παραβιάσεως τόσο του τεκμηρίου αθωότητας όσο και της αρχής ne bis in idem.
Ερμηνευτικό ζήτημα: Από την προσεκτική μελέτη του σκεπτικού των προαναφερόμενων ΣτΕ 2403/2015, 1993/2016 και 3073/2017 συνάγεται ότι δεν είναι οπωσδήποτε απαράδεκτη η επίκληση και προσκόμιση (και συνεπώς η εκτίμηση) της αμετάκλητης ποινικής απόφασης μετά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου12 (λ.χ. με το υπόμνημα μετά την συζήτηση της υπόθεσης) ή/και η προσκόμιση και επίκλησή της το πρώτον, κατ’ αναίρεση, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Κατ’ εξαίρεση, εφόσον προκύπτει ότι ο διάδικος αδυνατούσε ή ήταν υπερβολικά δυσχερές γι’ αυτόν να προβεί στην εν λόγω διαδικαστική ενέργεια πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στο Διοικητικό Εφετείο, λ.χ. διότι η αμετάκλητη ποινική απόφαση εκδόθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο Διοικητικό Εφετείο, δεν αποκλείεται να κριθεί13 παραδεκτή η προσαγωγή της αμετάκλητης απόφασης ακόμη και μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του τελευταίου δικαστηρίου ή το πρώτον και ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Το ανωτέρω (περίπου) ερμηνευτικό ζήτημα απασχόλησε πρόσφατα το Συμβούλιο της Επικρατείας σε υπόθεση επί της οποίας εξεδόθη η ΣτΕ 400/2020, παραπεμπτική στην 7μ. σύνθεση του Β΄ Τμήματος του δικαστηρίου.
Στην περίπτωση αυτή, σε βάρος του ιδιώτη είχαν αφενός επιβληθεί πολλαπλά τέλη λαθρεμπορίας και αφετέρου είχε κινηθεί ποινική δίωξη για το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Κατά της πράξης επιβολής πολλαπλών τελών ο ιδιώτης άσκησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου με την οποία δεν προέβαλε παραβίαση της αρχής ne bis in idem, δεδομένου ότι η σε βάρος του διαδικασία ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων δεν είχε ακόμη περατωθεί αμετακλήτως.
Η προσφυγή του απορρίφθηκε με οριστική απόφαση του Διοικητικού Εφετείου κατά της οποίας ο ιδιώτης άσκησε ακολούθως αίτηση αναίρεσης ενώπιον του ΣτΕ. Μετά την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως εξεδόθη όμως αμετάκλητη αθωωτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου με την οποία αθωώθηκε για το αδίκημα της λαθρεμπορίας.
Έτσι, με πρόσθετο λόγο αναίρεσης ο ιδιώτης διάδικος προέβαλε ότι η αναιρεσιβαλλόμενη πρέπει να εξαφανισθεί, ενόψει της αρχής ne bis in idem. Με άλλα λόγια, με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης ζητήθηκε η εξαφάνιση της αναιρεσιβαλλόμενης λόγω μίας επιγενόμενης της έκδοσης της απόφασης πλημμέλειας της προσβαλλόμενης πράξης (παραβίαση ne bis in idem) επί της οποίας η αναιρεσιβαλλόμενη δεν είχε καν διατυπώσει κρίση (αφού δεν είχε προβληθεί σχετικός λόγος προσφυγής).
Με την παραπεμπτική ΣτΕ 400/2020 κρίθηκε (ομοφώνως) ότι σε μία τέτοια περίπτωση, ο πρόσθετος λόγος αναίρεσης προβάλλεται παραδεκτώς, μολονότι δεν υπάρχει σφάλμα (της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά την ερμηνεία ή/και την εφαρμογή αρχής ne bis in idem, δεδομένου ότι Συμβούλιο της Επικρατείας, έστω και ως Αναιρετικό Δικαστήριο, αποτελεί το μοναδικό δικαιοδοτικό όργανο της Ελληνικής Πολιτείας που μπορεί να θεραπεύσει την (προβαλλόμενη) παράβαση, διασφαλίζοντας την αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, κατά το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο και την ΕΣΔΑ.
Σε μία τέτοια περίπτωση, ο αναιρεσείων βαρύνεται ωστόσο να προσκομίσει στο αναιρετικό δικαστήριο αντίγραφο της οικείας ποινικής απόφασης και να τεκμηριώσει προσηκόντως το αμετάκλητο αυτής, αλλά και να επικαλεσθεί, κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο, προς υποστήριξη του λόγου εκείνες τις κρίσεις της ποινικής απόφασης από τις οποίες προκύπτει, κατά την εκτίμησή του, η πλήρωση των αντίστοιχων προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, την οποία το αναιρεσίβλητο Δημόσιο μπορεί, πάντως, να αμφισβητήσει (με υπόμνημα που κατατίθεται έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση), αναφερόμενο, κατά τρόπο ειδικό, στο περιεχόμενο της οικείας ποινικής απόφασης.
Εάν η παραπάνω (εύλογη) κρίση της παραπεμπτικής ΣτΕ 400/2020 επικρατήσει, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι η προσκόμιση της οικείας ποινικής απόφασης το πρώτον ενώπιον του αναιρετικού δικαστηρίου προς υποστήριξη σχετικού λόγου αναίρεσης περί παραβίασης της αρχής ne bis in idem είναι παραδεκτή και στην περίπτωση που ο αναιρεσείων είχε προβάλλει λόγο περί παραβίασης της αρχής ne bis in idem ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αυτός είχε (ορθώς) απορριφθεί ως αβάσιμος λόγω μη αμετάκλητης περάτωσης της ποινικής διαδικασίας, στην συνέχεια όμως εξεδόθη αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου.
ΣτΕ 400/2020
παραπεμπτική στην 7μ. σύνθεση
[έως 15.4.2020 δεν έχει εκδοθεί οριστική απόφαση]
Εάν δεν ήταν δυνατή η λυσιτελής προβολή λόγου περί παραβίασης της αρχής ne bis in idem ενώπιον του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Διοικητικού Εφετείου, διότι η σχετική ποινική απόφαση κατέστη αμετάκλητη μετά από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης, ο αναιρεσείων μπορεί να προβάλει παραδεκτώς το πρώτον ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας λόγο (αναίρεσης) περί παραβιάσεως της αρχής ne bis in idem ˙ σε μία τέτοια περίπτωση ο αναιρεσείων βαρύνεται α) να προσκομίσει στο Αναιρετικό Δικαστήριο αντίγραφο της οικείας ποινικής απόφασης και να τεκμηριώσει προσηκόντως το αμετάκλητο αυτής, αλλά και β) να επικαλεσθεί, κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο, προς υποστήριξη του λόγου (που προβάλλεται είτε με το εισαγωγικό δικόγραφο είτε με δικόγραφο προσθέτων λόγων) εκείνες τις κρίσεις της ποινικής απόφασης από τις οποίες προκύπτει, κατά την εκτίμησή του, η πλήρωση των αντίστοιχων προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής ne bis in idem 12. Επειδή, στο άρθρο 95 του Συντάγματος ορίζεται ότι “1. Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Eπικρατείας ανήκουν ιδίως: α) Η μετά από αίτηση ακύρωση των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών για υπέρβαση εξουσίας ή για παράβαση νόμου. β) Η μετά από αίτηση αναίρεση τελεσίδικων αποφάσεων των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όπως νόμος ορίζει.” […]. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 56 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), “1. Λόγοι αναιρέσεως είναι: α) Υπέρβαση καθηκόντων ή καθ’ ύλην αναρμοδιότητα του διοικητικού δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. β) Μη νόμιμη συγκρότηση ή κακή σύνθεσή του. γ) Παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας. δ) Εσφαλμένη ερμηνεία ή πλημμελής εφαρμογή του νόμου που διέπει την επίδικη σχέση και ε) Ύπαρξη δύο ή περισσότερων τελεσίδικων αποφάσεων που είναι αντιφατικές μεταξύ τους στην ίδια υπόθεση και για τους ίδιους διαδίκους. 2. Λόγοι που αφορούν πλημμέλεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης επειδή δεν δόθηκε απάντηση σε ισχυρισμό που έχει προβληθεί απορρίπτονται ως απαράδεκτοι, αν δεν τον περιγράφουν σαφώς και δεν παραπέμπουν συγκεκριμένως στο δικόγραφο με το οποίο έχει προβληθεί ο ισχυρισμός στο δικαστήριο της ουσίας.”. 13. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 95 (παρ. 1) του Συντάγματος και 56 του π.δ. 18/1989, προκύπτει ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας, ως Αναιρετικό Δικαστήριο, ελέγχει νομικά σφάλματα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Ωστόσο, οι εν λόγω βασικές διατάξεις του ημεδαπού δικονομικού συστήματος, ερμηνευόμενες, αφενός, κατά τρόπο “φιλικό” προς την ΕΣΔΑ (πρβλ. ΣτΕ 1992/2016 επταμ.) και, αφετέρου, σε αρμονία με τους προεκτεθέντες κανόνες του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου και, ιδίως, με την αρχή της αποτελεσματικότητας (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 3470/2011)14, έχουν την έννοια ότι, εάν δεν ήταν δυνατή η λυσιτελής προβολή λόγου περί παραβίασης της αρχής ne bis in idem ενώπιον του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Διοικητικού Εφετείου, διότι η σχετική ποινική απόφαση κατέστη αμετάκλητη μετά από τη δημοσίευση της αναιρεσιβαλλομένης, ο αναιρεσείων μπορεί να προβάλει παραδεκτώς το πρώτον ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας λόγο (αναίρεσης) περί παραβιάσεως της αρχής ne bis in idem, μολονότι δεν υπάρχει σφάλμα (και πιθανότατα ούτε καν κρίση) της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης όσον αφορά την ερμηνεία ή/και την εφαρμογή της εν λόγω αρχής, διότι, σε τέτοια περίπτωση, πρόκειται για προβαλλόμενη οψιγενή (μεταγενέστερη της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης) νομική πλημμέλεια της επίδικης καταλογιστικής πράξης της φορολογικής/τελωνειακής Διοίκησης και η αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας συνιστά την μόνη δικονομική δυνατότητα που μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αναιρεσείων προκειμένου να αποτρέψει την (προβαλλόμενη) παραβίαση των δικαιωμάτων που έλκει από την αρχή ne bis in idem, το δε Συμβούλιο της Επικρατείας, έστω και ως Αναιρετικό Δικαστήριο, αποτελεί το μοναδικό δικαιοδοτικό όργανο της Ελληνικής Πολιτείας που μπορεί να θεραπεύσει την (προβαλλόμενη) παράβαση, διασφαλίζοντας την αποτελεσματική προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων του αναιρεσείοντος, κατά το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο και την ΕΣΔΑ. Ειδικότερα, στην προαναφερόμενη περίπτωση, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών της και ενόψει των παρατηρήσεων που προηγήθηκαν, (α) δεν έχει πεδίο εφαρμογής ratione materiae η παρατεθείσα στη σκέψη 3 διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, (β) ο λόγος αναιρέσεως περί παραβίασης της αρχής ne bis in idem προβάλλεται παραδεκτώς με δικόγραφο προσθέτων λόγων αναιρέσεως, έστω κι αν το εισαγωγικό δικόγραφο δεν περιέχει παραδεκτό λόγο αναιρέσεως, ενόψει της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, και (γ) εφόσον ο λόγος στηρίζεται σε πράγματα (αναγόμενα στο περιεχόμενο της οικείας αμετάκλητης ποινικής απόφασης, η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να αφορά στον ίδιο διάδικο και στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά με εκείνη για την οποία επιβλήθηκε σε βάρος του η επίμαχη διοικητική κύρωση, που αποτελεί το αντικείμενο της διοικητικής δίκης) που δεν προκύπτουν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων βαρύνεται όχι μόνο να προσκομίσει στο Αναιρετικό Δικαστήριο αντίγραφο της οικείας ποινικής απόφασης και να τεκμηριώσει προσηκόντως το αμετάκλητο αυτής, αλλά και να επικαλεσθεί, κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο, προς υποστήριξη του λόγου (που προβάλλεται είτε με το εισαγωγικό δικόγραφο είτε με δικόγραφο προσθέτων λόγων) εκείνες τις κρίσεις της ποινικής απόφασης από τις οποίες προκύπτει, κατά την εκτίμησή του, η πλήρωση των αντίστοιχων προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, την οποία το αναιρεσίβλητο Δημόσιο μπορεί, πάντως, να αμφισβητήσει (με υπόμνημα που κατατίθεται έξι πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση), αναφερόμενο, κατά τρόπο ειδικό, στο περιεχόμενο της οικείας ποινικής απόφασης. Εν προκειμένω, όμως, δεδομένου ότι ο τελευταίος (υπό στοιχ. γ) περιορισμός του δικαιώματος του αναιρεσείοντος για παροχή ένδικης προστασίας από το Αναιρετικό Δικαστήριο, ο οποίος ανάγεται στην τεκμηρίωση των προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, ενόψει του περιεχομένου της οικείας ποινικής απόφασης, δεν προέκυπτε μέχρι τούδε με σαφήνεια από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, στην οποία γίνεται με την παρούσα απόφαση για πρώτη φορά δεκτή η δυνατότητα παραδεκτής προβολής λόγου αναιρέσεως περί παραβίασης της αρχής ne bis in idem, στην προαναφερόμενη περίπτωση, κρίνεται ότι είναι συγγνωστή η παράλειψη του αναιρεσείοντος (που, πάντως, προσκόμισε στο Δικαστήριο αντίγραφο της απόφασης 305/2013 του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων και στοιχεία περί του αμετάκλητου χαρακτήρα αυτής) να εκθέσει κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο τις κρίσεις της ποινικής απόφασης από τις οποίες προκύπτει η πλήρωση των αντίστοιχων προϋποθέσεων εφαρμογής της αρχής ne bis in idem και ότι, ενόψει του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, συντρέχει περίπτωση να του χορηγηθεί η δυνατότητα θεραπείας της εν λόγω παράλειψης, μέσω της κατάθεσης (και κοινοποίησης στο Δημόσιο) σχετικού δικογράφου προσθέτων λόγων [δηλαδή δικογράφου, στο οποίο, προς συμπλήρωση του ήδη κατατεθέντος από 15.10.2018 δικογράφου, θα εκτίθενται κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο οι κρίσεις της ποινικής απόφασης, από τις οποίες προκύπτει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εν προκειμένω εφαρμογή της αρχής ne bis in idem], τουλάχιστον πλήρεις 15 ημέρες πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον της επταμελούς σύνθεσης του Τμήματος (βλ. επόμενη σκέψη). 14. Επειδή, συνεπώς, κατόπιν των ανωτέρω, απορρίπτονται οι προβαλλόμενοι με το κύριο δικόγραφο λόγοι αναιρέσεως, αλλά το Τμήμα, υπό την παρούσα σύνθεση, κρίνει ότι, λόγω της σπουδαιότητας των ζητημάτων που αντιμετωπίσθηκαν στην προηγουμενη σκέψη και ανέκυψαν ενόψει του από 15.10.2018 δικογράφου προσθέτων λόγων, η υπόθεση κατά τα λοιπά πρέπει, κατ’ άρθρο 14 παρ. 5 εδ. β΄ του π.δ. 18/1989, να παραπεμφθεί στην επταμελή σύνθεση προς επίλυση, ορίζει δε ως εισηγήτρια την Σύμβουλο Αγ. Σδράκα και δικάσιμο την ……… |
Προσοχή!: Ανεξαρτήτως όμως των ανωτέρω, επισημαίνεται ότι τα διοικητικά δικαστήρια ουσίας (κάθε βαθμού), αποβλέποντας στην ανεύρεση της αντικειμενικής αλήθειας έχουν πάντοτε την ανέλεγκτη κατ’ αναίρεση ευχέρεια [βλ. ενδ. ΣτΕ 661/2016, σκ. 5], ακόμη και στην περίπτωση που κάποιος διάδικος προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία απαραδέκτως μετά το πέρας της συζήτησης της υπόθεσης (λ.χ. στοιχεία από τα οποία προκύπτει το αμετάκλητο απόφασης ποινικού δικαστηρίου) να διατάξουν με προδικαστική απόφαση τη συμπλήρωση των αποδείξεων, με την προσκόμιση των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να λάβουν γνώση αυτών και να διατυπώσουν τους ισχυρισμούς τους [βλ. ενδ. ΣτΕ 4388/2012, κατωτ.].
ΣτΕ 4388/2012
Προσοχή
Βλ. ακόμη ΣτΕ 661/2016, σκ. 5 (β΄ βαθμός δικαιοδοσίας)
Το δικαστήριο της ουσίας μπορεί να λάβει νομίμως υπ’ όψιν αποδεικτικό μέσο που προσκομίσθηκε [κατ’ αρχήν απαραδέκτως] μετά την πρώτη συζήτηση, εάν διατάξει συμπλήρωση των αποδείξεων με σχετική προδικαστική απόφαση [κατ’ ανέλεγκτη αναιρετικώς ευχέρεια]
8. Επειδή, με την κρινομένη αίτηση προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 149 και 150 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας στηρίχθηκε η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως στο υπ’ αριθμ. ……../31.12.1992 τιμολόγιο πωλήσεως της επιχειρήσεως ………, το οποίο δεν προσκομίσθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προαποδεικτικώς, ούτε, άλλωστε, αιτιολογήθηκε ειδικώς από το δικάσαν δικαστήριο η αδυναμία έγκαιρης προσαγωγής του. Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το ως άνω τιμολόγιο περιήλθε στο πρωτοβάθμιο διοικητικό δικαστήριο σε εκτέλεση σχετικής προδικαστικής του αποφάσεως, σύμφωνα δε με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, το διοικητικό δικαστήριο αποβλέποντας στην ανεύρεση της αντικειμενικής αλήθειας έχει την δυνατότητα εφ’ όσον, κατά την κρίση του, τα υπάρχοντα στοιχεία είναι ανεπαρκή για τον σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποιθήσεως να διατάσσει την συμπλήρωση των αποδείξεων και του φακέλλου της διοικήσεως, οπότε αίρεται ο επιβαλλόμενος από το άρθρο 150 παρ.1 του Κ.Δ.Δ. περιορισμός της υποχρεωτικής προαποδείξεως (πρβλ. ΣτΕ 1117/2010).
3. Η νέα ρύθμιση του άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ και το τεκμήριο αθωότητας (στην φορολογική δίκη)
Στην παρ. 2 του άρθρου 5 ΚΔΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 17 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α΄240/22.12.2016) και ισχύει σήμερα, ορίζεται ότι: «Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων. Δεσμεύονται, επίσης, από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης».
Με την ανωτέρω διάταξη του εδαφίου β’, αφενός επαναλαμβάνεται η προϊσχύουσα ρύθμιση περί δέσμευσης των ΤΔΔ από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων και, αφετέρου, τίθεται νέος κανόνας όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της ποινικής και της διοικητικής δίκης, ο οποίος προβλέπει ότι ο διοικητικός δικαστής δεσμεύεται εξίσου από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων καθώς και από τα αμετάκλητα απαλλακτικά βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή οφείλεται στην έλλειψη στοιχείου της αντικειμενικής ή της υποκειμενικής υπόστασης του ποινικού αδικήματος που δεν αποτελεί προϋπόθεση της αντίστοιχης αποδοθείσας διοικητικής παράβασης.
Εν πρώτοις, την νομολογία απασχόλησε το ζήτημα του χρονικού πεδίου εφαρμογής της νέας παρ. 2 του άρθρου 5 ΚΔΔ. Συναφώς, κρίθηκε ότι οι νέες αυτές διατάξεις εφαρμόζονται επί διαφορών οι οποίες συζητούνται στον α΄ ή β΄ βαθμό, μετά την ημερομηνία δημοσίευσης του του ν. 4446/2016, ήτοι μετά την 22.12.2016, ακόμη, μάλιστα, και εάν η συζήτηση αυτή έλαβε χώρα μετ’ αναίρεση [βλ. ΣτΕ 7μ. 951/2018, σκ. 8].
ΣτΕ 7μ. 951/2018
Χρονικό πεδίο εφαρμογής άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ, όπως αντικαστάθηκε με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016 · εφαρμόζεται επί διαφορών που συζητήθηκαν [στον α΄ ή β΄ βαθμό] μετά τις 22.12.2016, ακόμη και εάν η συζήτηση αυτή έλαβε χώρα μετ’ αναίρεση
8. Επειδή, το άρθρο 5 παρ. 2 εδαφ. β΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ορίζει ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη», όχι όμως και από τις αμετάκλητες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις, ρύθμιση η οποία έχει κριθεί ως συνάδουσα προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 1741/2015 Ολομ.). Με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016 – έναρξη ισχύος του άρθρου 17 από τη δημοσίευση του ν. 4446/2016 στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού), η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του ΚΔΔ αντικαταστάθηκε ως ακολούθως: «Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων. Δεσμεύονται, επίσης, από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης.». Η ανωτέρω νέα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 (εδαφ. β΄) του ΚΔΔ δεν έχει πεδίο εφαρμογής ratione temporis στις υποθέσεις οι οποίες συζητήθηκαν ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου πριν από την 22.12.2016 (πρβλ. ΣτΕ 167-169/2017 επταμ., σχετικά με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του ίδιου ν. 4446/2016), δεδομένου ότι, κατά γενική δικονομική αρχή, η νεότερη δικονομική ρύθμιση δεν καταλαμβάνει τις υποθέσεις που είχαν εκδικασθεί/συζητηθεί πριν από το χρόνο έναρξης της ισχύος της (βλ. ΣτΕ 167-169/2017 επταμ., 3953/2007, 2467/2001). Εξάλλου, από το άρθρο 57 του π.δ. 18/1989 συνάγεται ότι, αν το Συμβούλιο της Επικρατείας δεχθεί την αίτηση αναίρεσης που έχει ασκηθεί ενώπιόν του, εξαφανίσει την προσβαλλόμενη με την αίτηση αυτή δικαστική απόφαση και παραπέμψει περαιτέρω την υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, οι διάδικοι, επανέρχονται στη θέση στην οποία βρίσκονταν πριν από τη συζήτηση, η οποία κατέληξε στην έκδοση της αναιρεθείσας απόφασης. Ενόψει των ανωτέρω συνεπειών της αναίρεσης της δικαστικής απόφασης που προσβλήθηκε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής επέχει θέση πρώτης συζήτησης της υπόθεσης αυτής (βλ. ΣτΕ 2160/2017, 4018/2013, 1310/2011, 2752/2007, 1470/1990 Ολομ. κ.ά.). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, εάν η μετ’ αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής λάβει χώρα μετά από την 22.12.2016, εφαρμόζεται κατά χρόνον η προεκτεθείσα νέα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, έστω κι αν η αναιρεθείσα απόφαση είχε εκδοθεί κατόπιν συζήτησης πραγματοποιηθείσας πριν από την 22.12.2016.
Κυρίως, όμως, την νομολογία απασχόλησε το ερώτημα μήπως με τη νέα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ [καθ’ ό μέρος αυτή αναφέρεται στη δεσμευτική ενέργεια των αμετάκλητων αθωωτικών αποφάσεων των ποινικών δικαστηρίων έναντι του διοικητικού δικαστή] ο εθνικός νομοθέτης, χρησιμοποιώντας τον όρο «δεσμεύονται», επιχείρησε να υπερκαλύψει τις εγγυήσεις που απορρέουν από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ περί της ουσιαστικής πτυχής του τεκμηρίου αθωώτητας15, ενόψει και του άρθρου 53 της ΕΣΔΑ16, κατά το οποίο η Σύμβαση προσδιορίζει ένα minimum προστασίας, ο δε εθνικός νομοθέτης ουδόλως κωλύεται να κατοχυρώσει μείζον επίπεδο προστασίας ενός δικαιώματος που συγκαταλέγεται στον κατάλογο της Σύμβασης17. Συναφώς, μολονότι η γραμματική ερμηνεία της νέας διάταξης («δεσμεύονται») μάλλον συνηγορεί υπέρ της προεκτεθείσας εκδοχής, το Συμβούλιο της Επικρατείας προέβη σε μία συστηματική – τελολογική ερμηνεία της νέας διάταξης, καταλήγοντας στη συστολή του πεδίου εφαρμογή της.
Πιο συγκεκριμένα, με την προαναφερθείσα ΣτΕ 7μ. 951/2018 [βλ. ιδίως σκ. 10] το δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατά την έννοια του νέου άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ:
- εάν το διοικητικό δικαστήριο κρίνει την νομιμότητα μίας διοικητικής κύρωσης, τότε δεσμεύεται από την προηγηθείσα αμετάκλητη αθωωτική κρίση του ποινικού δικαστηρίου, εάν η ποινική απόφαση αφορά στην ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που καταλογίσθηκε στον προσφεύγοντα με την ένδικη διοικητική πράξη, με την οποία του επιβλήθηκε διοικητική κύρωση [σ.σ. κατά τούτο,σε αυτή την περίπτωση, η νέα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ αντανακλά τις επιταγές της αρχής nebisinidem, η οποία κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ18]
ενώ, αντίθετα
- εάν το διοικητικό δικαστήριο κρίνει την νομιμότητα επιβολής δασμών και φόρων, που δεν έχουν το χαρακτήρα ποινής/κύρωσης για διοικητική παράβαση, η αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν παράγει δέσμευση, αλλά, πάντως, πρέπει να συνεκτιμάται από τον διοικητικό δικαστή και, δη, ειδικώς [ σ.σ. σε αυτή την περίπτωση παράγεται, δηλ., αποτέλεσμα κατ’ ουσίαν ισοδύναμο με τις επιταγές που απορρέουν από την ουσιαστική πτυχή του τεκμηρίου αθωότητας, κατά την προϋφιστάμενη και προεκτεθείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας].
Υπενθύμιση!: Με τον ν. 4445/2016 δεν μεταβλήθηκε η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 5 ΚΔΔ. Συνεπώς, όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αναφορικά με τον (κατ’ αρχήν) μη αυτεπάγγελτο χαρακτήρα της έρευνας του διοικητικού δικαστή περί την ύπαρξη αμετάκλητης αθωοτικής ποινικής απόφασης εξακολουθούν να ισχύουν.
ΣτΕ 7μ. 951/2018
Ερμηνεία του νέου άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 ν. 4446/2016 · στο πλαίσιο διοικητικής διαφοράς που ανεφύη από την επιβολή πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας & των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που αντιστοιχούν στο αντικείμενό της, η αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση, για την ίδια λαθρεμπορική παράβαση, παράγει δέσμευση όσον αφορά τη νομιμότητα του καταλογισμού του πολλαπλών τελών [ήτοι, αποτέλεσμα που αντανακλά τις επιταγές του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που κατοχυρώνει την αρχή ne bis in idem] · Αντίθετα, σε σχέση με τον καταλογισμό των οφειλόμενων δασμών και φόρων, η τοιαύτη απόφαση ποινικού δικαστηρίου δεν παράγει δέσμευση, αλλά, πάντως, πρέπει να συνεκτιμάται ειδικώς από τον διοικητικό δικαστή
5. Επειδή, το άρθρο 4 του (κυρωθέντος με τον ν. 1705/1987, Α΄ 8) Έβδομου Πρόσθετου Πρωτόκολλου (7ου ΠΠ) της ΕΣΔΑ ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem), απαιτείται, κατ’ αρχήν, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, εν όψει της φύσης των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά (βλ. ΣτΕ 1992/2016 επταμ., 167-169/2017 επταμ., 680/2017 επταμ., 2987/2017 επταμ., 175/2018 κ.ά.). Ειδικότερα, η δεύτερη διαδικασία πρέπει να αφορά στο ίδιο ιστορικό γεγονός με την πρώτη (βλ. ΑΠ Ολομ. 1/2011), ήτοι στο αυτό σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, χρονικά και τοπικά, και η συνδρομή των οποίων είναι απαραίτητη για την επιβολή της κύρωσης (βλ. ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 10.2.2009, 14939/03, Zolotukhin κατά Ρωσίας, σκέψη 84 – πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, ECLI:EU:C:2018:197, σκέψεις 34-38). Όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ 1992/2016 επταμ., 167-169/2017 επταμ., 680/2017 επταμ., 2987/2017 επταμ., 1778/2017, 3174/2017, 284/2018 κ.ά.), ενόψει και των αποφάσεων του ΕΔΔΑ Ruotsalainen κατά Φινλανδίας της 16.6.2009, Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδος της 30.4.2015, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδος της 9.6.2016 και Α και Β κατά Νορβηγίας της 15.11.2016, το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ αντιτίθεται, καταρχήν, στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κύρωσης για φορολογική/τελωνειακή παράβαση, όταν για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία. Ανάλογο κανονιστικό περιεχόμενο έχουν και οι διατάξεις των άρθρων 50 και 52 (παρ. 1) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκέψεις 60-62), λαμβανομένου υπόψη ότι η εξακολούθηση διαδικασίας ή δίκης για την επιβολή διοικητικού προστίμου ποινικού χαρακτήρα για παράβαση της φορολογικής ή τελωνειακής νομοθεσίας βαίνει, καταρχήν, προδήλως πέραν των όσων απαιτούνται για την επίτευξη του σκοπού της καταπολέμησης της δασμοφοροδιαφυγής και της είσπραξης των οφειλόμενων φόρων ή/και δασμών, εφόσον υπάρχει είτε αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που διαπιστώνει ότι δεν στοιχειοθετείται η επίμαχη φορολογική παράβαση (πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-596/16 και C-597/16, Di Puma & Zecca, ECLI:EU:C:2018:192, σκέψεις 33-34 και 41-45, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκέψεις 41, 46 και 52), είτε αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, δυνάμενη να καταστείλει τη διαπραχθείσα παράβαση κατά τρόπο αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό (πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-537/16, Garlsson Real Estate SA και άλλοι, ECLI:EU:C:2018:193, σκέψεις 48 και 57-59, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκέψεις 41, 46 και 52).
…
7. Επειδή, ο Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας (ν. 2960/2001, Α΄ 265) ορίζει, στο άρθρο 42 (όπως οι παράγραφοι 1, 2 και 3 του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 παρ. 12 του ν. 3583/2007, Α΄ 142/28.6.2007), ότι: «1. Σε κάθε περίπτωση που υπολογιστούν δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις κατώτερες ή ανώτερες των πράγματι αναλογουσών και διαπιστωθεί ότι αυτό οφείλεται στην ανακρίβεια εγγραφών και δηλωθέντων στοιχείων επί των τελωνειακών παραστατικών, επιβάλλεται, αντίστοιχα, ποινή ανακριβούς δήλωσης, υπολογιζόμενη σε ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί της επιπλέον διαφοράς και σε ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) επί της επί έλαττον διαφοράς του ποσού από δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις, που οφείλονται για τα εμπορεύματα που τίθενται σε ανάλωση, ελεύθερη κυκλοφορία ή οποιοδήποτε άλλο ανασταλτικό καθεστώς. Το ύψος της ποινής δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το οριζόμενο στην επόμενη παράγραφο. 2. Σε κάθε άλλη περίπτωση ανακριβών στοιχείων και εγγραφών επί τελωνειακών παραστατικών, ανεξαρτήτως καθεστώτος, συμπεριλαμβανομένης και της εξαγωγής, που δεν επηρεάζουν τον προσδιορισμό των πράγματι οφειλόμενων επιβαρύνσεων, επιβάλλεται ποινή ανακριβούς δήλωσης ποσού εκατό (100) ευρώ ανά παραστατικό. 3. Οι ανωτέρω ποινές επιβάλλονται και κατά τον εκ των υστέρων έλεγχο των τελωνειακών παραστατικών. […] 5. Η επιβολή των παραπάνω ποινών δεν αποκλείει την εφαρμογή των περί λαθρεμπορίας διατάξεων, όταν συντρέχει περίπτωση.», στο άρθρο 142 παρ. 2, ότι χαρακτηρίζεται ως τελωνειακή παράβαση και «[…] η με οποιονδήποτε τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 155 του παρόντος Κώδικα, διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων […] και επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα ακόμη και αν κρινόταν, αρμοδίως, ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας», στο άρθρο 155 παρ. 1, ότι «Λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ’ αυτής τόπο ή χρόνο, β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ’ αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας.», στο άρθρο 150 παρ. 1, ότι «Κατά των οπωσδήποτε συμμετασχόντων της τελωνειακής παράβασης, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του παρόντος Κώδικα και ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής εκάστου, άσχετα από την ποινική δίωξη αυτών, επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 152, 155 και επόμενων του παρόντος Κώδικα, ιδιαίτερα στον καθένα και αλληλέγγυα, πολλαπλό τέλος […]» και, στο άρθρο 150 παρ. 5, ότι «Η εκδοθείσα καταλογιστική πράξη [περί πολλαπλού τέλους] είναι ανεξάρτητη από την παράλληλη κατά νόμο άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και την ποινική απόφαση που θα εκδοθεί.». Οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 142 παρ. 2, 155 παρ. 1 και 150 παρ. 1 και 5 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, καθώς και η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως η τελευταία αυτή παράγραφος ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016, σε συνδυασμό ερμηνευόμενες, έχουν την έννοια ότι η διοικητική διαδικασία καταλογισμού της τελωνειακής παράβασης της λαθρεμπορίας είναι αυτοτελής σε σχέση με την ποινική διαδικασία για το αντίστοιχο ποινικό αδίκημα και το διοικητικό δικαστήριο, όταν κρίνει επί υπόθεσης λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός εάν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση (οπότε δεσμεύεται ως προς την ενοχή του δράστη), αλλά υποχρεούται να τη συνεκτιμήσει κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του (βλ. ΣτΕ 2403/2015, 167/2017 επταμ., 3076/2017). Η εν λόγω συνεκτίμηση μπορεί να γίνει ακόμα και κατά τρόπο γενικό ή και δίχως πανηγυρική εξαγγελία περί τούτου (βλ. ΣτΕ 1741/2015 Ολομ.), εάν η οικεία ποινική απόφαση δεν (προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι) έχει καταστεί αμετάκλητη (βλ. ΣτΕ 2403/2015, 2503/2016, 1018/2017, 3051/2017 επταμ., 3076/2017), ο δε διοικητικός δικαστής δεν υποχρεούται να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το ζήτημα εάν έχει καταστεί αμετάκλητη η ποινική απόφαση, που του έχει προσκομισθεί παραδεκτώς (βλ. ΣτΕ 1522/2010 επταμ., 2951/2013, 2403/2015, 3051/2017 επταμ. κ.ά.). Εξάλλου, το ΕΔΔΑ, ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, που κατοχυρώνει το τεκμήριο αθωότητας, έχει δεχθεί ότι απόφαση διοικητικού δικαστηρίου που έπεται τελικής αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου για το ίδιο πρόσωπο δεν πρέπει να την παραβλέπει και να θέτει εν αμφιβόλω την αθώωση, έστω και αν αυτή εχώρησε λόγω αμφιβολιών, ως “τελική” δε απόφαση, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης νομολογίας, νοείται η αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Ενόψει της ανωτέρω νομολογίας του ΕΔΔΑ, το εκ των υστέρων επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο, που κρίνει επί της διοικητικής παράβασης της λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από την οικεία αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, αλλά υποχρεούται να τη συνεκτιμήσει και, δη, κατά τρόπο ειδικό, ενόψει της αιτιολογίας της, ώστε, εφόσον αποκλίνει από τις ουσιαστικές κρίσεις του ποινικού δικαστή, να μην καταλείπονται εύλογες αμφιβολίες ως προς το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, που απορρέει από την τελική έκβαση της ποινικής δίκης (βλ. ΣτΕ 1713-1714/2014, 2403/2015, 1992/2016 επταμ., 2503/2016, 167-169/2017 επταμ., 434/2017 επταμ., 3051/2017 επταμ. κ.ά.). Προκειμένου να ενεργοποιηθεί το τεκμήριο αθωότητας από την ανωτέρω άποψη, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να δείξει ότι η ποινική διαδικασία συνδέεται κατ’ ουσίαν προς την διοικητική διαδικασία και την αντίστοιχη διοικητική δίκη (βλ. ΣτΕ 175/2018 – πρβλ. ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 12.7.2013, 25424/09, Allen κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψεις 94, 103 και 104, ΕΔΔΑ 18.10.2016, 21107/07, Alkaşi κατά Τουρκίας, σκέψεις 25-28, καθώς και ΣτΕ Ολομ. 4662/2012). Επομένως, δεν ανακύπτει ζήτημα παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, από την ανωτέρω άποψη, σε περίπτωση στην οποία το διοικητικό δικαστήριο αποφαίνεται επί τελωνειακής παράβασης λαθρεμπορίας, η οποία δεν (προκύπτει ότι) είναι κατ’ ουσίαν ταυτόσημη ή, έστω, συναφής με εκείνη στην οποία αφορά η αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που επικαλείται ο προσφεύγων ως σχετική (βλ. ΣτΕ 175/2018). Κατά τη συγκλίνουσα γνώμη του Συμβούλου Ι. Σύμπλη, ….
8. Επειδή, το άρθρο 5 παρ. 2 εδαφ. β΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ), όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ορίζει ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται «από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων, ως προς την ενοχή του δράστη», όχι όμως και από τις αμετάκλητες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις, ρύθμιση η οποία έχει κριθεί ως συνάδουσα προς τα άρθρα 4 παρ. 1 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 1741/2015 Ολομ.). Με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22.12.2016 – έναρξη ισχύος του άρθρου 17 από τη δημοσίευση του ν. 4446/2016 στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού), η παράγραφος 2 του άρθρου 5 του ΚΔΔ αντικαταστάθηκε ως ακολούθως: «Τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων, οι οποίες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, ισχύουν έναντι όλων. Δεσμεύονται, επίσης, από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα αποφαινόμενα να μην γίνει η κατηγορία βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή στηρίχθηκε στην έλλειψη αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων που δεν αποτελούν προϋπόθεση της διοικητικής παράβασης.». Η ανωτέρω νέα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 (εδαφ. β΄) του ΚΔΔ δεν έχει πεδίο εφαρμογής ratione temporis στις υποθέσεις οι οποίες συζητήθηκαν ενώπιον του διοικητικού δικαστηρίου πριν από την 22.12.2016 (πρβλ. ΣτΕ 167-169/2017 επταμ., σχετικά με τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του ίδιου ν. 4446/2016), δεδομένου ότι, κατά γενική δικονομική αρχή, η νεότερη δικονομική ρύθμιση δεν καταλαμβάνει τις υποθέσεις που είχαν εκδικασθεί/συζητηθεί πριν από το χρόνο έναρξης της ισχύος της (βλ. ΣτΕ 167-169/2017 επταμ., 3953/2007, 2467/2001). Εξάλλου, από το άρθρο 57 του π.δ. 18/1989 συνάγεται ότι, αν το Συμβούλιο της Επικρατείας δεχθεί την αίτηση αναίρεσης που έχει ασκηθεί ενώπιόν του, εξαφανίσει την προσβαλλόμενη με την αίτηση αυτή δικαστική απόφαση και παραπέμψει περαιτέρω την υπόθεση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, οι διάδικοι, επανέρχονται στη θέση στην οποία βρίσκονταν πριν από τη συζήτηση, η οποία κατέληξε στην έκδοση της αναιρεθείσας απόφασης. Ενόψει των ανωτέρω συνεπειών της αναίρεσης της δικαστικής απόφασης που προσβλήθηκε ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής επέχει θέση πρώτης συζήτησης της υπόθεσης αυτής (βλ. ΣτΕ 2160/2017, 4018/2013, 1310/2011, 2752/2007, 1470/1990 Ολομ. κ.ά.). Από τα παραπάνω συνάγεται ότι, εάν η μετ’ αναίρεση συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής λάβει χώρα μετά από την 22.12.2016, εφαρμόζεται κατά χρόνον η προεκτεθείσα νέα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, έστω κι αν η αναιρεθείσα απόφαση είχε εκδοθεί κατόπιν συζήτησης πραγματοποιηθείσας πριν από την 22.12.2016.
9. Επειδή, η καταστολή της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της μεγάλης από απόψεως ποσού), μέσω της διαπίστωσης των οικείων παραβάσεων και της επιβολής των αντίστοιχων διαφυγόντων φόρων, καθώς και των προβλεπόμενων στο νόμο διοικητικών κυρώσεων, συνιστά, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 5, 26 και 106 παρ. 1 και 2), επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και βασικό έργο της φορολογικής Διοίκησης, η νομιμότητα των πράξεων της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 και το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 680/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ.). Συναφώς, ο νομοθέτης μπορεί να χαρακτηρίσει όχι μόνο ως διοικητικές παραβάσεις αλλά και ως ποινικά αδικήματα τις πλέον σοβαρές, από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τέλεσης, παραβάσεις φοροδιαφυγής, που, κατά την εκτίμησή του, χρήζουν έντονης κοινωνικής αποδοκιμασίας και απαιτούν συμπληρωματικές (σε σχέση με τις επιβαλλόμενες από τη φορολογική Διοίκηση) κυρώσεις, για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και αντιμετώπισή τους. Δεδομένου, όμως, ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η εφαρμογή και η επιβολή της διοικητικής νομοθεσίας περί φορολογίας ανάγεται στην άσκηση της κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος εκτελεστικής λειτουργίας, η δράση της οποίας, σε περίπτωση αμφισβήτησης των πράξεών της, υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, στο δικαιοδοτικό έλεγχο του διοικητικού δικαστή, που είναι ο “φυσικός” δικαστής των διαφορών μεταξύ του Κράτους και των διοικουμένων όσον αφορά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, η διπλή, διοικητική και ποινική, διαδικασία, που προβλέπεται στο νόμο για την αντιμετώπιση παραβάσεων φοροδιαφυγής πρέπει, ανεξαρτήτως του ποσού αυτής, να οργανώνεται νομοθετικά και να διενεργείται κατά τρόπο ώστε ο ποινικός δικαστής να επιλαμβάνεται (μετά από διακοπή της προθεσμίας παραγραφής του ποινικού αδικήματος) κατόπιν της τελεσίδικης κρίσης της ουσίας της υπόθεσης από τον διοικητικό δικαστή, δοθέντος, άλλωστε, ότι δεν θα ήταν συνταγματικώς ανεκτή ποινική καταδίκη για φοροδιαφυγή σε περίπτωση που ο διοικητικός δικαστής κρίνει, για λόγους αναγόμενους στην ουσία, ότι δεν είναι νόμιμη η σχετική καταλογιστική (του φόρου ή/και συναφούς προστίμου) πράξη της Διοίκησης (βλ. ΣτΕ 680/2017 επταμ.). Οι προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις ναι μεν έχουν την παραπάνω έννοια, καθώς και την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης κωλύεται να εξαρτήσει την άσκηση των ως άνω εξουσιών της Διοίκησης ή/και της αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων για επίλυση των σχετικών διαφορών από την προηγούμενη ποινική καταδίκη του φορολογούμενου για το αντίστοιχα προβλεπόμενο ποινικό αδίκημα φοροδιαφυγής ή λαθρεμπορίας, αλλά, πάντως, σε περίπτωση που προβλέπονται για την ίδια παραβατική συμπεριφορά τόσο διοικητικές όσο και ποινικές κυρώσεις, δεν αποκλείουν τη θέσπιση και την εφαρμογή διατάξεων νόμου (όπως εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ) από τις οποίες να προκύπτει επίδραση της αμετακλήτως περατωθείσας ποινικής διαδικασίας και δίκης περί φοροδιαφυγής/λαθρεμπορίας στην αντίστοιχη διοικητική διαδικασία και δίκη (βλ. ΣτΕ 680/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ.). Πάντως, τέτοιες διατάξεις, στο μέτρο που προβλέπουν δέσμευση του διοικητικού δικαστηρίου από τις κρίσεις του ποινικού δικαστή, όσον αφορά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, πρέπει να ερμηνεύονται στενά, δεδομένου ότι η ποινική διαδικασία περί φοροδιαφυγής/λαθρεμπορίας προϋποθέτει, καταρχήν, την έκδοση σχετικής διοικητικής καταλογιστικής πράξης, εξοπλισμένης με το τεκμήριο νομιμότητας, το οποίο μπορεί να ανατραπεί (εν όλω ή εν μέρει) μόνον μέσω της ακύρωσης ή της τροποποίησής της από τον διοικητικό δικαστή, που είναι, κατά το Σύνταγμα, ο “φυσικός” δικαστής του ελέγχου του νόμω και ουσία βασίμου της. Κατά τη γνώμη, όμως, του Συμβούλου Ι. Σύμπλη, …..
10. Επειδή, η νέα διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδαφ. β΄ του ΚΔΔ, ερμηνευόμενη (στενά) υπό το πρίσμα όσων έγιναν δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, έχει την έννοια ότι (α) το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται από αμετάκλητη, καταδικαστική ή αθωωτική, απόφαση ποινικού δικαστηρίου, μόνον αν η ποινική απόφαση αφορά στην ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που καταλογίσθηκε στον προσφεύγοντα με την ένδικη διοικητική πράξη, με την οποία του επιβλήθηκε διοικητική κύρωση, και (β) η παραγόμενη δέσμευση αφορά στην «ενοχή» ή μη του προσφεύγοντος, ήτοι στο αξιόποινο ή μη της συμπεριφοράς του, και, συνακόλουθα, δεν καλύπτει την επιβολή δασμών και φόρων, που δεν έχουν το χαρακτήρα ποινής/κύρωσης για διοικητική παράβαση (ήτοι χαρακτήρα ανάλογο με το επαπειλούμενο στην ποινική δίκη μέτρο, ώστε να υπάρχει αναλογία μεταξύ της ποινικής διαδικασίας και της διοικητικής διαδικασίας και δίκης, ικανής να δικαιολογήσει τη δέσμευση), δεδομένου, άλλωστε, ότι (i) η αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή, θα κατέληγε στο (άτοπο και) ασύμβατο με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος αποτέλεσμα να αποφαίνεται εν τέλει ο ποινικός δικαστής, αντί για τον διοικητικό δικαστή που είναι ο “φυσικός” δικαστής των φορολογικών υποθέσεων, για τη νόμιμη ύπαρξη της φορολογικής υποχρέωσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διοικητικής δίκης, και (ii) η γένεση των προβλεπόμενων στο νόμο φορολογικών υποχρεώσεων των διοικουμένων (η οποία διαπιστώνεται, στη συνέχεια, από τη Διοίκηση: βλ. ΣτΕ 2021/2010) δεν προϋποθέτει υπαιτιότητα και, γενικότερα, παραβατική συμπεριφορά τους, αλλά στηρίζεται στην εξ αντικειμένου ύπαρξη της οριζόμενης στο νόμο φορολογητέας ύλης/πράξης. Το τελευταίο τούτο στοιχείο είναι, μάλιστα, ιδιαίτερα σημαντικό στις υποθέσεις λαθρεμπορίας, όπως η παρούσα, στις οποίες η τυχόν αμετάκλητη απαλλαγή του προσφεύγοντος από το οικείο ποινικό αδίκημα, ελλείψει απόδειξης (στο βαθμό που είναι αναγκαίος στην ποινική δίκη) δόλιας συμμετοχής του στην διαπραχθείσα λαθρεμπορία, ουδόλως συνεπάγεται και την απαλλαγή του από τα ποσά δασμών ή/και φόρων που αυτός οφείλει κατά το νόμο, σε σχέση με τα εμπορεύματα που συνιστούν το αντικείμενο της (αποδειχθείσας, κατά την αντικειμενική της υπόσταση) λαθρεμπορικής παράβασης. Επομένως, στο πλαίσιο διοικητικής διαφοράς από την επιβολή στον προσφεύγοντα πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας, καθώς και των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων που αντιστοιχούν στο αντικείμενό της, η αμετάκλητη αθωωτική ποινική απόφαση, για την ίδια λαθρεμπορική παράβαση παράγει δέσμευση όσον αφορά τη νομιμότητα του καταλογισμού σε βάρος του πολλαπλών τελών (καθώς και τη νομιμότητα της τυχόν κήρυξής του ως συνυπεύθυνου για την πληρωμή του συνολικού ποσού των επιβληθέντων πολλαπλών τελών), πράγμα που οδηγεί στην ακύρωσή τους από το διοικητικό δικαστήριο (καθώς και στην ακύρωση της προαναφερόμενης συνευθύνης του), ήτοι σε αποτέλεσμα που αντανακλά τις επιταγές του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ, αλλά και τις απαιτήσεις των άρθρων 50 και 52 (παρ. 1) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως έχουν ερμηνευθεί από το ΔΕΕ (βλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-596/16 και C-597/16, Di Puma & Zecca, σκέψεις 38-45, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκέψεις 28-33, 46 και 52-53). Αντίθετα, σε σχέση με τον καταλογισμό των οφειλόμενων δασμών και φόρων, η τοιαύτη απόφαση ποινικού δικαστηρίου δεν παράγει δέσμευση, αλλά, πάντως, πρέπει να συνεκτιμάται από τον διοικητικό δικαστή και, δη, ειδικώς, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 7, στο πλαίσιο δε αυτό, ο διοικητικός δικαστής κρίνει την ουσία της υπόθεσης βασιζόμενος στην ενώπιόν του αποδεικτική διαδικασία, η οποία διέπεται από διαφορετικούς κανόνες (βλ. άρθρα 144 επ. του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας) σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική (βλ. άρθρα 177 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), μεταξύ άλλων, όσον αφορά τη χρήση, τη σημασία και το περιεχόμενο του μέσου της εξέτασης μαρτύρων στο ακροατήριο. Ενόψει και της διαφοράς των κανόνων απόδειξης και της αποδεικτικής διαδικασίας μεταξύ της διοικητικής και της ποινικής δίκης (πρβλ. ΣτΕ 1741/2015 Ολομ., 1992/2016 επταμ., 434/2017 επταμ.), ο διοικητικός δικαστής, εκτιμώντας διαφορετικά από τον ποινικό δικαστή τα πραγματικά περιστατικά της ενώπιόν του υπόθεσης, που δεν έχει “ποινική” φύση, κατά την ΕΣΔΑ, ως αφορώσα στην επιβολή φόρου, δεν παραβιάζει τις επιταγές που απορρέουν από το άρθρο 6 παρ. 2 ΕΣΔΑ (πρβλ. ΣτΕ 1992/2016 επταμ., 434/2017 επταμ. και ΕΔΔΑ 18.12.2016, Alkaşi κατά Τουρκίας 21107/07, σκέψεις 30-31, ΕΔΔΑ 14.10.2010, 29889/04, Vanjak κατά Κροατίας, σκέψη 68, ΕΔΔΑ 11.2.2003, Y. v. Norway, 56568/00, σκέψη 41 και ΕΔΔΑ decision 13.11.2003, 48518/99, Lundkvist κατά Σουηδίας), υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι η διατύπωση της απόφασής του δεν εξέρχεται των ορίων του διοικητικού δικαίου και της διοικητικής δίκης (πρβλ. ΕΔΔΑ 27.9.2007, Σταυρόπουλος κατά Ελλάδας, 35522/04, σκέψη 40) και, γενικότερα, δεν θέτει εν αμφιβόλω, κατά τρόπο σαφή, την ορθότητα της απαλλακτικής κρίσης στην οποία κατέληξε ο ποινικός δικαστής, βάσει της ενώπιόν του αποδεικτικής διαδικασίας (πρβλ. ΕΔΔΑ 18.12.2016, Alkaşi, op.cit., σκέψη 31). Τέλος, κατά τα κριθέντα στη σκέψη 7, ανακύπτει, καταρχήν, υποχρέωση του διοικητικού δικαστηρίου να συνεκτιμήσει ειδικώς (σε σχέση με την επιβολή τόσο των πολλαπλών τελών όσο και των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων) την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, η οποία δεν αφορά στην ίδια λαθρεμπορική παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που αποδόθηκε στον προσφεύγοντα δια της ένδικης διοικητικής πράξης, αλλά απαλλάσσει τον προσφεύγοντα από ποινική κατηγορία συνδεόμενη κατ’ ουσίαν με το αντικείμενο της διοικητικής δίκης. Ο Σύμβουλος Ι. Σύμπλης διατύπωσε την ακόλουθη …..
11. Επειδή, το ΕΔΔΑ, με την από 16.6.2009 απόφασή του στην υπόθεση Ruotsalainen κατά Φινλανδίας (13079/03), διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ σε περίπτωση στην οποία, ενώ καταλογίσθηκε στον προσφεύγοντα ποινικό πρόστιμο, για παράβαση φοροδιαφυγής, με συνοπτική ποινική διάταξη η οποία κατέστη αμετάκλητη, αφού δεν προσβλήθηκε, επιβλήθηκε, περαιτέρω, σε βάρος του και διοικητική χρηματική κύρωση, για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση, τα δε ένδικα βοηθήματα και μέσα που αυτός άσκησε ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατά της σχετικής διοικητικής πράξης απορρίφθηκαν. Από τις σκέψεις 41-57 της εν λόγω απόφασης του ΕΔΔΑ συνάγεται, κατά τρόπο αρκούντως σαφή, η ερμηνευτική κρίση ότι το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ αντιτίθεται (τουλάχιστον κατ’ αρχήν) στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κύρωσης για παράβαση φοροδιαφυγής, όταν για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία, λαμβανομένου υπόψη ότι αμφότερες οι διαδικασίες έχουν “ποινικό” χαρακτήρα, κατά την ΕΣΔΑ, βάσει των κριτηρίων Engel.
12. Επειδή, εν προκειμένω, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε και έκρινε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα (σκέψεις 6, 8, 11 και 12): “6. […] στο άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι […]. Κατά την έννοια των προεκτεθεισών διατάξεων της τελωνειακής νομοθεσίας [των άρθρων 142 παρ. 2, 150 παρ. 1 και 155 παρ. 1 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα], σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., η διοικητική διαδικασία βεβαιώσεως της τελωνειακής παράβασης, που κατατείνει στην επιβολή του πολλαπλού τέλους, είναι αυτοτελής και διακεκριμένη σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία. Η αυτοτέλεια των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής) έχει την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε η διοικητική παράβαση, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, εκτός αν πρόκειται για αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση, οπότε δεσμεύεται ως προς την ενοχή του δράστη. Όμως, παρά την μη δέσμευσή του, υποχρεούται να εκτιμήσει αυτήν κατά την διαμόρφωση της κρίσης του, χωρίς να απαιτείται πανηγυρική εξαγγελία περί τούτου (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1741/2015, ΣτΕ 4593/2013, 4044/2013, 2957/2013, 1064-7/2013, 4492/2012, 4161-2/2012 7μ., 62/2012 7μ., 2067/2011 7μ., 990/2004 Ολομ., κ.ά.). […] 8. […] από τον διενεργηθέντα έλεγχο των τριών ένδικων διασαφήσεων, που κατατέθηκαν από την «………….. ……» στο Τελωνείο ……., διαπιστώθηκαν ειδικότερα τα ακόλουθα: Με τις ……… διασαφήσεις, που κατέθεσε η «…………… ……» στο Τελωνείο ………, τέθηκε σε ελεύθερη κυκλοφορία, με δηλωθείσα άμεση αποστολή στην Βουλγαρία και απαλλαγή από τον αναλογούντα Φ.Π.Α. και τους λοιπούς προβλεπόμενους από την εθνική νομοθεσία φόρους (υπαγωγή στο καθεστώς 42 00), το περιεχόμενο των .………..κοντέινερ, ήτοι 273, 262 και 270 κιβώτια με κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα προέλευσης ……., αντιστοίχως. Τα εν λόγω κοντέινερ είχαν αρχικώς αφιχθεί στο ….. Τελωνείο ……. και διαμετακομίσθηκαν στο Τελωνείο .…….. Για τον τελωνισμό κατατέθηκαν τα .………….τιμολόγια εισαγωγής της …… εταιρίας ……. …..», συνολικής αξίας 15.088,80, 12.089 και 15.311,70 δολαρίων Η.Π.Α. για 13.872, 10.420 και …….. κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και με όρο παράδοσης CIF (Cost, Insurance and Freight, δηλαδή κόστος, ασφάλεια και ναύλος), γεγονός που σήμαινε ότι η μέση αξία ανά τεμάχιο διαμορφωνόταν σε 1 έως 1,5 ευρώ, στην οποία συμπεριλαμβάνονταν τα ασφάλιστρα και ο ναύλος μεταφοράς από ……… Η τελωνειακή αρχή, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις προεκτεθείσες διαπιστώσεις της, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα τιμολόγια εισαγωγής που είχαν κατατεθεί για τις τρεις ένδικες διασαφήσεις ήταν πλαστά, κατασκευασμένα από την …………», και ανέγραφαν αξίες χαμηλότερες των πραγματικών (υποτιμολόγηση), με αποτέλεσμα την αποφυγή πληρωμής των αναλογούντων στην πραγματικώς πληρωτέα αξία των εισαχθέντων προϊόντων δασμών. Κατόπιν τούτων, η δασμολογητέα αξία των τελωνισθέντων με τις τρεις αυτές διασαφήσεις εμπορευμάτων προσδιορίσθηκε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 30 του Κοινοτικού Τελωνειακού Κώδικα, σε 52.622,81, 36.064,18 και 46.011,18 ευρώ, έναντι της δηλωθείσας 11.182,68, 8.959,46 και 11.347,88 ευρώ, αντιστοίχως. […] 11. […] Προς απόδειξη της έλλειψης γνώσης των παράνομων ενεργειών και της μη συμμετοχής του σ’ αυτές, ο εκκαλών [ήδη αναιρεσείων] επικαλείται και πάλι τα στοιχεία που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει και πρωτοδίκως, καθώς και την ……./2014 απόφαση του Α΄ Τριμελούς (Ποινικού) Εφετείου ……., με την οποία αθωώθηκε για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας από κοινού σε λαθρεμπορία κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσα με ιδιαίτερα τεχνάσματα, στην Θεσσαλονίκη και την Δράμα κατά την χρονική περίοδο από τον ……… του 2007, απόφαση που κατέστη αμετάκλητη ως προς τον εκκαλούντα λόγω μη ασκήσεως ενδίκων μέσων, σύμφωνα με την τεθείσα στην τελευταία σελίδα αυτής από ……..2016 υπηρεσιακή βεβαίωση του Γραμματέα του ως άνω Εφετείου. 12. [Κ]ατά πρώτον, ως προς την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης των αποδοθεισών σε βάρος του εκκαλούντος τελωνειακών παραβάσεων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα ακόλουθα: Σύμφωνα με τις διαπιστώσεις των αρμοδίων τελωνειακών οργάνων, όπως αναλυτικά εκτέθηκαν στις σχετικές πορισματικές αναφορές τους και δεν αμφισβητήθηκαν από τον εκκαλούντα, η εταιρία …………» λειτουργούσε ως ενδιάμεση εταιρία μεταξύ των αρχικών πωλητριών κινεζικών εταιριών και των τελικών αγοραστριών ιταλικών εταιριών κινεζικών συμφερόντων, ο δε ρόλος της ήταν να μεσολαβεί ώστε, μέσω διαφόρων τεχνασμάτων (υποτιμολόγηση των εισαγόμενων προϊόντων και θέση τους σε καθεστώς 42 00, με εικονική πώληση και ενδοκοινοτική παράδοση σε βουλγαρικές εταιρίες), να αποφεύγεται η πληρωμή των αναλογούντων δασμών και λοιπών δικαιωμάτων, τελών και φορολογικών επιβαρύνσεων. Ειδικότερα, ως προς τις επίδικες τρεις διασαφήσεις [………..], που κατέθεσε η «…………. …» στο Τελωνείο ………, ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι τα τιμολόγια εισαγωγής που κατατέθηκαν ως δικαιολογητικά για τις διασαφήσεις αυτές ήταν πλαστά, κατασκευασμένα από την «………….. ………», με σκοπό την υποτιμολόγηση των εισαχθέντων προϊόντων και την αποφυγή πληρωμής των αναλογούντων δασμών και λοιπών τελών, δικαιωμάτων και φορολογικών επιβαρύνσεων, καθώς τούτο προέκυψε από τις διαπιστώσεις που αναφέρονται στις προαναφερθείσες εκθέσεις ελέγχου της αρμόδιας τελωνειακής αρχής […] και επαναλαμβάνονται στην αιτιολογία της εκκαλουμένης αποφάσεως, διαπιστώσεις που ο εκκαλών ουδόλως αμφισβήτησε. […] Το μόνο που αμφισβητεί ο εκκαλών είναι την σύμπραξή του στην τέλεση των πράξεων που συνιστούν τα ειδικότερα τεχνάσματα που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση της λαθρεμπορίας και την συνδρομή στο πρόσωπό του άμεσου δόλου και όχι τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την «……….» και τις ενέργειες του ………, τις οποίες συνομολογεί. Περαιτέρω, ως προς το στοιχείο του δόλου, που απαιτείται να συντρέχει στο πρόσωπο του εκκαλούντος για την στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης της λαθρεμπορίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι: α) Ο εκκαλών συμμετείχε εξαρχής στην σύσταση τόσο της αφανούς εταιρίας όσο και της Ε.Π.Ε., λειτουργώντας μάλιστα ως «συνδετικός κρίκος» μεταξύ των μελών και των δύο εταιριών. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις και τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο εκκαλών ήταν από παλιά στενός φίλος, συγκάτοικος και συμφοιτητής με τον ……., αυτός έφερε σε επαφή τον ……. με τον ………, καθώς, όπως δήλωσε ο τελευταίος, από όλους τους εταίρους γνώριζε μόνο τον εκκαλούντα, που διατηρούσε εξοχική κατοικία στον ………… όπου ο ίδιος διέμενε (βλ. σχετ. την προσκομισθείσα πρωτοδίκως «έκθεση κατ’ αντιπαράσταση εξέτασης κατηγορουμένων»), ενώ και ο …… ……… ήταν φίλος και συνάδελφος του εκκαλούντος. Συνεπώς, ο εκκαλών, από κοινού με τον στενό του φίλο ……….., αποφάσισαν να ιδρύσουν τόσο την αφανή εταιρία, όσο και την Ε.Π.Ε., η οποία ήταν απαραίτητη για την άσκηση των δραστηριοτήτων της αφανούς εταιρίας. Για τον σκοπό αυτόν, ο εκκαλών γνώρισε στον φίλο του Θεόδωρο Τρίψα τον Δημήτριο …, εν συνεχεία δε ο ….προσέλαβε τον ……….. ……, ο οποίος δέχθηκε να συμμετάσχει στην αφανή εταιρία και στην ………με την υπόσχεση κέρδους. Επίσης, ο εκκαλών και ο ……. ….. ήταν εκείνοι που παρουσιάσθηκαν στον ……….. ως ενδιαφερόμενοι για την σύσταση της αφανούς εταιρίας και της ……. και, προβάλλοντας «κωλύματα ασυμβιβάστου», αναζήτησαν παρένθετα πρόσωπα για την σύσταση της τελευταίας. Ακολούθως, καθ’ υπόδειξη των ιδίων (………. και του εκκαλούντος), τα παρένθετα πρόσωπα, ήτοι ο γνωστός του εκκαλούντος ………… μακροχρόνια άνεργος και ανασφάλιστος, τον οποίο γνώριζε ο …………, συνεργάτης του ανωτέρω δικηγόρου ………. ………, συνέστησαν στις …. την ………..» και, στις ……., έξι ημέρες μετά την υπογραφή του συμβολαίου ίδρυσης της ………… ίδρυσαν και την αφανή εταιρία, συμφώνησαν δε ρητώς ότι …….. θα λειτουργούσε για να εξυπηρετήσει τον σκοπό της επιχειρηματικής δραστηριότητας της αφανούς εταιρίας. β) Από όλους τους όρους του ιδιωτικού συμφωνητικού ίδρυσης της αφανούς εταιρίας προκύπτει σαφώς ότι η «………. …….» ήταν εταιρία απολύτως ελεγχόμενη από τους αφανείς εταίρους, μεταξύ των οποίων και ο εκκαλών, σκοπός δε της ιδρύσεώς της ήταν να δύνανται αυτοί (οι αφανείς εταίροι) να ασκούν την παράνομη δραστηριότητά τους, μέσω των λειτουργούντων ως παρένθετων προσώπων εμφανών εταίρων. Το ότι σκοπός σύστασης τόσο της αφανούς εταιρίας όσο και της ….. ήταν εξαρχής η παράνομη δραστηριότητα και η καταστρατήγηση των διατάξεων της τελωνειακής και φορολογικής νομοθεσίας συνάγεται από την υπόσχεση που είχε δοθεί στον διαχειριστή της Ε……… ……. ότι, εκτός από την καταβολή μηνιαίας αμοιβής, οι δ…………..θα αναλάμβαναν την υπεράσπισή του «εάν κάτι πήγαινε στραβά». γ) Ο εκκαλών έπεσε σε αντιφάσεις σχετικά με τα κίνητρα συμμετοχής του στην αφανή εταιρία. Τούτο διότι, αρχικά μεν υποστήριξε ότι ήθελε να επενδύσει ποσό 5.000 ευρώ στην υπό ίδρυση εταιρία, προκειμένου να ενισχύσει τα έσοδά του, αλλά και για να βοηθήσει τον παλιό του φίλο ………., που βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, όμως μετέπειτα, ανασκευάζοντας δήλωσε ότι μετείχε στην αφανή εταιρία χωρίς προσδοκία κέρδους, με μόνο σκοπό να της προσδώσει κύρος και αίγλη λόγω της επαγγελματικής του ιδιότητας, σκοπός ωστόσο που δεν μπορεί να ήταν το πραγματικό του κίνητρο, αφού δεν νοείται η απόδοση κύρους σε αφανή εταιρία. δ) Ο εκκαλών συμμετείχε στην αφανή εταιρία από την σύστασή της τον 8/2006 και διατήρησε αυτή του την ιδιότητα μέχρι τον 6/2008, οπότε μετατράπηκε η ………..» σε μονοπρόσωπη ………. με μόνον εταίρο τον …….. ……… Τούτο προκύπτει από το με ημερομηνία ………. ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης της αφανούς εταιρίας, με το οποίο το ποσό της χρηματικής συνεισφοράς του εκκαλούντος στο κεφάλαιο της εταιρίας αυξήθηκε σε 30.000 ευρώ, το δε ποσοστό συμμετοχής του στις κερδοζημίες ορίσθηκε σε 15% (από 5.000 ευρώ και 10%, αντιστοίχως, στο αρχικό συμφωνητικό). Η γνησιότητα του από ……… ιδιωτικού συμφωνητικού περί αύξησης του κεφαλαίου της αφανούς εταιρίας από 50.000 ευρώ σε 200.000 ευρώ, με την συμμετοχή και του εκκαλούντος, ενισχύεται και από το περιεχόμενο του προηγηθέντος ………. συμβολαίου περί αντίστοιχης αύξησης του κεφαλαίου της ………». Σύμφωνα δε με όσα δήλωσε ο …… ……. στις τελωνειακές αρχές της Θεσσαλονίκης και της ….., το φέρον ημερομηνία ……….. ιδιωτικό συμφωνητικό περί αποχώρησης του εκκαλούντος από την …… συντάχθηκε εκ των υστέρων, με την λύση της αφανούς εταιρίας τον 6/2008, και προχρονολογήθηκε προκειμένου να απαλλαγεί ο εκκαλών των ευθυνών του (δεδομένου ότι από τον 12/2006 διαπιστώθηκαν οι διαπραχθείσες εκ μέρους της …… φορολογικές παραβάσεις). Οι ανωτέρω δηλώσεις του ……….. δεν ανατρέπονται από την κατάθεση του …………, προσώπου που δεν είχε εμφανισθεί στα πλαίσια των διοικητικών ελέγχων, ούτε διετέλεσε δικηγόρος της εταιρίας, αλλά ούτε και από την πιθανολόγηση της ειδικής δικαστικής γραφολόγου ως προς την μη γνησιότητα της υπογραφής του εκκαλούντος επί του ανωτέρω εγγράφου. Επιπλέον, ο …… ……, ο οποίος ήταν δικηγόρος της ……….. από της συστάσεώς της έως τον 1/2007, προσκόμισε στην …….. το πρωτότυπο του από ………… τροποποιητικού, δηλώνοντας (σχετ. η από ………… κατάθεσή του) ότι το υπέγραψαν ενώπιόν του οι ……, …… και …………, ότι το άφησε στα γραφεία της …. και ότι του το επέστρεψε ο …….. υπογεγραμμένο από τον εκκαλούντα και τον …….., ενώ, ως προς το τροποποιητικό της ………, δήλωσε ότι δεν συντάχθηκε από αυτόν και ότι για πρώτη φορά έμαθε την ύπαρξή του το καλοκαίρι του 2009, όταν του το απέστειλε με FAX η μητέρα του εκκαλούντος. Εξάλλου, ούτε από το προσκομισθέν πρωτοδίκως έγγραφο του καθηγητή του …………, περί της υποχρεωτικής φοίτησης του εκκαλούντος στην Ρώμη, προκύπτει αδυναμία αυτού να υπογράψει το επίμαχο συμφωνητικό, πρωτίστως διότι, σύμφωνα με το ίδιο έγγραφο, και κατά ……… φέρεται να βρισκόταν στην ……., όμως δεν αμφισβητείται ότι ……….. υπέγραψε στην Θεσσαλονίκη το ιδιωτικό συμφωνητικό ίδρυσης της αφανούς εταιρίας. ε) Η απουσία του εκκαλούντος στην …… για λόγους σπουδών δεν αποκλείει την γνώση και συμμετοχή του στις παράνομες δραστηριότητες της εταιρίας ………. η οποία λειτουργούσε υπό τον πλήρη έλεγχο της αφανούς εταιρίας και στην οποία ο εκκαλών συμμετείχε, κατά τα ανωτέρω, καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα και μάλιστα από 3-1-2007 και εφεξής με αυξημένη συμμετοχή. Και τούτο διότι, αφενός ο εκκαλών βρισκόταν σε διαρκή επικοινωνία με τον ………, μέσω τηλεφώνου και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, σύμφωνα με όσα δήλωσε ο διαχειριστής της ……….. ………, αφετέρου επισκεπτόταν κατά τακτά χρονικά διαστήματα τα γραφεία της εταιρίας, σύμφωνα με όσα κατέθεσε η γραμματέας της …….. ……….. και, συνεπώς, είχε την δυνατότητα να παρακολουθεί τις δραστηριότητες της ……… και να λαμβάνει σχετικές αποφάσεις. Αντιθέτως, η παρουσία του εκκαλούντος στην …….. κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα του επέτρεπε να υποβοηθά την μεταφορά των προϊόντων που εισήγαγε η …….. από την ……. στις εκεί εδρεύουσες εταιρίες κινεζικών συμφερόντων, οι οποίες ήταν και οι πραγματικοί αγοραστές. Τούτο επιβεβαιώθηκε μάλιστα στην περίπτωση των τελωνισθέντων με την δεύτερη επίδικη διασάφηση προϊόντων, για τα οποία ο οδηγός του φορτηγού που τα μετέφερε από την Θεσσαλονίκη στην ……… (βάσει εικονικής διεθνούς φορτωτικής, που αφορούσε δήθεν αποστολή τους από την …….. στην ……….), δήλωσε στις τελωνειακές αρχές ότι είχε λάβει από τους υπεύθυνους της Ε.Π.Ε. τον τηλεφωνικό αριθμό ενός Έλληνα ………. (του εκκαλούντος), με τον οποίο επικοινώνησε, μετά την άφιξή του εκεί, και αυτός του υπέδειξε τον τόπο παράδοσης των προϊόντων, καθοδηγώντας τον σχετικώς, γεγονός που συνομολογεί ο εκκαλών, υποστηρίζοντας όμως ότι δεν γνώριζε για την παράνομη μεταφορά. Ενόψει όλων των ανωτέρω, συνεκτιμώντας και την προσκομισθείσα απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, η οποία όμως δεν περιέχει ειδική αιτιολογία για την αθώωση του εκκαλούντος, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εκκαλών, ως αφανής εταίρος κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, συμμετείχε ενεργά στην διαχείριση και την λήψη αποφάσεων της αφανούς εταιρίας, η οποία, σύμφωνα με το καταστατικό ιδρύσεώς της, είχε τον αποκλειστικό έλεγχο της δραστηριότητας της «……..………………. Επομένως, από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, που αφορούν τις εν γένει συνθήκες που έλαβαν χώρα κατά την τέλεση των επίδικων τελωνειακών παραβάσεων, όπως προεκτέθηκαν, καθίσταται φανερό ότι, κατά τον χρόνο διάπραξης αυτών, ο εκκαλών τελούσε σε γνώση των παράνομων ενεργειών που συνιστούσαν τις τελωνειακές παραβάσεις της λαθρεμπορίας, γεγονός που τον καθιστά συνυπαίτιο της τέλεσης των αποδιδόμενων με τις επίδικες καταλογιστικές πράξεις λαθρεμπορικών παραβάσεων. Σύμφωνα δε με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην σκέψη 5 της παρούσας [ήδη αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης], για να τεκμηριωθεί η ύπαρξη δόλου, αρκεί να ενυπάρχει στα συγκεκριμένα εκάστοτε περιστατικά η γνώση και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος, γεγονός που συντρέχει εν προκειμένω. Εξάλλου, τα ανωτέρω εκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, που δεν αμφισβητήθηκαν, δικαιολογούν λογικώς την συναγωγή συμπεράσματος περί ύπαρξης δόλου του εκκαλούντος και, ως εκ τούτου, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο την συνδρομή δόλου στο πρόσωπό του, δεν υπερέβη την εξουσία του, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο εκκαλών, εφόσον και η τελωνειακή αρχή κατέληξε στην ίδια κρίση θεωρώντας τον εκκαλούντα συνυπαίτιο της τέλεσης των παραβάσεων. Συνεπώς, ορθώς και νομίμως κρίθηκαν αυτά και πρωτοδίκως, με την παρόμοια αιτιολογία της εκκαλουμένης αποφάσεως, οι δε αντίθετοι ισχυρισμοί του εκκαλούντος είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.”.
13. Επειδή, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 17 του ν. 4446/2016, δεν εφάρμοσε την τεθείσα με το άρθρο αυτό νέα διάταξη του εδαφίου β΄ της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του ΚΔΔ. Συναφώς, ισχυρίζεται ότι, σύμφωνα με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, νεότερες δικονομικές ρυθμίσεις, ευνοϊκότερες των προηγουμένων, έχουν αναδρομική εφαρμογή ακόμα κι αν δεν προβλέπεται στο νόμο ειδική ρύθμιση διαχρονικού δικαίου. Ανεξάρτητα από το εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, που δημοσιεύθηκε το 2017, περιέχει (έμμεση) ερμηνευτική κρίση για το ως άνω τιθέμενο ζήτημα και, γενικότερα, από το αν ο λόγος προβάλλεται παραδεκτώς, από την άποψη της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, πάντως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 8, δεδομένου ότι η συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Κομοτηνής έλαβε χώρα την 7.6.2016, ήτοι πριν από την 22.12.2016, ημέρα έναρξης ισχύος του ανωτέρω άρθρου του ν. 4446/2016.
14. Επειδή, με το δικόγραφο της έφεσης, ο αναιρεσείων προέβαλε παραβίαση του άρθρου 4 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ, κατ’ επίκληση της προαναφερόμενης ……../2014 αμετάκλητης απόφασης του ……. Τριμελούς Ποινικού Εφετείου ……….., με την οποία αθωώθηκε από το ποινικό αδίκημα της συμμετοχής σε λαθρεμπορία κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσα στη …… και τη ……. από τον ……….. έως…….. τον Σεπτέμβριο του 2007. Ο ανωτέρω λόγος έφεσης δεν αντιμετωπίσθηκε ρητώς από το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, αλλά πρέπει να θεωρηθεί ότι απορρίφθηκε εμμέσως με τις προεκτεθείσες σκέψεις του περί αυτοτέλειας της διοικητικής διαδικασίας και δίκης σχετικά με την επιβολή πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας έναντι της αντίστοιχης ποινικής διαδικασίας και περί μη δέσμευσης του διοικητικού δικαστηρίου από την τυχόν προηγηθείσα αμετάκλητη απαλλακτική κρίση του ποινικού δικαστή (πρβλ. ΣτΕ 167-169/2017 επταμ.). Ειδικότερα, με τις μνημονευόμενες στη σκέψη 6 της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας υπ’ αριθμ. 1741/2015 και 2067/2011, το παρόν Δικαστήριο ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές διατάξεις του προηγούμενου Τελωνειακού Κώδικα (άρθρα 89 παρ. 2, 97 παρ. 3 και 8, 100 παρ. 1 και 2 του ν. 1165/1918, Α 73, παρόμοιου περιεχομένου με τις διατάξεις των άρθρων 142 παρ. 2, 150 παρ. 1 και 5 και 155 παρ. 1 του ν. 2960/2001) και του ΚΔΔ (άρθρο 5 παρ. 2), σε συνδυασμό προς την αρχή ne bis in idem, και έκρινε ότι το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε υπόθεση επιβολής πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας, στην οποία έχει περατωθεί, με αμετάκλητη απόφαση, η ποινική διαδικασία για το αντίστοιχο ποινικό αδίκημα λαθρεμπορίας. Εν όψει τούτου συνάγεται ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, με την προπαρατεθείσα ερμηνευτική κρίση του, στο πλαίσιο της οποίας παρέπεμψε ρητώς στις αποφάσεις 1741/2015 και 2067/2011 του Συμβουλίου της Επικρατείας, έκρινε εμμέσως πλην σαφώς ότι, σε υπόθεση επιβολής πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας, όπως η παρούσα, ο κανόνας του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ δεν εφαρμόζεται και, συνεπώς, δεν επηρεάζει την ως άνω ερμηνεία και την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 142 (παρ. 2), 150 (παρ. 1 και 5) και 155 (παρ. 1) του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και 5 (παρ. 2) του ΚΔΔ (πρβλ. ΣτΕ 2987/2017 επταμ.).
15. Επειδή, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, κρίνοντας, σε σχέση με τον καταλογισμό σε βάρος του πολλαπλών τελών, λόγω συμμετοχής του στις ένδικες λαθρεμπορικές παραβάσεις, ότι δεν δεσμεύεται από την προαναφερόμενη ……./2014 αμετάκλητη, αθωωτική για τον ίδιο, απόφαση του .. Τριμελούς Ποινικού Εφετείου ……., απέρριψε τον παραπάνω λόγο έφεσης κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, ενόψει της διάταξης του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, ο αναιρεσείων επικαλείται αντίθεση της αναιρεσιβαλλομένης, μεταξύ άλλων, προς την απόφαση Ruotsalainen του ΕΔΔΑ. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι βάσιμος, δοθέντος ότι η ανωτέρω έμμεση ερμηνευτική κρίση του Διοικητικού Εφετείου για το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ (ότι, δηλαδή, ο εν λόγω κανόνας της ΕΣΔΑ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει την εφαρμογή διατάξεων εθνικής νομοθεσίας, όπως εκείνων των άρθρων 142 παρ. 2, 150 παρ. 1 και 5 και 155 παρ. 1 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, από τις οποίες προκύπτει ότι η διοικητική διαδικασία και δίκη περί της επιβολής σε ορισμένο πρόσωπο χρηματικής κύρωσης για διοικητική παράβαση λαθρεμπορίας/ φοροδιαφυγής είναι αυτοτελής σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική διαδικασία έναντι του ίδιου προσώπου, για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση, με συνέπεια να εξακολουθεί και να μην επηρεάζεται από την αμετάκλητη περάτωση, με αθωωτική απόφαση, της οικείας ποινικής διαδικασίας) έρχεται, καταρχήν, σε αντίθεση με την προεκτεθείσα ερμηνεία της ίδιας διάταξης της ΕΣΔΑ στην απόφαση Ruotsalainen του ΕΔΔΑ (βλ. ανωτέρω, σκέψη 11). Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης προβάλλεται παραδεκτώς. Περαιτέρω, είναι και βάσιμος, διότι η προαναφερόμενη έμμεση ερμηνευτική κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου δεν είναι νόμιμη, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 5. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, κατά το μέρος της που αφορά στην επιβολή σε βάρος του αναιρεσείοντος, ως υπαίτιου τελωνειακών παραβάσεων λαθρεμπορίας, πολλαπλών τελών, τόσο ιδιαίτερα (κατ’ επιμερισμό) όσο και αλληλέγγυα (για το σύνολο των πολλαπλών τελών που καταλογίσθηκαν στους συνυπαίτιους των επίμαχων παραβάσεων). Περαιτέρω, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το αντίστοιχο σκέλος της (που έχει “ποινική” φύση, κατά την ΕΣΔΑ), στο Διοικητικό Εφετείο ……., προκειμένου αυτό να ερευνήσει, κατόπιν εκτίμησης του πραγματικού, αν συντρέχουν, εν προκειμένω, όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής του κανόνα ne bis in idem (πρβλ. ΣτΕ 2987/2017 επταμ.), ιδίως δε, αν η ποινική κατηγορία από την οποία απαλλάχθηκε αμετάκλητα ο αναιρεσείων, με την …../2014 απόφαση του ….. Τριμελούς Ποινικού Εφετείου ………., περιελάμβανε ειδικώς και τις λαθρεμπορικές παραβάσεις, οι οποίες αντιστοιχούν, ως ιστορικά γεγονότα, στις τρεις ένδικες διασαφήσεις …………., που κατέθεσε η «….. …….» στο Τελωνείο ………, πράγμα που (ναι μεν προβλήθηκε με την έφεση, αλλά) δεν βεβαιώνεται ρητώς στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ούτε προκύπτει με σαφήνεια από αυτήν. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Ι. Σύμπλης….
16. Επειδή, ο αναιρεσείων ανέφερε στην έφεσή του ότι με την ως άνω ……./2014 αμετάκλητη απόφαση του ….. Τριμελούς Ποινικού Εφετείου ……. απαλλάχθηκε από την κατηγορία της συμμετοχής σε λαθρεμπορία κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσα στη ….. και τη ……. από τον ……. έως τον …….. του 2007, με το ακόλουθο σκεπτικό, που διατυπώνεται στις σελίδες 64 και 65 της εν λόγω ποινικής απόφασης: «[…] από τα ως άνω αποδεικτικά στοιχεία πλήρως αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ……… ήταν αυτός που αποφάσιζε και συντόνιζε τη δραστηριότητα του συγκατηγορουμένου του ……. …………, όπως αυτή περιγράφεται παραπάνω. Ο τελευταίος είχε εκτελεστικό αποκλειστικά ρόλο, ο οποίος περιοριζόταν στην υλοποίηση των εγκληματικών σχεδίων του …. ……. […] Άλλωστε ο ……… ……. ήταν αυτός που διέθετε τόσο τις γνωριμίες όσο και τις γνώσεις που ήταν απαραίτητες για την ανάπτυξη της ως άνω εγκληματικής δραστηριότητας και ήταν αυτός που καρπώνονταν άμεσα τα όποια οικονομικά οφέλη από την δραστηριότητα αυτή. Κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξεως της ηθικής αυτουργίας στην ως άνω τελεσθείσα από τον συγκατηγορούμενό του ………. αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσα με ιδιαίτερα τεχνάσματα με διαφυγόντες δασμούς άνω των 30.000 ευρώ. Αντίθετα, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι …….. ……… είχαν γνώση της τέλεσης των παραπάνω αξιόποινων πράξεων από τον συγκατηγορούμενό τους …… ………….. Οι δύο αυτοί κατηγορούμενοι ήσαν ιατροί … εισήλθαν δε στην αφανή εταιρεία για επενδυτικούς λόγους, λόγω παλιότερης γνωριμίας με τον ……. …………. Η συμμετοχή τους στην εταιρεία αυτή περιοριζόταν στην καταβολή των χρηματικών κεφαλαίων που ήταν απαραίτητα για τη λειτουργία της, χωρίς να υπάρχει περαιτέρω ανάμειξη στη δραστηριότητά της, η οποία ελέγχονταν πλήρως από τον συγκατηγορούμενό τους ………, ο οποίος ήταν ο κινητήριος μοχλός και ο ιθύνων νους αυτής και υλοποιούνταν από τον ……….. Καμία επαφή δεν είχαν αυτοί με τον ………. ούτε αποδείχθηκε οποιαδήποτε ενέργειά τους ενισχυτική έστω της τελέσεως των ως άνω αδίκων πράξεων από τον συγκατηγορούμενό τους ώστε να μπορεί να γίνει λόγος περί συμμετοχής τους στις πράξεις αυτές υπό το μορφή της ηθικής αυτουργίας που τους αποδίδεται. Κατά συνέπεια πρέπει να κηρυχθούν αυτοί αθώοι της πράξεως της ηθικής αυτουργίας στην ως άνω τελεσθείσα από τον συγκατηγορούμενό τους ………. αξιόποινη πράξη της λαθρεμπορίας κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσα με ιδιαίτερα τεχνάσματα με διαφυγόντες δασμούς άνω των 30.000 ευρώ.». Ακολούθως, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος και την ως άνω κρίση του Ποινικού Εφετείου ………., προέβαλε ως λόγο έφεσης ότι δεν είχε γνώση των ένδικων λαθρεμπορικών πράξεων και συμμετοχή στην τέλεσή τους. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο … έκρινε, συναφώς, ότι, κατά την έννοια των άρθρων 142 παρ. 2, 150 παρ. 1 και 155 παρ. 1 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, σε συνδυασμό με το άρθρο 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, το διοικητικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέσθηκε η διοικητική παράβαση της λαθρεμπορίας, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αλλά υποχρεούται να την εκτιμήσει κατά τη διαμόρφωση της κρίσης του, χωρίς πάντως να απαιτείται πανηγυρική εξαγγελία περί τούτου (βλ. σκέψη 6 της αναιρεσιβαλλομένης). Από την ανωτέρω ερμηνεία προκύπτει ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έκρινε εμμέσως πλην σαφώς ότι, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και του ΚΔΔ, δεν χρειαζόταν να συνεκτιμήσει κατά τρόπο ειδικό την προαναφερόμενη αμετάκλητη, αθωωτική για τον αναιρεσείοντα, ποινική απόφαση. Περαιτέρω, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, «[…] συνεκτιμώντας και την προσκομισθείσα απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, η οποία όμως δεν περιέχει ειδική αιτιολογία για την αθώωση του [αναιρεσείοντος]», έκρινε ότι ο αναιρεσείων τελούσε σε γνώση των παράνομων ενεργειών που συνιστούσαν τις επίμαχες τελωνειακές παραβάσεις και νομίμως αυτός είχε κριθεί από την τελωνειακή αρχή συνυπαίτιος της τέλεσης των ένδικων παραβάσεων.
17. Επειδή, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι (α) η αναφερόμενη στην προηγούμενη σκέψη ερμηνευτική κρίση του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου ενέχει εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 142, 150 και 155 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα και του άρθρου 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, τα οποία, ενόψει του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, έχουν την έννοια ότι το διοικητικό δικαστήριο που κρίνει επί της διοικητικής παράβασης της λαθρεμπορίας υποχρεούται να συνεκτιμήσει κατά τρόπο ειδικό την οικεία αμετάκλητη απαλλακτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου και (β) η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη, ως προς την κρίση της με την οποία του αποδόθηκε γνώση των επίμαχων τελωνειακών παραβάσεων και συνυπαιτιότητα στη διάπραξή τους, διότι το Διοικητικό Εφετείο παρέλειψε να εκτιμήσει κατά τρόπο ειδικό την προεκτεθείσα αιτιολογία της ………/2014 αμετάκλητης απόφασης του …..Τριμελούς Ποινικού Εφετείου …….., με την οποία απαλλάχθηκε από την κατηγορία της συμμετοχής σε λαθρεμπορία κατ’ εξακολούθηση, τελεσθείσα στη ……. και τη ….. από τον …… έως τον ………. του 2007. Προς θεμελίωση του παραδεκτού του λόγου, ο αναιρεσείων διατυπώνει τον ισχυρισμό ότι η επίμαχη ερμηνευτική κρίση της αναιρεσιβαλλομένης είναι αντίθετη, μεταξύ άλλων, προς τις αποφάσεις 2403/2015 και 167/2017 του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός είναι βάσιμος (βλ. ανωτέρω σκέψη 7) και, συνεπώς, ο λόγος προβάλλεται παραδεκτώς. Περαιτέρω είναι και βάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 7, το Διοικητικό Εφετείο όφειλε να συνεκτιμήσει κατά τρόπο ειδικό, ενόψει του σκεπτικού της, την προαναφερόμενη αμετάκλητη απόφαση του Ποινικού Εφετείου ……., η οποία αθώωσε τον αναιρεσείοντα από ποινικό αδίκημα εν πάση περιπτώσει συνδεόμενο κατ’ ουσίαν με τις ένδικες λαθρεμπορικές παραβάσεις που του καταλόγισε η τελωνειακή αρχή, στο πλαίσιο δε αυτό το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο συνεκτίμησε με πλημμελή αιτιολογία την εν λόγω ποινική απόφαση, καθόσον ναι μεν σημείωσε ότι αυτή στερείται ειδικής αιτιολογίας, όσον αφορά την αθώωση του αναιρεσείοντος (πράγμα που, αληθές υποτιθέμενο, θα δικαιολογούσε τη συνεκτίμησή της κατά τρόπο γενικό), αλλά αντιπαρήλθε τον προεκτεθέντα ισχυρισμό του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ότι η αθωωτική απόφαση περιείχε το εκτεθέν στο δικόγραφο της έφεσης σκεπτικό, στο οποίο παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους το Ποινικό Εφετείο τον έκρινε αθώο. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, κατά το σκέλος της που αφορά στο χαρακτηρισμό του αναιρεσείοντος ως συνυπαίτιου των ένδικων τελωνειακών παραβάσεων λαθρεμπορίας και στην επιβολή σε βάρος του (τόσο ιδιαίτερα, κατ’ επιμερισμό, όσο και αλληλέγγυα, για το σύνολο των αντίστοιχων ποσών), αφενός, των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων και, αφετέρου, των ποινών ανακριβούς δήλωσης. Περαιτέρω, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί, κατά το αντίστοιχο μέρος της, στο Διοικητικό Εφετείο ………, για νέα νόμιμη κρίση, η οποία θα πρέπει να διενεργηθεί σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στις σκέψεις 7 και 10. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Ι. Σύμπλης, ……….
ΣΥΝΟΨΗ
των προϋποθέσεων ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗΣ (της ουσιαστικής πτυχής) του τεκμηρίου αθωότητας:
• Αμετάκλητη
• αθωωτική απόφαση (ή απαλλακτικό βούλευμα), έστω και λόγω αμφιβολιών.
• επί κατηγορίας «ποινικής φύσης», κατά την αυτόνομη έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ.
• Επαρκής σύνδεσμος μεταξύ της πρώτης (ποινικής φύσεως) διαδικασίας με επακόλουθη (όχι απαραίτητα ποινικής φύσεως) διαδικασία (λ.χ. επιβολή φόρου). Τέτοιος σύνδεσμος συντρέχει ιδίως όταν στις δύο διαδικασίες εξετάζεται η συνδρομή των ίδιων ή ουσιωδώς όμοιων πραγματικών περιστατικών.
Προσοχή! Το τεκμήριο αθωότητας δεν ενεργοποιείται όταν έχει προηγηθεί παύση ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής του ποινικού αδικήματος, καθώς και όταν δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπων μεταξύ της ποινικής και της διοικητικής διαδικασίας (λ.χ. φυσικό / νομικό πρόσωπο).
και των ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ της:
Υποχρέωση σεβασμού της προηγηθείσας αμετάκλητης αθωωτικής κρίσης από την δημόσια (λ.χ. δικαστική) αρχή που επιλαμβάνεται της επακόλουθης (όχι απαραίτητα ποινικής φύσεως) διαδικασίας. Η ως άνω υποχρέωση σεβασμού της αμετάκλητης αθωωτικής κρίσης δεν αποκλείει τη δυνατότητα απόκλισης από αυτήν.
Ο διοικητικός δικαστής μπορεί να αποκλίνει από την αθωωτική κρίση του ποινικού δικαστή, κατόπιν ειδικής αιτιολογίας, στηριζόμενος: (α) στη διαφοροποίηση μεταξύ των προϋποθέσεων του ποινικού αδικήματος και της αντίστοιχης διοικητικής παράβασης είτε (β) στο χαμηλότερο βαθμό απόδειξης της διοικητικής παράβασης που ισχύει στη διοικητική δίκη, σε σχέση με εκείνο που διέπει την ποινική δίκη, για το αντίστοιχο ποινικό αδίκημα είτε (γ) (και) σε στοιχεία που δεν είχε λάβει υπόψη του το ποινικό δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο.
Ερωτήματα κατανόησης επί του τεκμηρίου αθωότητας:
1. Θα μπορούσε ποτένα τεθεί ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου ζήτημα εφαρμογής της διαδικαστικής πτυχής του τεκμηρίου αθωότητας;
2. Θα μπορούσε ποτέ να τεθεί ζήτημα εφαρμογής της ουσιαστικής πτυχής του τεκμηρίου αθωότητας από ένα διοικητικό δικαστήριο κατά τον έλεγχο της νομιμότητας μιας πράξεως επιβολής φόρου; Eπί καταφατικής απάντησης, αναφέρατε μία τέτοια περίπτωση.
3. Θα μπορούσε ποτέ να τεθεί ζήτημα εφαρμογής της ουσιαστικής πτυχής του τεκμηρίου αθωότητας από ένα ποινικό δικαστήριο, λόγω προηγούμενης επιβολής σε βάρος του ίδιου κατηγορούμενου ενός διοικητικού προστίμου; Eπί καταφατικής απάντησης, αναφέρατε τις προϋποθέσεις που θα έπρεπε να πληρούνται.
4. Σε βάρος ενός διοικούμενου επιβάλλεται διοικητικό πρόστιμο για ορισμένη παράβαση. Κατόπιν προσβολής της πράξεως επιβολής προστίμου με προσφυγή, πετυχαίνει την ακύρωσή της με τελεσίδικη απόφαση του αρμόδιου ΤΔΔ για ουσιαστικούς λόγους (= δεν έλαβαν χώρα τα αποδιδόμενα πραγματικά περιστατικά). Επί άλλης διοικητικής διαφοράς ουσίας ανακύπτει ως προδικαστικό ζήτημα η τέλεση (ή μη) της ανωτέρω διοικητικής παράβασης εκ μέρους του ίδιου διοικούμενου. Ερωτάται: Δεσμεύεται το δεύτερο ΤΔΔ από την «αθωωτική» κρίση του πρώτου ΤΔΔ και εάν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις ; Μπορεί το δεύτερο ΤΔΔ να αποκλίνει από την κρίση του πρώτου ΤΔΔ αναφορικά με την (μη) τέλεση της παράβασης και εάν ναι υπό ποιες προϋποθέσεις;
ΙΙΙ. Η αρχή ne bis in idem
Η αρχή ne bis in idem κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αλλά και το ενωσιακό δίκαιο (ως γενική αρχή, που έχει πλέον ενσωματωθεί στο άρ. 50 του Χάρτη ΘΔΕΕ)19. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η οποία έχει διαδικαστικό χαρακτήρα: «κανείς δεν διώκεται, ούτε τιμωρείται ποινικά δις για το ίδιο αδίκημα». Για τις ανάγκες αυτής της εισήγησης, πρώτα θα παρουσιασθεί η βασική νομολογία του ΕΔΔΑ αναφορικά με την έννοια και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω αρχής [κατωτέρω υπό 1] και στη συνέχεια η σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί φορολογικών (κυρίως) διαφορών [κατωτέρω υπό 2]. Ειδικότερα:
Όπως εκτέθηκε, η αρχή ne bis in idem κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και απαγορεύει την ποινική δίωξη ή καταδίκη για δεύτερη φορά του ίδιου προσώπου για την ίδια συμπεριφορά. Τα κρίσιμα ερμηνευτικά στοιχεία της αρχής αυτής είναι το idem και το bis, δηλαδή η ταυτότητα της επίδικης συμπεριφοράς και η επανάληψη δίωξης ή η επανεπιβολή ποινής.
1. Η αρχή Νe bis in idem στη νομολογία του ΕΔΔΑ
Α. Idem
Η νομολογία του ΕΔΔΑ δεν καταλείπει αμφιβολία ως προς το idem αναφορικά με το διωκόμενο πρόσωπο: Tο Δικαστήριο δέχεται παγίως ότι το ne bis in idem είναι ανεφάρμοστο όταν τα αξιόποινα πραγματικά περιστατικά αφορούν διαφορετικά πρόσωπα. Πιο ενδιαφέρουσα είναι όμως η θέση του ΕΔΔΑ ως προς το αντικείμενο του idem: ο όρος αναφέρεται στην επίδικη συμπεριφορά καθ΄ αυτήν (δηλ. στα πραγματικά περιστατικά) ή στον νομικό χαρακτηρισμό της; Έως το 2009, η νομολογία του ΕΔΔΑ σχετικά με αυτό το ερώτημα απείχε αρκετά από το να χαρακτηριστεί συνεκτική.
Το Δικαστήριο είχε προοδευτικά υιοθετήσει διάφορες αντικρουόμενες λύσεις, ώσπου να αποκρυσταλλώσει τελικά τη νομολογία του το 2009 με την απόφαση Serguei Zolotοukhin κατά Ρωσίας. Με την απόφαση αυτή [σκ. 82], το Τμήμα ευρείας σύνθεσης του ΕΔΔΑ έκρινε ότι το ne bis in idem ενεργοποιείται όταν το παρεπόμενο αδίκημα απορρέει από ταυτόσημα ή ουσιωδώς όμοια πραγματικά περιστατικά με αυτά που ήταν τα συστατικά της αρχικής ποινικής δίωξης (idem factum) [ Βλ. Π. Βογιατζής, Ne bis in idem και τεκμήριο αθωότητας από την ποινική στη διοικητική δίκη: ζητήματα ασυμβατότητας μεταξύ του ΕΔΔΑ και του Συμβουλίου της Επικρατείας, ΘΠΔΔ, 6/2015, σελ. 533 επ.].
Β. Bis
Παρά το γεγονός ότι η έννοια του bis, δηλαδή της δεύτερης δίωξης ή καταδίκης, είναι εκ πρώτης όψεως εύληπτη, εντούτοις η ερμηνεία της εγείρει διάφορα ζητήματα που σχετίζονται ιδιαίτερα με τους τρόπους αλληλοεπικάλυψης των δύο διαδικασιών. Το βασικό ζήτημα αφορά τον χρόνο ενεργοποίησης του ne bis in idem. Το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου περιλαμβάνει στην αγγλική και γαλλική έκδοση αντίστοιχα τις φράσεις «finally acquitted or convicted» και «jugement definitif».
Η ερμηνεία που το ΕΔΔΑ έχει προσδώσει σε αυτούς τους όρους είναι ότι η πρότερη ποινική διαδικασία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί και να έχει παραχθεί δεδικασμένο (“res judicata”) [βλ. ενδ. ΕΔΔΑ, Mihalache v. Romania, 8.7.2019, ιδ. σκ. 102 – 116]. Με όρους ελληνικού δικονομικού δικαίου, γίνεται δεκτό ότι η πρώτη διαδικασία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί με απόφαση, η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη. Από τη στιγμή αυτή και μετά, η έναρξη ή η συνέχιση της δεύτερης ποινικής διαδικασίας θα θέσει σε εφαρμογή την αρχή ne bis in idem. Με άλλα λόγια, οι δύο ποινικές διαδικασίες μπορούν να εξελίσσονται παράλληλα, από τη στιγμή όμως που η αρχική θα ολοκληρωθεί με την έκδοση αμετάκλητης απόφασης και η δεύτερη δίκη εκκρεμεί, τότε το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου θα τεθεί σε εφαρμογή.
Το δεύτερο βασικό ζήτημα αφορά στον «ποινικό» χαρακτήρα των διαδοχικών διαδικασιών. Με την απόφαση Zolotukhin v. Russia, 10.2.2009, σκ. 52, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι για τον προσδιορισμό της έννοιας «ποινική διαδικασία» του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου εφαρμόζονται τα (προαναφερθέντα) κριτήρια Engel, στα οποία βασίζεται το Δικαστήριο για τον προσδιορισμό της «κατηγορίας ποινικής φύσης» στο πλαίσιο του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Τέλος, με την πλέον πρόσφατη απόφαση του ΕΔΔΑ, Α and Β v. Norway, 15.11.2016 [βλ. και κατωτ. υπό ΙΙΙ.Β.], διευκρινήσθηκε και εμπλουτίσθηκε ερμηνευτικά παλαιότερη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία δεν στοιχειοθετείται παραβίαση της διάταξης του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου, εάν το συμβαλλόμενο Κράτος τεκμηριώσει ότι οι δύο ποινικές διαδικασίες συνδέονται αρκούντως στενά μεταξύ τους, κατ’ ουσίαν και κατά χρόνον, ώστε να αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο.
2. Η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem από το Συμβούλιο της Επικρατείας επί φορολογικών διαφορών
Το Συμβούλιο της Επικρατείας βρέθηκε αρκετές φορές αντιμέτωπο με ζητήματα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, κρίνοντας κυρίως επί διαφορών που αφορούσαν την προσβολή πράξεων επιβολής πολλαπλών τελών για λαθρεμπορικές παραβάσεις, για τις οποίες τα υπαίτια πρόσωπα είχαν εν τω μεταξύ αθωωθεί ή καταδικασθεί αμετακλήτως από ποινικό δικαστήριο για την ίδια παράβαση.
Συναφώς, υποστηρίζεται εύστοχα ότι η σχετική νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει γνωρίσει τρεις φάσεις εξέλιξης20.
Πράγματι, έπειτα από μία πρώτη φάση άρνησης εφαρμογής της αρχής ne bis in idem, η οποία εκφράστηκε κυρίως με τις ΣτΕ 7μ. 2067/2011 (βλ. σκ. 9 – 11) & ΣτΕ Ολ. 1741/2015 (ιδ. σκ. 12 επ.)21, και η οποία (άρνηση) οδήγησε στην καταδίκη της χώρας από το ΕΔΔΑ με την απόφαση Καπετάνιος κατά Ελλάδος, το Συμβούλιο της Επικρατείας εν τέλει αποδέχθηκε ότι η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem, όπως αυτή γίνεται αντιληπτή από την νομολογία του ΕΔΔΑ δεν προσκρούει στο εθνικό Σύνταγμα [βλ.ιδίως ΣτΕ 7μ. 1992/2016& ΣτΕ 7μ. 680/2017, διαθέσιμες κατωτέρω]. Κατά την δεύτερη αυτή φάση εξέλιξης της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας, τα ζητήματα που απασχόλησαν ήταν το βάρος επίκλησης και απόδειξης της αμετάκλητης ποινικής απόφασης ενώπιον του διοικητικού δικαστή, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 5 παρ. 4 ΚΔΔ [βλ. ήδη ανωτέρω υπό ΙΙ.2.Β], καθώς και η διασαφήνιση των προϋποθέσεων ενεργοποίησης της αρχής ne bis in idem [κατωτέρω υπό Α]. Ήδη, όμως, διανύουμε την τρίτη φάση εξέλιξης της νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατά την φάση αυτή, υπό την επιρροή της νομολογίας του ΔΕΕ και εν όψει της ανάγκης να προαχθεί η πρόληψη και η καταστολή των φορολογικών / τελωνειακών παραβάσεων, το Συμβούλιο της Επικρατείας δέχεται ότι, υπό προϋποθέσεις, η κανονιστική εμβέλεια της αρχής ne bis in idem μπορεί να περιοριστεί ή ενδεχομένως και να μην εφαρμοσθεί καθόλου [κατωτέρω υπό Β]. Ειδικότερα:
Α. Από την αποδοχή της εφαρμογής της αρχής ne bis in idem … [ οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης της αρχής, κατά την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας]
Σύμφωνα με την νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέξουν ώστε να ενεργοποιηθεί η αρχή ne bis in idem είναι τέσσερις.
ΣτΕ 7μ. 1992/2016
[κλασική μείζονα σκέψη ˙ την κρατάμε]
Προϋποθέσεις ενεργοποίησης της αρχής ne bis in idem
9. Επειδή, το άρθρο 4 του κυρωθέντος με το ν. 1705/1987 (Α΄ 89) 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ορίζει ότι: «1. Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, για την ενεργοποίηση της προβλεπόμενης σε αυτήν απαγόρευσης (ne bis in idem), απαιτείται, κατ’ αρχήν, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) πρέπει να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι, βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, ενόψει της φύσης των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων γι’ αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά (πρβλ. ΣτΕ 108/2015 σε συμβούλιο, επί προδικαστικού ερωτήματος).
Εφόσον συντρέξουν οι ανωτέρω τέσσερις (4) προϋποθέσεις, η δεύτερη διαδικασία επιβολής κύρωσης («ποινής») δεν επιτρέπεται να εκκινήσει, εφόσον δε έχει ήδη εκκινήσει τότε πρέπει να παύσει, σε οποιοδήποτε στάδιο και εάν βρίσκεται, λ.χ. με την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης επιβολής της διοικητικής κύρωσης από το αρμόδιο διοικητικό δικαστήριο ή με την επικύρωση της ακυρωτικής απόφασης του κατώτερου διοικητικού δικαστηρίου από το ανώτερο δικαστήριο · διαφορετικά, η αρχή ne bis in idem παραβιάζεται.
Σε σχέση με τις ως άνω προϋποθέσεις ενεργοποίησης της αρχής ne bis in idem, την νομολογία του ΣτΕ απασχόλησαν τέσσερα ειδικότερα ζητήματα˙ ένα σε σχέση με κάθε μία επιμέρους προϋπόθεση ενεργοποίησης της αρχής.
Πιο συγκεκριμένα, την νομολογία απασχόλησαν περιπτώσεις κυρωτικών διαδικασιών, οι οποίες είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να μην συντρέχει η πρώτη προϋπόθεση ενεργοποίησης της αρχής [κατωτέρω υπό i ], το ζήτημα της ποινικής ή μη φύσης ειδικώς της διοικητικής κύρωσης του πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας, που σχετίζεται με τη δεύτερη προϋπόθεση ενεργοποίησης της αρχής [κατωτέρω υπό ii ], το ζήτημα του αμετακλήτου της πρώτης ποινικής διαδικασίας, όταν η «ποινή», με όρους εθνικού δικαίου, είναι διοικητική κύρωση, το οποίο συνδέεται με την τρίτη προϋπόθεση της αρχής [κατωτέρω υπό iii ] και τέλος το ζήτημα της ταυτότητας του προσώπου και των πραγματικών περιστατικών ή/και νομικού χαρακτηρισμού της παράβασης, που σχετίζεται με την τέταρτη προϋπόθεση ενεργοποίησης της αρχής [κατωτέρω υπό iv]. Ειδικότερα:
i. Μη ενεργοποίηση της αρχής ne bis in idem επί διαδοχικών κυρώσεων που συνδέονται στενά κατ’ ουσίαν και κατά χρόνο
Όπως εκτέθηκε, η πρώτη προϋπόθεση εφαρμογής της αρχής ne bis in idem είναι η ύπαρξη δύο ή περισσότερων διακεκριμένων διαδικασιών επιβολής κύρωσης που δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους. Συναφώς, επιληφθέν σχετικού προδικαστικού ερωτήματος (κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 ν. 3900/2010), αναφορικά με το εάν η σωρευτική επιβολή πρόσθετου φόρου και ειδικού προστίμου, σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ. 2 και 6 παρ. 1 του ν. 2523/1997, λόγω μη νόμιμης επιστροφής Φ.Π.Α. αντίκειται στην αρχη ne bis in idem, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε (και, μάλιστα, εν συμβουλίω κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 34 Α ΠΔ 18/1989) τα εξής:
ΣτΕ 108/2015 (εν συμβ.)
[Ενδιαφέρον δικονομικό ζήτημα επί του κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 ν. 3900/2010 προδικαστικού ερωτήματος]
[Επίλυση προδικαστικού ερωτήματος με την ειδική διαδικασία του άρθρου 34 Α του ΠΔ 18/1989, όταν η απάντηση σε αυτό είναι πρόδηλη και εφόσον το δικαστήριο δεν άγεται σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας τυπικού νόμου] ˙Η αρχή nebisinidem δεν παραβιάζεται όταν ναι μεν επιβάλλονται «ποινικές» κυρώσεις με δύο ή περισσότερες διαδικασίες, αλλά αυτές συνδέονται στενά μεταξύ τους κατ’ ουσίαν και κατά χρόνον · Η σωρευτική επιβολή πρόσθετου φόρου και ειδικού προστίμου, σύμφωνα με τα άρθρα 1 παρ. 2 & 6 παρ. 1 του ν. 2523/1997, λόγω μη νόμιμης επιστροφής Φ.Π.Α δεν παραβιάζει την αρχή ne bis in idem, διότι οι δύο διαδικασίες συνδέονται στενά κατ’ ουσίαν και κατά χρόνο
2. Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213), όταν διοικητικό δικαστήριο επιλαμβάνεται υπόθεσης στην οποία ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος που έχει συνέπειες για ευρύτερο κύκλο προσώπων, μπορεί, με απόφασή του που δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα, να υποβάλει στο Συμβούλιο της Επικρατείας σχετικό προδικαστικό ερώτημα, το οποίο δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες της Αθήνας και συνεπάγεται την αναστολή εκδίκασης των εκκρεμών υποθέσεων, στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα. Εξάλλου, η παράγραφος 1 του άρθρου 34Α του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει (κατόπιν της αντικατάστασής της με το άρθρο 19 παρ. 1 του Ν. 4274/2014, Α΄ 147), ορίζει ότι «προδήλως απαράδεκτα ή αβάσιμα ένδικα βοηθήματα ή μέσα μπορούν να απορρίπτονται […] με απόφαση δικαστικού σχηματισμού που συγκροτείται από τον Πρόεδρο και απαρτίζεται από τον ίδιο ή τον νόμιμο αναπληρωτή του, τον εισηγητή της υπόθεσης και έναν σύμβουλο, η οποία λαμβάνεται σε συμβούλιο», η δε παράγραφος 1 του άρθρου 34Β του ιδίου π.δ. όπως ισχύει (κατόπιν της αντικατάστασής της με το άρθρο 20 του Ν. 4274/2014), προβλέπει την δυνατότητα αποδοχής και προδήλως βασίμων ενδίκων μέσων ή βοηθημάτων «κατά την παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου», ήτοι με απόφαση σε συμβούλιο.
3. Επειδή, οι παραπάνω διατάξεις, ερμηνευόμενες εν όψει της ανάγκης διασφάλισης της εύρυθμης λειτουργίας των δικαστηρίων και της αποτελεσματικής και κατά το δυνατόν ταχείας απονομής της δικαιοσύνης, τόσο στην συγκεκριμένη υπόθεση, στο πλαίσιο της οποίας υποβάλλεται προδικαστικό ερώτημα, όσο και, ιδίως, στις λοιπές εκκρεμείς υποθέσεις στις οποίες τίθεται το ίδιο ζήτημα, η εκδίκαση των οποίων αναστέλλεται μέχρις ότου απαντηθεί το ερώτημα, έχουν την έννοια ότι εφόσον πρόκειται για ερώτημα είτε προδήλως απαράδεκτο είτε με πρόδηλη την απάντηση που προσήκει σε αυτό, το Συμβούλιο της Επικρατείας μπορεί να κρίνει επί αυτού και με απόφαση σε συμβούλιο, έστω και χωρίς προηγούμενη δημοσίευσή του στον ημερήσιο τύπο, αν δεν οδηγεί, βέβαια, στην κήρυξη νόμου ως αντισυνταγματικού.
…
6. Επειδή, εξάλλου, το άρθρο 4 του κυρωθέντος με το ν. 1705/1987 (Α΄ 89) 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), με το οποίο κατοχυρώνεται η αρχή ne bis in idem, ορίζει ότι: «1. Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Η διάταξη αυτή, η οποία, κατά το γράμμα της, προϋποθέτει αμετάκλητη κρίση, δεν αποκλείει την παράλληλη διεξαγωγή “ποινικών” διαδικασιών κατά του ίδιου προσώπου και για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση, προτού εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση σε μία από τις διαδικασίες αυτές (βλ. λ.χ. ΕΔΔΑ 20.5.2014, Nykänen κατά Φινλανδίας, 11828/11, σκέψη 49 και ΕΔΔΑ 27.11.2014, Lucky Dev κατά Σουηδίας, 7356/10, σκέψη 59). Εξάλλου, η εν λόγω διάταξη δεν έχει πεδίο εφαρμογής και, συνεπώς, δεν ανακύπτει ζήτημα παραβίασής της, σε περίπτωση που, ναι μεν επιβάλλονται “ποινικές” κυρώσεις με διακεκριμένες διαδικασίες, αλλά αυτές συνδέονται στενά μεταξύ τους κατ’ ουσίαν και κατά χρόνον (βλ. λ.χ. ΕΔΔΑ Nykänen, op.cit., σκέψη 50 και ΕΔΔΑ Lucky Dev, op.cit., σκέψη 60), ώστε να πρόκειται ουσιαστικά όχι περί αυτοτελών διαδικασιών, αλλά περί μιας ενιαίας κυρωτικής διαδικασίας (βλ. λ.χ. ΕΔΔΑ 17.2.2015, Boman κατά Φινλανδίας, 41604/11, σκέψεις 42-43) ή, κατά μείζονα λόγο, όταν επιβάλλονται σωρευτικά (δύο ή περισσότερες) κυρώσεις στο πλαίσιο της ίδιας διαδικασίας (βλ. ΣτΕ 2502/2014).
7. Επειδή, εν προκειμένω, το ερωτών δικαστήριο διατυπώνει το ερώτημά του σε σχέση με το άρθρο 4 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ χωρίς να βεβαιώνει την ύπαρξη της αμετάκλητης κρίσης που η διάταξη αυτή προϋποθέτει. Ανεξαρτήτως, πάντως, του κατά πόσον έχει καταστεί αμετάκλητη η πράξη με την οποία επιβλήθηκε στον προσφεύγοντα η πρώτη των προαναφερόμενων κυρώσεων, στην προκειμένη περίπτωση, όπου το ίδιο όργανο (ο Προϊστάμενος της Α΄ Δ.Ο.Υ. Ηρακλείου), εκτιμώντας ότι ο προσφεύγων υπέπεσε σε παράβαση της νομοθεσίας Φ.Π.Α., του επέβαλε το επίδικο ειδικό πρόστιμο καθώς και πρόσθετο φόρο, με διαδοχικές πράξεις του, στενά συνδεόμενες μεταξύ τους, όσον αφορά την ουσία και το χρόνο έκδοσής τους, στο πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος προσήκει προδήλως, ενόψει των παραπάνω, η απάντηση ότι ακόμα κι αν θεωρηθεί ότι οι διοικητικές κυρώσεις στις οποίες αναφέρεται το ερώτημα συνιστούν “ποινές” κατά την ΕΣΔΑ το άρθρο 4 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ έχει την έννοια ότι δεν απαγορεύει τη σωρευτική επιβολή πρόσθετου φόρου και ειδικού προστίμου, σύμφωνα με τα άρθρα 1 (παρ. 2) και 6 (παρ. 1) του ν. 2523/1997, λόγω μη νόμιμης επιστροφής Φ.Π.Α. και ότι, συνεπώς, σε υπόθεση όπως η παρούσα, δεν στοιχειοθετείται σχετικός λόγος ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης επιβολής σε βάρος του ειδικού προστίμου Φ.Π.Α.
Το ίδιο ως άνω ζήτημα του «διακεκριμένου» των διαδοχικών ποινών, ως προϋπόθεση ενεργοποίησης της αρχής ne bis in idem απασχόλησε το Συμβούλιο της Επικρατείας εκ νέου στην υπόθεση επί της οποίας εκδόθηκε η ΣτΕ 7μ. 680/2017 επί αιτήσεως επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον του ΣτΕ, κατόπιν καταδίκης από το ΕΔΔΑ.
Συγκεκριμένα, σε βάρος του προσφεύγοντος, με πράξη του αρμόδιου οργάνου της τελωνειακής αρχής είχαν επιβληθεί πολλαπλά τέλη λαθρεμπορίας αυτοκινήτου. Κατά της πράξης αυτής άσκησε προσφυγή ενώπιον των ΤΔΔ. Ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου δικάζοντος κατ’ έφεση, ο προσφεύγων προσκόμισε και επικαλέστηκε αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, η οποία τον είχε αθωώσει για το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας.
Το Διοικητικό Εφετείο δεν έλαβε υπ’ όψιν την αμετάκλητη ποινική απόφαση. Αίτηση αναίρεσης του ίδιου διαδίκου απερρίφθη από το ΣτΕ, με μειοψηφία ενός Παρέδρου. Προσφυγή του ίδιου διαδίκου έγινε δεκτή από το ΕΔΔΑ [Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας, απόφαση της 9.6.2016], λόγω παραβίασης του άρθρου 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (αρχή ne bis in idem).
Επιλαμβανόμενο εκ νέου της υπόθεσης, κατά την εκδίκαση της κατ’ άρθρο 69Α του ΠΔ 18/1989 αίτησης επανάληψης της διαδικασίας22 την οποία άσκησε ο προσφεύγων, το ΣτΕ κατά τον έλεγχο συνδρομής της 5ης23 και 6ης24 από τις 7 προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε να γίνει δεκτή μία αίτηση επανάληψης διαδικασίας [βλ. για τις 7 προϋποθέσεις, σκ. 7 της ΣτΕ 7μ. 680/2017 και κατωτέρω, υπό V] διερεύνησε μήπως οι δύο κρίσιμες εν προκειμένω κυρωτικές διαδικασίες (δηλ.: α. της ποινικής δίωξης για την λαθρεμπορική παράβαση και β. της επιβολής της κύρωσης των πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας) μπορούν να θεωρηθούν στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους κατ’ ουσίαν και κατά χρόνο.
Ειδικότερα, εφαρμόζοντας στην κρινόμενη διαφορά τα κριτήρια που τέθηκαν (για πρώτη φορά) με την απόφαση του ΕΔΔΑ, Α και Β κατά Νορβηγίας, της 15.11.2016, προκειμένου να διαπιστωθεί εάν δύο «ποινικής φύσεως» διαδικασίες συνδέονται στενά μεταξύ τους κατ’ ουσίαν και κατά χρόνο25, το Συμβούλιο της Επικρατείας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διοικητική & η ποινική διαδικασία επιβολής κυρώσεων για την παράβαση της λαθρεμπορίας δεν συνδέονται μεταξύ τους κατ’ ουσίαν και κατά χρόνο.
Στην κρίση αυτή κατέληξε το ΣτΕ, συνεκτιμώντας ιδιαιτέρως τα εξής:
- ότι οι δύο επίμαχες διαδικασίες προβλέπονταν από την κείμενη νομοθεσία ως αυτοτελείς μεταξύ τους (με εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του ΚΔΔ, την περίπτωση -που δεν συνέτρεξε στην παρούσα υπόθεση- της αμετάκλητης καταδίκης για το ποινικό αδίκημα), με συνέπεια, αναγόμενη στο τέταρτο των κριτηρίων της απόφασης Α & Β κατά Νορβηγίας, η κύρωση που τυχόν επιβάλλεται στη μία διαδικασία να μην λαμβάνεται, κατά το νόμο, υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής που καταλογίζεται στην άλλη διαδικασία
- ότι οι δύο επίμαχες διαδικασίες/δίκες κατέληξαν, εν προκειμένω, σε διαφορετικό αποτέλεσμα, κατόπιν διαφορετικής εκτίμησης από τον ποινικό και από τον διοικητικό δικαστή της ουσίας της υπόθεσης (περί της τέλεσης ή μη της παράβασης από τον αιτούντα), στοιχείο που ανάγεται στο τρίτο των κριτηρίων της Α & Β κατά Νορβηγίας και
- ότι το άρθρο 100 του Τελωνειακού Κώδικα ορίζει με τον ίδιο τρόπο την τελωνειακή παράβαση της λαθρεμπορίας και το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας, το δε πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας έχει ως βασικό σκοπό, όπως και η αντίστοιχα προβλεπόμενη ποινική κύρωση, τόσο την αποτελεσματική αποτροπή από τη διάπραξη στο μέλλον τέτοιων παραβάσεων όσο και τον κολασμό του παραβάτη, ο οποίος μπορεί να είναι μόνο φυσικό (όχι και νομικό) πρόσωπο, τα ανωτέρω δε στοιχεία, τα οποία ανάγονται στο πρώτο των προεκτεθέντων κριτηρίων, επιρωννύουν τη θέση ότι οιδύο επίμαχες διαδικασίες επιβολής κυρώσεων επιδιώκουν, κατ’ αρχήν, κοινούς σκοπούς και δεν αφορούν σε διαφορετικές όψεις της επίμαχης παραβατικής συμπεριφοράςπου αποδόθηκε στον αιτούντα [ΣτΕ 7μ. 680/2017, σκ. 17 in fine].
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, κρίθηκε ότι η απόφαση του ΕΔΔΑ Α και Β κατά Νορβηγίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι κλονίζει το σκεπτικό της απόφασής του ΕΔΔΑ επί της προσφυγής του αιτούντος και συνεπώς ότι πληρούται και η 6η προϋπόθεση για την ευδοκίμηση της αίτησης επανάληψης της διαδικασίας.
ii. H ποινική φύση των πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας
Η δεύτερη προϋπόθεση ενεργοποίησης της αρχής ne bis in idem είναι η ποινική φύση και των δύο (ή περισσότερων) αλληλοδιαδοχικών διαδικασιών επιβολής κυρώσεων. Έτσι, στις υποθέσεις επιβολής πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας, των οποίων έχει προηγηθεί αμετάκλητη αθωωτική ή καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου για την ίδια παράβαση, πρόκριμα για την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης είναι η διάγνωση της ποινικής φύσης της διαδικασίας επιβολής πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας, κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων Engel.
Συναφώς, το Συμβούλιο της Επικρατείας μολονότι αρχικά δέχθηκε ότι η επιβολή πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας συνιστά «ποινή» κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ [βλ. ΣτΕ 7μ. 689/2009, σκ. 6 ˙ επί της ευκαιρίας βλ. και τις ενδιαφέρουσες κρίσεις της απόφασης στις σκ. 8 και 9, αναφορικά με τα ζητήματα απόδειξης στις σχετικές διαφορές, υπό το πρίσμα του άρ. 6 ΕΣΔΑ], υιοθετώντας έτσι την σχετική ad hoc νομολογία του ΕΔΔΑ [βλ. αποφάσεις Χατζηνικολάου κατά Ελλάδας, της 21.2.2008, σκ. 19-20, Μαμιδάκης κατά Ελλάδας, της 11.1.2007, σκ. 20-21, Γιαννετάκης κατά Ελλάδας, της 6.12.2007, σκ. 18-19], στη συνέχεια απέκλινε από την θέση αυτή και με την ΣτΕ Ολ. 1741/2015, σκ. 13, έκρινε ότι η διοικητική κύρωση του πολλαπλού τέλους δεν έχει ποινικό χαρακτήρα.
Πολύ γρήγορα, όμως, η κρίση αυτή της Ολομέλειας ανατράπηκε από την ΣτΕ 7μ. 1992/2016, σκ. 21 (υπόθεση Νικολόπουλου), αλλά και την ΣτΕ 7μ. 680/2017, σκ. 15 (υπόθεση Σισμανίδη), με τις οποίες κρίθηκε, κατ’ ορθή εφαρμογή των κριτηρίων Εngel, ότι η επιβολή πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας συνιστά ποινή κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
ΣτΕ 7μ. 1992/2016
[κατ’ ουσίαν ανατρέπει την κρίση της ΣτΕ Ολ. 1741/2015, σκ. 13, με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι τα πολλαπλά τέλη λαθρεμπορίας δεν αποτελούν ποινές, κατά την έννοια του άρθρου 6 ΕΣΔΑ]
Κομψή εφαρμογή των κριτηρίων Engel. Αφιέρωσε χρόνο
Τα πολλαπλά τέλη λαθρεμπορίας συνιστούν «ποινή» κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (και του άρ. 50 του ΧΘΔΕΕ), κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων Engel · αναλυτική τεκμηρίωση ˙ συνακόλουθα, εφαρμόζεται επ’ αυτών η αρχή ne bis in idem
21. Επειδή, ο χαρακτηρισμός μιας διοικητικής κύρωσης ως “ποινής”, κατά την αυτόνομη έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, διενεργείται με βάση τα ίδια κριτήρια, που είναι γνωστά ως κριτήρια Engel (από την ομώνυμη απόφαση της Ολομέλειας του ΕΔΔΑ του έτους 1976 – τα αυτά κριτήρια υιοθετεί και το ΔΕΕ: βλ. ιδίως την προαναφερόμενη απόφαση Akerberg Fransson, C-617/10). Αυτά αφορούν (πέραν του χαρακτηρισμού της κύρωσης κατά το εθνικό δίκαιο, που, κατά το ΕΔΔΑ, δεν είναι κρίσιμο στοιχείο, όσον αφορά τις διοικητικές, κατά το εθνικό δίκαιο, κυρώσεις), στη φύση της παράβασης και στη φύση και τη βαρύτητα της κύρωσης. Σχετικά με τη φύση της παράβασης, εξετάζεται, ιδίως, αν ο κανόνας που την προβλέπει αφορά γενικά στα υποκείμενα του δικαίου, λ.χ. υπό την ιδιότητά τους ως φορολογούμενων, στοιχείο που συμβάλλει στη θεμελίωση του “ποινικού” χαρακτήρα της υπόθεσης. Επίσης, εξετάζεται ο σκοπός του κανόνα, δεδομένου ότι οι “ποινικές” κυρώσεις αποβλέπουν τόσο στην αποτροπή της παράβασης όσο και στον κολασμό του παραβάτη. Ο γενικός, υπό την ανωτέρω έννοια, χαρακτήρας του οικείου κανόνα σε συνδυασμό με τον τιμωρητικό και αποτρεπτικό σκοπό της προβλεπόμενης κύρωσης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται περί “ποινικής” υπόθεσης (βλ. λ.χ. ΕΔΔΑ 28.6.2011, 40301/04, Pop v. Romania, σκέψη 25). Σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, αποδίδεται βαρύτητα και στο συμφέρον για την εξυπηρέτηση του οποίου έχει θεσπιστεί ο σχετικός κυρωτικός κανόνας, δεδομένου ότι τα γενικά συμφέροντα της κοινωνίας, όπως η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, προστατεύονται κατ’ αρχήν από το “ποινικό” δίκαιο. Τέλος, η υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια), ως νόμιμη προϋπόθεση για την επιβολή της κύρωσης, λαμβάνεται επίσης υπόψη ως στοιχείο που κατατείνει στην αποδοχή της ύπαρξης “ποινικής” διαδικασίας (βλ. λ.χ. ΕΔΔΑ Ολομ. 10.6.1996, 19380/92, Benham v. United Kingdom, σκέψη 56). Το έτερο κριτήριο συνίσταται στη φύση και στη βαρύτητα της κύρωσης, ειδικότερα της πιο αυστηρής που μπορούσε να επιβληθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο και, δευτερευόντως, της πράγματι καταγνωσθείσας στη συγκεκριμένη υπόθεση. Αναφορικά με χρηματικές κυρώσεις, εξετάζεται το ύψος του οικείου ποσού (κατ’ αρχήν του μέγιστου που μπορούσε να καταλογισθεί). Πρόστιμα μερικών χιλιάδων ευρώ εκτιμώνται συνήθως ως αρκούντως σοβαρά, ώστε να συνηγορούν στην ύπαρξη “ποινής” (βλ. λ.χ. ΕΔΔΑ 23.7.2002, 36985/97, Västberga Taxi Aktiebolag & Vulic v. Sweden, σκέψη 80: πρόστιμο που αντιστοιχούσε περίπου σε 3.700 ευρώ). Eίναι ευνόητο ότι τούτο ισχύει πολύ περισσότερο για διοικητικά πρόστιμα εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, όπως τα επιβληθέντα στην παρούσα υπόθεση σε βάρος του αιτούντος. Κατά συνδυαστική εκτίμηση και εφαρμογή των ανωτέρω κριτηρίων Engel, έχει κριθεί επανειλημμένα, τόσο από το ΕΔΔΑ όσο και από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι έχουν “ποινικό” χαρακτήρα, κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, πολλαπλά τέλη λαθρεμπορίας μεγάλου ύψους (ανερχόμενου σε δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ), όπως τα επίδικα (βλ. ΕΔΔΑ 11.1.2007, 35533/04, Μαμιδάκης κατά Ελλάδας, σκέψεις 20-21, ΕΔΔΑ 6.12.2007, 29829/05, Γιαννετάκη Μεταφορική ΕΠΕ και Γιαννετάκης κατά Ελλάδας, σκέψη 19, ΕΔΔΑ 21.2.2008, 33997/06, Χατζηνικολάου κατά Ελλάδας, σκέψεις 19-20, ΕΔΔΑ 30.4.2015, 3453/12, 42941/12, 9028/13, Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας, σκέψεις 52-56, ΕΔΔΑ 9.6.2016, 66602/09, Σισμανίδης κατά Ελλάδας, σκέψεις 31-35, καθώς και ΣτΕ Β΄ Τμ. 689/2009 επταμ., 3182/2010, 2067/2011 επταμ. κ.ά.). Η τοιαύτη κρίση στηρίζεται σε εύλογη εφαρμογή των κριτηρίων Engel, όπως αυτά έχουν εξειδικευθεί και αποσαφηνισθεί στη νομολογία του ΕΔΔΑ, κατά τα προεκτεθέντα, λαμβανομένου υπόψη (i) του ύψους των (επαπειλούμενων και επιβληθέντων στις προαναφερόμενες υποθέσεις) πολλαπλών τελών, (ii) του χαρακτήρα των πολλαπλών τελών ως διοικητικών κυρώσεων, για παραβάσεις της τελωνειακής/φορολογικής νομοθεσίας, με βασικό σκοπό τόσο την αποτελεσματική αποτροπή από τη διάπραξη στο μέλλον παρόμοιων παραβάσεων φοροδιαφυγής όσο και τον κολασμό του παραβάτη (βλ. λ.χ. ΣτΕ Ολομ. 990/2004 σκέψη 13 και ΣτΕ 1217/2006 επταμ., 2454/2013, 4593/2013 – βλ. επίσης ΔΕΚ 12.7.2001, C-262/99, Λουλουδάκης, σκέψεις 69-71), (iii) του ότι διοικητική παράβαση λαθρεμπορίας και πολλαπλό τέλος για την παράβαση αυτή μπορούν να καταλογισθούν μόνο σε φυσικό πρόσωπο, όχι και σε νομικό πρόσωπο, διότι «[…] ελλείπουν οι προϋποθέσεις κάθε αδικήματος, ο άμεσος σύνδεσμος της άδικης πράξεως, που δεν μπορεί να διαπραχθεί παρά μόνον από φυσικό πρόσωπο, ως και του δυνατού του καταλογισμού της […]» (ΣτΕ Ολομ. 671/2010), (iv) για τον καταλογισμό λαθρεμπορίας, που συνιστά “διοικητικό αδίκημα” (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1741/2015 σκέψη 13 και ΣτΕ 144/2015, 2641/2003, 4164/1999 κ.ά.) απαιτείται, κατά πάγια νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου, άμεσος δόλος του παραβάτη, ήτοι σκοπός μη καταβολής των οφειλόμενων φόρων, οι οποίοι καταλογίζονται χωριστά και δεν περιλαμβάνονται στο πολλαπλό τέλος (βλ. σχετικά άρθρο 97 παρ. 5 του Τελωνειακού Κώδικα/ν. 1165/1918). Εξάλλου, ο ανωτέρω συλλογισμός της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας στην απόφαση 1741/2015 τέθηκε υπόψη του ΕΔΔΑ, ιδίως διαμέσου της από 1.7.2015 αίτησης της Ελληνικής Κυβέρνησης για εισαγωγή στο Τμήμα ευρείας σύνθεσης του ΕΔΔΑ των προσφυγών που κρίθηκαν με την από 30.4.2015 απόφαση του Α΄ Τμήματος του ΕΔΔΑ (σ.σ. Καπετάνιος), και εμμέσως, πλην σαφώς, απορρίφθηκε από το ΕΔΔΑ, τόσο δια της μη αποδοχής της εν λόγω αίτησης της Ελληνικής Κυβέρνησης όσο και με την πρόσφατη από 9.6.2016 απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Σισμανίδης κατά Ελλάδας, στην οποία το ΕΔΔΑ επιβεβαίωσε την παγιωμένη νομολογία του περί του “ποινικού” χαρακτήρα πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας σημαντικού ύψους, όπως τα επιβληθέντα εν προκειμένω στον αιτούντα, απορρίπτοντας αιτιολογημένα τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της Ελλάδας. Ενόψει των προηγουμένων, η σκέψη 13 της απόφασης 1741/2015 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως (οψιγενές) νομολογιακό δεδομένο, ικανό να θεμελιώσει το συμπέρασμα ότι, με βάση αυτό, το ΕΔΔΑ δεν θα ενέμενε στην κρίση του περί της “ποινικής”, κατά την ΕΣΔΑ, φύσης των επίμαχων πολλαπλών τελών που καταλογίσθηκαν στον αιτούντα Ν. Αγγλούπα και, συνακόλουθα, περί παράβασης των δικαιωμάτων του από το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Εξάλλου, δεν προκύπτει από τη μεταγενέστερη της από 30.4.2015 απόφασης του ΕΔΔΑ νομολογία η ύπαρξη κάποιου άλλου στοιχείου, που θα μπορούσε ευλόγως να θεωρηθεί ως ικανό να οδηγήσει στην ανατροπή της εν λόγω κρίσης του ΕΔΔΑ. Κατά συνέπεια, πληρούται και η έκτη των προϋποθέσεων που τίθενται στη σκέψη 8 της παρούσας απόφασης.
Προσοχή!: Σε περίπτωση διαπίστωσης ορισμένης λαθρεμπορικής παράβασης, σε βάρος του φερόμενου ως παραβάτη επιβάλονται (α) οι διαφυγόντες δασμοί ή φόροι και (β) το αντιστοιχούν σε αυτούς πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας (κύρωση).
Δεδομένου ότι η ενεργοποίηση της αρχής ne bis in idem προϋποθέτει δύο (τουλάχιστον) κυρωτικές διαδικασίες, ενδεχόμενη αμετάκλητη αθώωση ή καταδίκη του φερόμενου ως παραβάτη από ποινικό δικαστήριο για το αδίκημα της λαθρεμπορίας, ενεργοποιεί την αρχή ne bis in idem μόνο ως προς την επιβολή σε βάρος του των πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας (που συνιστούν κύρωση και δη «ποινή κατά τα ανωτέρω), όχι όμως και ως προς την επιβολή σε βάρος του των διαφυγόντων δασμών που δεν συνιστούν κύρωση (πολλώ δε μάλλον δεν συνιστούν «ποινή»).
ΣτΕ 39/2018
Η ενεργοποίηση της αρχής nebisinidem προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, δύο κυρωτικές διαδικασίες · επί λαθρεμπορικών παραβάσεων, ενδεχόμενη αμετάκλητη αθώωση του φερόμενου ως παραβάτη από το ποινικό δικαστήριο, αποκλείει την επιβολή πολλαπλού τέλους σε βάρος του, όχι όμως και την επιβολή των διαφυγόντων δασμών, αφού οι δασμοί δεν συνιστούν κυρώσεις · εφόσον γίνει δεκτή παράβαση της αρχής nebisinidem, παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση τυχόν παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας · επί λαθρεμπορικής παράβασης, ενδεχόμενη αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου δεν παράγει αναγκαίως δεσμευτικότητα για τον διοικητικό δικαστή, κατ’ εφαρμογή του τεκμηρίου αθωότητας, εάν ο τελευταίος κρίνει ότι ο καταλογισθείς απέφυγε την καταβολή των οφειλόμενων δασμών με τέχνασμα που δεν αποτέλεσε αντικείμενο κρίσης του ποινικού δικαστή
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή, όπως συμπληρώθηκε με το από …… δικόγραφο προσθέτων λόγων, και επανεισάγεται προς συζήτηση μετά την υπ’ αριθμ. 2627/2013 αναβλητική απόφαση, ζητείται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. …… αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς, με την οποία συνεκδικάσθηκαν και απορρίφθηκαν αντίθετες εφέσεις των δύο διαδίκων κατά της υπ’ αριθμ. …… αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς. Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει εν μέρει δεκτή προσφυγή του αναιρεσείοντος και είχε ακυρωθεί ως προς αυτόν η υπ’ αριθμ. …….. πράξη του Διευθυντού της Ειδικής Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών (Ε.Υ.Τ.Ε.), καθ’ ό μέρος με την πράξη αυτή είχε επιβληθεί εις βάρος του, ως συνυπαιτίου τελωνειακής λαθρεμπορικής παραβάσεως, πολλαπλό τέλος ύψους, κατ’ επιμερισμό, 149.000.000 δραχμών, και είχε κηρυχθεί αυτός αλληλεγγύως υπόχρεος για την καταβολή του συνολικώς επιβληθέντος πολλαπλού τέλους 161.000.000 δραχμών, ενώ επιβλήθηκαν εις βάρος του αλληλεγγύως και εις ολόκληρον οι διαφυγόντες δασμοί και λοιποί φόροι ύψους 82.636.987 δραχμών.
9. Επειδή, εν προκειμένω με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: Με τις υπ’ αριθμ. ….. οκτώ διασαφήσεις εισαγωγής που κατατέθηκαν στο Τελωνείο Αθηνών από τον εκτελωνιστή ……. εισήχθησαν στη χώρα ατελώς, δυνάμει της προαναφερθείσης υπ’ αριθμ…….. υπουργικής αποφάσεως, επ’ ονόματι των …………. τα αναφερόμενα στις διασαφήσεις αυτές οκτώ (8) επιβατικά αυτοκίνητα μάρκας ……. (το αυτοκίνητο της ……) και …….. τα υπόλοιπα. Στις 25.5.1990 έφθασε στην τελωνειακή αρχή η πληροφορία ότι τα ανωτέρω αυτοκίνητα εισήχθησαν, στην πραγματικότητα, για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, εμπόρου παλαιών ειδών. Μετά από έρευνα της τελωνειακής αρχής προέκυψε ότι: α) για το αυτοκίνητο του ………. είχε συνταχθεί το υπ’ αριθμ. ……. πληρεξούσιο προς τον αναιρεσείοντα της συμβολαιογράφου ………… για την πώληση του αυτοκινήτου σε κάθε τρίτο ακόμη και στον εαυτό του με αυτοσύμβαση και, ακολούθως, το υπ’ αριθμ……… πληρεξούσιο του τελευταίου ………… Το αυτοκίνητο αυτό βρέθηκε τελικά στις 9.8.1990 στο σπίτι του ……… και κατασχέθηκε, β) για το αυτοκίνητο της …….. είχε συνταχθεί το υπ’ αριθμ. ……….. πληρεξούσιο προς τον …….., γ) για το αυτοκίνητο του …….. είχε συνταχθεί το υπ’ αριθμ. ………. πληρεξούσιο προς τον αναιρεσείοντα της ιδίας συμβολαιογράφου, δ) για το αυτοκίνητο της …….. είχε συνταχθεί το υπ’ αριθμ. …… πληρεξούσιο προς τον …… της ιδίας συμβολαιογράφου, ε) για το αυτοκίνητο της …….. είχε συνταχθεί το υπ’ αριθμ. ……… πληρεξούσιο προς τον αναιρεσείοντα της ιδίας συμβολαιογράφου, στ) για το αυτοκίνητο του ……… είχε συνταχθεί το υπ’ αριθμ. ……….. προς τον αναιρεσείοντα της ανωτέρω συμβολαιογράφου. Στο πλαίσιο της έρευνας αναζητήθηκαν επανειλημμένως από την τελωνειακή αρχή οι προαναφερθέντες ……… στις δηλωθείσες με τις διασαφήσεις διευθύνσεις, πλην, όλες οι διευθύνσεις ήταν ψεύτικες. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι όλα τα εισαχθέντα αυτοκίνητα είχαν αγοραστεί στην Δυτική Γερμανία από τον έμπορο αυτοκινήτων ……….., Έλληνα υπήκοο που κατοικεί στη Δ. Γερμανία και διατηρεί εταιρία εισαγωγών – εξαγωγών, και είχαν μεταφερθεί στην Ελλάδα με την νταλίκα με αριθμό κυκλοφορίας ………. Ο αναιρεσείων, κληθείς αρχικά από την τελωνειακή αρχή, κατέθεσε ότι τα ανωτέρω πληρεξούσια συντάχθηκαν προκειμένου να διευκολύνει στις τελωνειακές διαδικασίες κάποιους γνωστούς του ………, των οποίων, όμως, αγνοεί τις ακριβείς διευθύνσεις, με το δε υπ’ αριθμ. ……….. απολογητικό υπόμνημά του, υποστήριξε ότι δεν ασκεί εμπορία αυτοκινήτων και ότι η μοναδική ανάμιξή του στην εισαγωγή των ως άνω αυτοκινήτων είναι ότι έφερε σε επαφή τον ………. Ο εκτελωνιστής …….. κατέθεσε στην τελωνειακή αρχή ότι για τον τελωνισμό των ανωτέρω αυτοκινήτων πληρώθηκε από τους Πόντιους πελάτες του χωρίς μεσολάβηση τρίτου προσώπου. Ακόμη, για την υπόθεση αυτή, κατατέθηκαν στην τελωνειακή αρχή και τα ακόλουθα απολογητικά υπομνήματα: α) το από 12.7.1993 υπόμνημα του ………….., ο οποίος ισχυρίστηκε ότι εξαπατήθηκε από τον αναιρεσείοντα και τον ………., β) το από 23.7.1993 υπόμνημα ………, με το οποίο ισχυρίστηκε ότι παρέλαβε μόνο οικοσκευή με την βοήθεια του συγγενούς της ……….. που κράτησε το πιστοποιητικό μετοικεσίας της για να πάρει αυτοκίνητο, το οποίο όμως η ίδια δεν είδε, γ) το από 20.7.1995 υπόμνημα του ………, στο οποίο αναφέρεται ότι ο αναιρεσείων μαζί με τον …….., κατά τον μήνα Απρίλιο του 1990, του πρότειναν να αγοράσει το αυτοκίνητο της ………. και συντάχθηκε ερήμην του σχετικό πληρεξούσιο, στη συνέχεια όμως συμβουλεύθηκε τον δικηγόρο του και ειδοποίησε τον αναιρεσείοντα, ο οποίος του είχε στείλει το αυτοκίνητο να το δει, ότι δεν σκοπεύει να το αγοράσει. Εξ άλλου, στην από 8.2.1996 απολογία του ο προαναφερόμενος ………. ισχυρίστηκε ότι επιθυμούσε, κατ’ αρχάς, να αγοράσει το αυτοκίνητο της ……….., άλλαξε, όμως, γνώμη, πριν αυτό περιέλθει στην κατοχή του. Μετά την έρευνά της η τελωνειακή αρχή οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι τα προαναφερόμενα αυτοκίνητα εισήχθησαν στη χώρα, στην πραγματικότητα, για λογαριασμό τρίτων, μη δικαιούχων ατελείας προσώπων. Αφού καταχώρισε την συνταχθείσα σχετικώς από 17.5.1991 πορισματική αναφορά στα βιβλία παραβάσεως τελωνειακών νόμων, η Ε.Υ.Τ.Ε. απέστειλε στον αρμόδιο Εισαγγελέα την από 10.9.1991 μηνυτήρια αναφορά και, μετά την ολοκλήρωση της διοικητικής προδικασίας – στο πλαίσιο της οποίας κατατέθηκαν τα προαναφερθέντα απολογητικά υπομνήματα – εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ………πράξη της, με την οποία χαρακτήρισε υπαίτιους λαθρεμπορίας τον αναιρεσείοντα για όλες τις προαναφερόμενες περιπτώσεις εισαγωγής, μαζί με τους …….. στην πρώτη περίπτωση και …….. στην έκτη περίπτωση, αλλά και τους ……… κατά περίπτωση, πλην του …………, ο οποίος είχε εν τω μεταξύ αποβιώσει. Με την ανωτέρω πράξη επέβαλε σε αυτούς, βάσει των σχετικών εκθέσεων χρεώσεως των αναλογούντων δασμών, που συντάχθηκαν τον μήνα Ιούλιο του έτους 1991, τα ειδικότερα αναφερόμενα στην πράξη αυτή πολλαπλά τέλη, ανερχόμενα στο διπλάσιο περίπου των αναλογούντων δασμών, τα οποία και επιμέρισε ανάλογα με την ευθύνη του καθενός, στον δε αναιρεσείοντα καταλόγισε – εκτός από την πρώτη περίπτωση που το αυτοκίνητο κατασχέθηκε – και τους διαφυγόντες δασμούς για όλες τις περιπτώσεις, για την έκτη δε από αυτές εις ολόκληρον με τον ………. Περαιτέρω, με την ίδια πράξη, ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αλληλεγγύως υπόχρεος για την καταβολή του συνολικώς επιβληθέντος πολλαπλού τέλους, όσον δε αφορά την πρώτη και έκτη περίπτωση μαζί με τους ………., αντίστοιχα. Με την υπ’ αριθμ. 2047/1998 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς κρίθηκε ότι δεν αποδείχθηκε από την τελωνειακή αρχή η τέλεση από τον αναιρεσείοντα της αποδιδομένης σε αυτόν λαθρεμπορίας όσον αφορά την εισαγωγή των αυτοκινήτων των Ιβ……, …………. και ακυρώθηκε κατά το μέρος αυτό η ως άνω καταλογιστική πράξη, ενώ απερρίφθη κατά τα λοιπά η προσφυγή. Εφέσεις του αναιρεσείοντος και του Ελληνικού Δημοσίου κατά της πρωτόδικης αποφάσεως απερρίφθησαν με την προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 577/2003 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς. Ειδικότερα, το δικάσαν διοικητικό εφετείο δέχθηκε μεν ότι δεν στοιχειοθετείται η αποδοθείσα στον αναιρεσείοντα λαθρεμπορία όσον αφορά την εισαγωγή αυτοκινήτων από τους …….., ………., επικυρώνοντας κατά τούτο την απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς και απορρίπτοντας την έφεση του Δημοσίου, όμως, κατά τα λοιπά, θεώρησε ότι η μεθόδευση της παροχής από τους ομογενείς …………, δικαιούχους της ατελείας, ανέκκλητης εντολής και πληρεξουσιότητας προς τον αναιρεσείοντα (εντολοδόχο), μη δικαιούχο της ατελείας, προς πώληση σε οποιονδήποτε τρίτο και στον εαυτό του ακόμη δι’ αυτοσυμβάσεως των εισαχθέντων, στη συνέχεια, επ’ ονόματι των ως άνω δικαιούχων εντολέων, προπεριγραφομένων αυτοκινήτων, όταν, μάλιστα, η σύνταξη των εν λόγω πληρεξουσίων έλαβε χώρα στις 2.1.1990 και 3.1.1990, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο όχι μόνο του χρόνου εισαγωγής ατελώς των αυτοκινήτων αυτών (19.2.1990) από την Δυτική Γερμανία, αλλά και του χρόνου αγοράς τους από την Δ. Γερμανία (σύμφωνα με τα συνημμένα στις διασαφήσεις τιμολόγια αγοράς τα αυτοκίνητα που εισήχθησαν επ’ ονόματι των …………… ………) αποτελεί ιδιαίτερο τέχνασμα που στοιχειοθετεί εις βάρος του αναιρεσείοντος τόσο την αντικειμενική όσο και την υποκειμενική υπόσταση των εν λόγω αυτοτελών λαθρεμπορικών παραβάσεων. Και τούτο διότι, όπως έκρινε το δικάσαν δικαστήριο, με το ανωτέρω τέχνασμα εξαπατήθηκε η αρμόδια Τελωνειακή Αρχή (Τελωνείο Αθηνών) και εισήχθησαν ατελώς τα εν λόγω αυτοκίνητα (μάρκας …………), τα οποία προορίζονταν ουσιαστικώς για τον αναιρεσείοντα, ήτοι πρόσωπο μη δικαιούχο της ατελείας, με αποτέλεσμα να στερηθεί το Ελληνικό Δημόσιο τους αναλογούντες σε αυτά τα αυτοκίνητα δασμούς και λοιπούς φόρους. Περαιτέρω, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι δεν δεσμεύεται από την προσκομισθείσα τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ’ έφεση υπ’ αριθμ. 43261/1996 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε αθώος, μεταξύ των άλλων, και της αποδιδομένης σ’ αυτόν πράξεως της λαθρεμπορίας, με την σκέψη ότι η αθωωτική αυτή απόφαση του ποινικού δικαστηρίου δεν διαλαμβάνει καμιά ειδικότερη αιτιολογία όσον αφορά την μεθόδευση της ατελούς εισαγωγής των εν λόγω αυτοκινήτων. Κατόπιν τούτων το διοικητικό εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη και την έφεση του αναιρεσείοντος.
10. Επειδή, εν όψει όσων έγιναν ανωτέρω δεκτά στις σκέψεις 3, 5, 6 και 7, ιδία όσον αφορά την φύση του πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας ως ποινής, κατά την αυτόνομη έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και τις προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της προβλεπομένης στην διάταξη αυτή απαγορεύσεως (ne bis in idem),το Διοικητικό Εφετείο Πειραιώς με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το σκέλος αυτής που αναφέρεται στην επιβολή πολλαπλού τέλους, έλαβε υπ’ όψη του την υπ’ αριθμ. 43261/1996 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (περί αθώωσης του αναιρεσείοντος από την ποινική κατηγορία λαθρεμπορίας, για την ίδια παράβαση για την οποία του επιβλήθηκε πολλαπλό τέλος με την επίδικη υπ’ αριθμ. ../……1996 πράξη του Διευθυντού της Ειδικής Υπηρεσίας Τελωνειακών Ερευνών) κατά τρόπο που παραβιάζει τον κανόνα ne bis in idem, (πρβλ. ΣτΕ 1992/2016 επταμ.) και, ως εκ τούτου, κατά το μέρος αυτό η προσβαλλομένη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, κατ’ αποδοχή του σχετικού λόγου περί παραβιάσεως (εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή) του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, οπότε παρέλκει ως αλυσιτελής η εξέταση όλων των λοιπών λόγων που στρέφονται κατά του αυτού κεφαλαίου της προσβαλλομένης αποφάσεως συμπεριλαμβανομένου και του λόγου περί παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και του εξ αυτής απορρέοντος τεκμηρίου αθωότητας του αναιρεσείοντος.
11. Επειδή, περαιτέρω, ο ως άνω λόγος περί παραβιάσεως του τεκμηρίου αθωότητος, κατά το μέρος που ήθελε θεωρηθεί ότι στρέφεται κατά του σκέλους της προσβαλλομένης αποφάσεως, που αφορά τον καταλογισμό των διαφυγόντων δασμών κλπ., που δεν αποτελούν «ποινικές κυρώσεις» κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων της ΕΣΔΑ και του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη ερμηνευτική εκδοχή ότι το δικάσαν διοικητικό δικαστήριο δεσμευόταν από την προαναφερθείσα αμετάκλητη απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, με την οποία ο αναιρεσείων απηλλάγη της κατηγορίας του ποινικού αδικήματος της λαθρεμπορίας σε σχέση με τα επίδικα αυτοκίνητα, και ότι, ως εκ τούτου, όφειλε, άνευ άλλου, να ακυρώσει τον καταλογισμό των αντιστοίχων δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων. Όμως, αν και κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, η αμετάκλητη αθώωση από το ποινικό δικαστήριο σε σχέση με ορισμένη ποινική κατηγορία, όπως εν προκειμένω η διάπραξη λαθρεμπορίας αναφορικά με τα επίδικα ατελώς εισαχθέντα αυτοκίνητα, επιβάλλεται να γίνεται σεβαστή σε κάθε μεταγενέστερη διαδικασία – στην προκειμένη υπόθεση, καθ’ ό μέρος αφορά τις αναλογούσες στα επίδικα αυτοκίνητα δασμοφορολογικές επιβαρύνσεις – εντούτοις ο νόμιμος καταλογισμός αυτών δεν προϋποθέτει αναγκαίως την διάπραξη λαθρεμπορικής παραβάσεως σε σχέση με τα εν λόγω αυτοκίνητα, αλλά ευρίσκει επαρκές νόμιμο έρεισμα στην ατελή εισαγωγή/κατοχή αυτοκινήτου υπό προσώπου μη δικαιούχου σχετικής ατελείας, ο δε αναιρεσείων ουδέποτε ισχυρίσθηκε ότι είναι δικαιούχος σχετικής ατελείας, ούτε προβάλλει και δή κατά τρόπο ειδικό και ορισμένο ότι η αθώωσή του από την αποδοθείσα ποινική κατηγορία της λαθρεμπορίας κατά την εισαγωγή των επιμάχων αυτοκινήτων στην χώρα συνεπάγεται την απαλλαγή του και από τις ως άνω επιβαρύνσεις.
iii. Το αμετάκλητο της «ποινικής φύσεως» διαδικασίας
Η τρίτη προϋπόθεση για την εφαρμογή της αρχής ne bis in idem είναι ότι η μία από τις δύο ή περισσότερες διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με «τελική» απόφαση26. Ήδη εκτέθηκε ότι καθ’ ερμηνεία του όρου αυτού, το ΕΔΔΑ κρίνει ότι μία απόφαση κατέστη «τελική» («final») όταν αυτή έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου («force of res judicata»), δηλαδή όταν εναντίον της απόφασης αυτής δεν υπάρχει δυνατότητα άσκησης ένδικων μέσων ή όταν υπάρχει τέτοια δυνατότητα και τα μέσα αυτά δεν ασκήθηκαν ή ασκήθηκαν ανεπιτυχώς από τους διαδίκους [βλ. λ.χ. Zolotoukhin v. Russia, ό.π., σκ. 107, Μihalache v. Romania, ό.π., σκ. 102 – 116, κ.ά].
Κατά πάγια νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας, υπό τους όρους του εθνικού δικαίου, ως τέτοια, «τελική» απόφαση, νοείται η απόφαση που έχει καταστεί αμετάκλητη [βλ. λ.χ. ΣτΕ 108/2015, ό.π., σκ. 6 ˙ βλ. επίσης ΣτΕ 2403/2015, ό.π., σκ. 5, 1184/2015, 1713/2014, 1879/2014, κ.ά., αναφορικά με την ουσιαστική πτυχή του τεκμηρίου αθωότητας, για την ενεργοποίηση της οποίας ομοίως απαιτείται η ύπαρξη «τελικής», δηλ. αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης].
Προσοχή!: Επισημαίνεται ότι – σε αντίθεση με όσα γίνονται δεκτά επί του τεκμηρίου αθωότητας (βλ. ανωτέρω, υπό ΙΙ) – για την ενεργοποίηση της αρχής ne bis in idem η προηγηθείσα αμετάκλητη απόφαση επί της κατηγορίας ποινικής φύσης μπορεί (δηλ. αρκεί) να είναι είτε αθωωτική είτε καταδικαστική.
Συναφώς, έχει, ωστόσο, κριθεί ότι αμετάκλητο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου ή αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου περί οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης, λόγω παραγραφής του ποινικού αδικήματος για το οποίο αυτή είχε ασκηθεί, δεν αποτελεί αμετάκλητη απόφαση με την οποία «αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε» ο διωχθείς, δεδομένου ότι τέτοιο βούλευμα ερείδεται στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης συνεπεία της παραγραφής και όχι σε εκτίμηση για τη διάπραξη ή μη του αδικήματος.
ΣτΕ 169/2017
Βλ. ακόμη ενδ. ΣτΕ 7μ. 1104/2018, σκ. 9, με εκτεταμένες αναφορές στην νμλ. ΔΕΕ & ΕΔΔΑ
Ne bis in idem · αμετάκλητο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου περί οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης, λόγω παραγραφής του αδικήματος για το οποίο αυτή είχε ασκηθεί, δεν αποτελεί αμετάκλητη απόφαση με την οποία «αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε» ο διωχθείς δεδομένου ότι τέτοιο βούλευμα ερείδεται στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης συνεπεία της παραγραφής και όχι σε εκτίμηση για τη διάπραξη ή μη του αδικήματος
4. Επειδή, το άρθρο 4 του κυρωθέντος με το ν. 1705/1987 (Α΄ 89) 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ ορίζει ότι: «1. Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη, για την ενεργοποίηση της προβλεπόμενης σε αυτήν απαγόρευσης (ne bis in idem), απαιτείται, κατ’ αρχήν, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) πρέπει να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι, βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, ενόψει της φύσης των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων γι’ αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά (βλ. ΣτΕ 1992/2016 επταμ.). Ειδικότερα, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, η αμετάκλητη απόφαση που ολοκληρώνει τη μία “ποινική” διαδικασία πρέπει να στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την ουσία της υπόθεσης, δηλαδή την τέλεση ή μη της παράβασης (πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 29.6.2016, C-486/14, ECLI:EU:C:2016:483, Kossowski, σκέψεις 42-54). Συνεπώς, αμετάκλητο βούλευμα δικαστικού συμβουλίου περί οριστικής παύσης της ποινικής δίωξης, λόγω παραγραφής του αδικήματος για το οποίο αυτή είχε ασκηθεί, δεν αποτελεί αμετάκλητη απόφαση με την οποία «αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε» ο διωχθείς [πρβλ. ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. 27.5.2014, Margus v. Croatia (4455/10), σκέψεις 118, 120, 121], δεδομένου ότι τέτοιο βούλευμα ερείδεται στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης συνεπεία της παραγραφής και όχι σε εκτίμηση για τη διάπραξη ή μη του αδικήματος.
Περαιτέρω, στις περιπτώσεις που η «ποινικής φύσεως» διαδικασία επιβολής κύρωσης (ποινής) ολοκληρώνεται με απόφαση ποινικού δικαστηρίου, η συνδρομή της προϋπόθεσης του αμετακλήτου κρίνεται με βάση τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Συναφώς, στο άρθρο 546 παρ. 2 ΚΠοινΔ ορίζεται ότι: «Αμετάκλητη είναι η απόφαση κατά της οποίας δεν επιτρέπεται ένδικο μέσο ή δεν ασκήθηκε μέσα στη νόμιμη προθεσμία το επιτρεπόμενο ένδικο μέσο ή ασκήθηκε εμπρόθεσμα και απορρίφθηκε».
Ερμηνευτικό ζήτημα γεννάται, ωστόσο, στις περιπτώσεις που η «ποινικής φύσεως» (κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ) κυρωτική διαδικασία συνίσταται στην επιβολή μίας διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, κύρωσης, δηλαδή στην έκδοση μίας εκτελεστής διοικητικής πράξης.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας βρέθηκε αντιμέτωπο με το ζήτημα αυτό κατά την εκδίκαση μίας διαφοράς μη φορολογικού χαρακτήρα, επί της οποίας εκδόθηκε η ΣτΕ Δ΄ Τμ. 1091/2015, παραπεμπτική στην 7μ. σύνθεση και η επ’ αυτής ΣτΕ 7μ. 3473/2017.
Σε βάρος ενός τηλεοπτικού σταθμού επιβλήθηκαν διαφορετικά πρόστιμα, μεγάλου ύψους, από δύο ανεξάρτητες διοικητικές αρχές (ΕΣΡ και ΑΔΑΕ), βάσει διαφορετικών νομοθεσιών, εκ των οποίων η μία διέπει τη ραδιοτηλεόραση και η άλλη το απόρρητο των επικοινωνιών, κατ’ επίκληση των ίδιων πραγματικών περιστατικών.
Με την αίτηση ακύρωσης κατά της πράξης επιβολής προστίμου της ΑΔΑΕ η αιτούσα εταιρία επικαλέστηκε παράβαση της αρχής ne bis in idem, λόγω της προηγούμενης επιβολής προστίμου από το ΕΣΡ. Αμφότερες οι διοικητικές αυτές οι κυρώσεις έχουν το χαρακτήρα «ποινής» κατά την ΕΣΔΑ και καταλογίστηκαν με ξεχωριστές, αυτοτελείς μεταξύ τους, κυρωτικές διαδικασίες, ενώπιον του ΕΣΡ και της ΑΔΑΕ .
Συνεπώς, στην κρινόμενη υπόθεση συνέτρεχαν οι δύο πρώτες από τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής ne bis in idem.
Περαιτέρω, όμως, σε σχέση με την προϋπόθεση ολοκλήρωσης με αμετάκλητη απόφαση μίας εκ των κυρωτικών διαδικασιών, στην κρινόμενη υπόθεση που είχε προσβληθεί το πρόστιμο της ΑΔΑΕ, κρίσιμο ήταν το αμετάκλητο τουλάχιστον του ενός εκ των δύο προστίμων που είχε επιβάλλει το ΕΣΡ.
Με την ΣτΕ Δ΄ 1091/2015, σκ. 10 (παραπεμπτική στην 7μ. σύνθεση) κρίθηκε ότι « … εάν μία από τις κατ’ αρχήν αρμόδιες αρχές επιληφθεί της υποθέσεως και εκδώσει πράξη επιβολής κυρώσεως, η οποία οριστικοποιείται είτε λόγω μη ασκήσεως κατ’ αυτής ενδίκου βοηθήματος, είτε λόγω απορρίψεως του ασκηθέντος ενδίκου βοηθήματος, δεν είναι επιτρεπτή η επιβολή κυρώσεως για την ίδια παράβαση και από άλλη διοικητική αρχή, τυχόν δε εκδοθείσα πράξη επιβολής κυρώσεως και από την αρχή αυτή είναι ακυρωτέα για παράβαση της αρχής non bis in idem».
Αντιστοίχως, με την επ’ αυτής ΣτΕ 7μ. 3473/2017, σκ. 12, επί του θέματος, κρίθηκαν τα εξής:
«12. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη είναι ακυρωτέα για παράβαση της αρχής «non bis in idem», διότι για την ίδια αιτία («χρήση πληροφοριών που έχουν συλλεχθεί με αθέμιτα μέσα») έχουν ήδη επιβληθεί εις βάρος της αιτούσης διοικητικές κυρώσεις από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, κατ’ επίκληση της διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 1 του π.δ/τος 77/2003. Πράγματι, από την από 8.6.2006 κλήση σε ακρόαση της αιτούσης ενώπιον της Α.Δ.Α.Ε. προκύπτει ότι το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης (Ε.Σ.Ρ.) είχε επιβάλει στην αιτούσα, με τις υπ’ αριθμ. 227 και 228/8.5.2006 αποφάσεις του, πρόστιμα (80.000 ευρώ για την εκπομπή της 26.2.2006 και 100.000 ευρώ για την εκπομπή της 19.2.2006) για παράβαση των κανόνων της δημοσιογραφικής δεοντολογίας σε σχέση με τα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία επιβλήθηκε και η επίδικη κύρωση. Κατά των πράξεων αυτών του Ε.Σ.Ρ. η αιτούσα είχε ασκήσει αιτήσεις ακυρώσεως που απερρίφθησαν με τις υπ’ αριθμ. 996-7/2014 αποφάσεις του Δ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου και, επομένως, οι κυρώσεις αυτές του Ε.Σ.Ρ έχουν οριστικοποιηθεί».
Συναφώς, όπως παρατηρεί ορθά ο Ι. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ σχολιάζοντας την κρίση της ανωτέρω παραπεμπτικής απόφασης (ΣτΕ 1091/2015)27 και επιχειρώντας να συστηματοποιήσει τον όρο του αμετάκλητου μιας διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο διαδικασίας που συνιστά ποινική διαδικασία, κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, σε μία τέτοια περίπτωση [διοικητικής κατά το εθνικό δίκαιο κύρωσης κατά της οποίας προβλέπεται η άσκηση αίτηση ακύρωσης στο ΣτΕ] θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι καθίσται αμέτακλητη είτε (i) εάν η πράξη επιβολής προστίμου δεν προσβλήθηκε με αίτηση ακύρωσης και, για το λόγο αυτό, οριστικοποιήθηκε, είτε (ii) εάν η πράξη επιβολής προστίμου προσβλήθηκε με αίτηση ακύρωσης η οποία απορρίφθηκε (όπως, πράγματι, συνέβη στην κριθείσα υπόθεση), είτε (iii) εάν η πράξη επιβολής προστίμου προσβλήθηκε με αίτηση ακύρωσης, η οποία έγινε δεκτή για λόγο που δεν καθιστά την κυρωτική διαδικασία εκ νέου εκκρεμή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου28.
iv. Ταυτότητα προσώπου & πραγματικών περιστατικών ή/και νομικού χαρακτηρισμού της παράβασης, ως προϋπόθεση ενεργοποίησης της αρχής ne bis in idem;
Όπως εκτέθηκε ήδη, η νομολογία του ΕΔΔΑ δεν καταλείπει αμφιβολία ως προς το idem αναφορικά με το διωκόμενο πρόσωπο. Έτσι, το Δικαστήριο δέχεται παγίως ότι το ne bis in idem είναι ανεφάρμοστο όταν τα αξιόποινα πραγματικά περιστατικά αφορούν διαφορετικά πρόσωπα. Αντιστοίχως, το Συμβούλιο Επικρατείας δέχεται ότι δεν υπάρχει έδαφος της αρχής ne bis in idem όταν η μία κυρωτική διαδικασία έχει κινηθεί σε βάρος φυσικού προσώπου και η άλλη σε βάρος νομικού προσώπου.
ΣτΕ 175/2018
Η ενεργοποίηση της αρχής nebisinidem προϋποθέτει ταυτότητα του διωκόμενου προσώπου [δεν υπάρχει ταυτότητα μεταξύ νομικού προσώπου & εκπροσώπου του νομικού προσώπου]
4. Επειδή, το άρθρο 4 του (κυρωθέντος με τον ν. 1705/1987, Α΄ 8) Έβδομου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (7ου ΠΠ) της ΕΣΔΑ ορίζει, στην παράγραφο 1, ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με τον νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem), απαιτείται, κατ’ αρχήν, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, εν όψει της φύσης των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά (βλ. ΣτΕ 1992/2016 επταμ., 167-169/2017 επταμ., 680/2017 επταμ., 2987/2017 επταμ. κ.ά.). Ειδικότερα, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της παραπάνω διάταξης της ΕΣΔΑ ούτε, άλλωστε, της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εάν υποτεθεί ότι ο Χάρτης αυτός βρίσκει πεδίο εφαρμογής σε υπόθεση όπως η παρούσα) στην περίπτωση κατά την οποία η μία “ποινική” διαδικασία στρέφεται κατά νομικού προσώπου, ενώ η άλλη κατά του νόμιμου εκπρόσωπου αυτού, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ταυτότητα του προσώπου, έναντι του οποίου κινήθηκαν οι δύο διαδικασίες (βλ. ΕΔΔΑ 6.12.2007, 29829/05, Γιαννετάκη Ε.Π.Ε. και Γιαννετάκης κατά Ελλάδας, σκέψη 36, ΕΔΔΑ, 20.5.2014, 35232/11, Pirttimäki κατά Φινλανδίας, σκέψη 51 και ΔΕΕ 5.4.2017, C-217/15 & C-350/15, ECLI:EU:C:2017:264, Orsi & Baldetti, σκέψεις 17-27).
Περαιτέρω, με την απόφαση Zolotoukhin κατά Ρωσίας (σκ. 82-84), το Τμήμα ευρείας σύνθεσης του ΕΔΔΑ έκρινε ότι το ne bis in idem ενεργοποιείται όταν το παρεπόμενο αδίκημα απορρέει από ταυτόσημα ή ουσιωδώς όμοια πραγματικά περιστατικά με αυτά που ήταν τα συστατικά της αρχικής ποινικής διαδικασίας, ανεξαρτήτως νομικού χαρακτηρισμού που τους δίδεται από τις οικείες διατάξεις [idem factum]. Την θέση αυτή αποδέχεται και το το Β΄ Τμήμα του Συμβουλίου Επικρατείας [βλ. λ.χ. ΣτΕ 7μ. 1992/2016, σκ. 10, ΣτΕ 7μ. 1887/2018, σκ. 4, διαθέσιμη κατωτέρω].
Β. … στην εκ νέου αμφισβήτηση της αρχής nebisinidem [ο περιορισμός της κανονιστικής εμβέλειας της αρχής, εν όψει της ανάγκης πρόληψης και η καταστολής των φορολογικών / τελωνειακών παραβάσεων]
Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, ήδη διανύουμε την τρίτη φάση εξέλιξης της νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας, αναφορικά με την αρχή ne bis in idem. Kατά την φάση αυτή, το δικαστήριο αξιοποιώντας κυρίως την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης [βλ. ιδίως και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-537/16, Garlsson Real Estate SA κ.ά, ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-596/16 και C-597/16, Di Puma & Zecca, καθώς και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 26.2.2013, C-617/10, Akerberg Fransson]29, δέχεται κατ’ αρχάς [βλ. ΣτΕ 7μ. 1887/2018, κατωτ.] ότι η αναγόμενη στο δημόσιο συμφέρον ανάγκη να προαχθεί η πρόληψη και η καταστολή των σχετικών παραβάσεων (ιδίως, δε, των πλέον σοβαρών) συνιστά θεμιτό λόγο περιορισμού της κανονιστικής εμβέλειας της απαγόρευσης ne bis in idem · συνακόλουθα, ο αποκλεισμός της σώρευσης ποινικής και διοικητικής (δίωξης και) κύρωσης, δυνάμει της αρχής ne bis in idem, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η ποινή που επιβλήθηκε στο πλαίσιο της πρώτης αμετακλήτως περατωθείσας διαδικασίας είναι αποτελεσματική, ανάλογη της παράβασης και αποτρεπτική (από άποψη ποσού ή/και συνθηκών τέλεσης της παράβασης).
Έτσι, σε περίπτωση που ο διοικητικός δικαστής επιληφθεί διαφοράς από την προσβολή διοικητικής κύρωσης (με ποινικό κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ χαρακτήρα · λ.χ. πράξη επιβολής πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας), μετά από την αμετάκλητη καταδίκη του ίδιου προσώπου για την ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά από ποινικό δικαστήριο, εφόσον θεωρήσει ότι η αμετακλήτως καταγνωσθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση είναι εμφανώς υπερβολικά ελαφριά30 σε σχέση με την αποδοθείσα παράβαση, ώστε να μην πληρούται η προαναφερόμενη προϋπόθεση, δεν δεσμεύεται από την αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση και, συνεπώς, δεν τερματίζει την ενώπιόν του διαδικασία, ακυρώνοντας τη διοικητική κύρωση, αλλά, ενόψει και του ότι, αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, το «φυσικό» δικαστή των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας, εκφέρει ίδια και αυτοτελή κρίση επί της υπόθεσης, χωρίς να δεσμεύεται από τις οικείες αμετάκλητες (νομικές και ουσιαστικές) εκτιμήσεις του ποινικού δικαστηρίου, τις οποίες πάντως οφείλει να συνεκτιμήσει ειδικώς.
Aντίθετα, όπως επιβεβαιώθηκε από την πρόσφατη ΣτΕ Ολ. 359/2020, σε περίπτωση που ο διοικητικός δικαστής επιληφθεί διαφοράς από την προσβολή (ποινικής φύσης με βάση τα κριτήρια Engel) διοικητικής κύρωσης, μετά από την αμετάκλητη αθώωση του ίδιου προσώπου για την ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά από ποινικό δικαστήριο, η αρχή ne bis in idem, συντρεχουσών και των λοιπών προϋποθέσεων ενεργοποίησής της, ενεργοποιείται και επιτάσσει τον τερματισμό της ενώπιον του διοικητικού δικαστή διαδικασίας, διά της ακύρωσης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης.
ΣτΕ 7μ. 1887/2018 επί προδικαστικού ερωτήματος
Αρχή ne bis in idem · προηγούμενη αμετάκλητη ΚΑΤΑΔΙΚΗ ˙ Κάμψη της αρχής ne bis in idem εάν η ποινή που επιβλήθηκε στο πλαίσιο της αμετακλήτως περατωθείσας διαδικασίας είναι εμφανώς υπερβολικά ελαφριά σε σχέση με την αποδοθείσα παράβαση · Ερμηνεία άρθρου 5 παρ. 2 εδ. β΄ ΚΔΔ (τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με τον ν. 4446/2016), αναφορικά με την δέσμευση του διοικητικού δικαστή από αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις ως προς την ενοχή του δράστη · Εάν διοικητικός δικαστής κρίνει ότι η επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο ποινή είναι εμφανώς υπερβολικά ελαφριά σε σχέση με την αποδοθείσα παράβαση, εκφέρει ίδια και αυτοτελή κρίση επί της υπόθεσης, χωρίς να δεσμεύεται από τις οικείες αμετάκλητες (νομικές και ουσιαστικές) εκτιμήσεις του ποινικού δικαστηρίου, τις οποίες πάντως οφείλει να συνεκτιμήσει ειδικώς
3. Επειδή, με την ως άνω παραπεμπτική απόφασή του το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τα εξής: Στις ………, στο λιμένα του .., κατασχέθηκε από το αντίστοιχο Σώμα Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος της Αγγλίας ……… τα οποία δεν έφεραν τη σχετική ταινία, η οποία αποδεικνύει την καταβολή δασμών, φόρων-τελών και λοιπών δικαιωμάτων του Δημοσίου. Τα λαθραία αυτά τσιγάρα βρέθηκαν εντός εμπορευματοκιβωτίου (κοντέινερ) φορτωθέντος από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, επιμελώς κρυμμένα εντός ξυλοκιβωτίων, τα οποία, σύμφωνα με τα φορτωτικά έγγραφα, περιείχαν φύλλα γυαλιού. Τα εμπορεύματα του εν λόγω εμπορευματοκιβωτίου συνοδεύονταν από δελτίο αποστολής και τιμολόγιο της επιχείρησης του Θεόδωρου ………, με την επωνυμία “……….” και έδρα τη Θεσσαλονίκη, με παραλήπτη την εταιρεία με την επωνυμία “…………”, η οποία, σύμφωνα με τις αγγλικές αρχές, ήταν ανύπαρκτη. Με βάση τα ως άνω έγγραφα, τα οποία προσκόμισε στο Δ΄ Τελωνείο …….. στις 24-10-2003, συνυποβάλλοντας και σχετική αίτηση, ο εξουσιοδοτηθείς από την προαναφερόμενη επιχείρηση του …….εκτελωνιστής ….. ………….., εκδόθηκε από το ανωτέρω Τελωνείο το ………. πιστοποιητικό, που αποδεικνύει το διακοινοτικό χαρακτήρα της αποστολής “φύλλων γυαλιού” βάρους 8.000 κιλών. Τη θαλάσσια μεταφορά του ανωτέρω εμπορευματοκιβωτίου ανέλαβε και πραγματοποίησε το ναυτιλιακό γραφείο με το διακριτικό τίτλο «…………..», που ανήκει στον προσφεύγοντα, ……. ……………. και έχει έδρα τη ………, ενώ η εσωτερική μεταφορά από τις ευρισκόμενες στο ……….. Θεσσαλονίκης εγκαταστάσεις της ναυτιλιακής εταιρείας ……. μέχρι το πάρκινγκ στο ………, όπου έλαβε χώρα η φόρτωσή του με τσιγάρα και η επιστροφή του πάλι στη μάνδρα της ……., πραγματοποιήθηκε από τον αυτοκινητιστή …… …….., αντί του αυτοκινητιστή ……. ………….., ο οποίος επρόκειτο αρχικά να πραγματοποιήσει τη μεταφορά, κύριος συντονιστής δε όλων των παραπάνω ενεργειών ήταν ο …… …………. Τελικά, το ανωτέρω εμπορευματοκιβώτιο φορτώθηκε στο πλοίο ………. από το λιμένα της …… και έφθασε στο …….., αφού, προηγουμένως, μεταφορτώθηκε στο πλοίο …….. στο λιμένα της ……… Στη συνέχεια, και κατόπιν υποβολής αιτήματος αμοιβαίας διοικητικής συνδρομής των Αγγλικών αρχών, η ΥΠ.Ε.Ε. Κεντρικής Μακεδονίας, με την ……… εντολή, μετέβη για έλεγχο των βιβλίων και στοιχείων της επιχείρησης του …… ……… με την επωνυμία “………….” στο κεντρικό κατάστημα και στην έδρα του υποκαταστήματος, διαπιστώθηκε, όμως, ότι η επιχείρηση δεν υπήρχε πλέον. Η ίδια υπηρεσία, αφού αναζήτησε και εντόπισε το … …….., του επέδωσε την ………2004 πρόσκληση της ΥΠ.Ε.Ε. για την προσκόμιση των βιβλίων και θεωρηθέντων στοιχείων της επιχείρησής του και για μαρτυρική κατάθεση σχετικά με τις δραστηριότητες της τελευταίας. Ενόψει, όμως, του ότι αυτός με την από ………. ανωμοτί κατάθεσή του ισχυρίστηκε ότι όλα τα θεωρημένα στοιχεία του κεντρικού καταστήματος και του υποκαταστήματός του εκλάπησαν από την τσάντα που είχε στο αυτοκίνητό του στις ……….2003, σύμφωνα και με το …….. υπηρεσιακό σημείωμα του Α΄ Τμήματος Ασφάλειας Θεσσαλονίκης που προσκόμισε, η ΥΠ.Ε.Ε. δεν είχε τη δυνατότητα να συγκρίνει τα ανωτέρω συνοδευτικά στοιχεία του εμπορευματοκιβωτίου με το περιεχόμενο που αναφέρεται σε αυτά και τα οποία πρόσφεραν αληθοφάνεια στην αποστολή, καθόσον, τελικά, στο εν λόγω εμπορευματοκιβώτιο μαζί με τα φύλλα γυαλιού βρέθηκαν και 1.966.400 τσιγάρα μάρκας ……… Ακολούθως, η ΥΠ.Ε.Ε. Κ. Μακεδονίας υπέβαλε την ……. δικογραφία προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με τα συνημμένα της, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η από ……… έκθεση προσδιορισμού δασμών και λοιπών φόρων, σύμφωνα με την οποία το σύνολο των αναλογουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων στην ανωτέρω ποσότητα τσιγάρων ανέρχεται στο ποσό των 219.168,23€. Στη συνέχεια, με την ……../20-11-2008 απόφαση του Γ΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου …… καταδικάστηκαν οι .. ……., . ……… και ο προσφεύγων …. …. σε φυλάκιση ενός έτους ο καθένας από αυτούς (με αναστολή για μια τριετία για τους πρώτο και τρίτο και μετατροπή της ποινής του δεύτερου σε χρηματική) για την τέλεση της ως άνω πράξης της λαθρεμπορίας τσιγάρων. Κατόπιν αυτών, ο Διευθυντής του Α΄ Τελωνείου ……, αφού έλαβε, μεταξύ άλλων, υπόψη του: 1) την υποβολή της προαναφερθείσης δικογραφίας από την ΥΠ.Ε.Ε. Κ. Μακεδονίας προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης με τα συνημμένα της, 2) την ………. απόφαση του Γ΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ………, 3) την από ……. απολογία του …….. και τα σχετικά απολογητικά υπομνήματα των ……….. και 4) τα λοιπά στοιχεία του φακέλου, με την 15/2006/4-3-2009 πράξη του, επέβαλε σε βάρος του προσφεύγοντος, του ………. ………., ως υπαιτίων τέλεσης τελωνειακής παράβασης (λαθρεμπορίας), το αναφερόμενο στη σκέψη 1 πολλαπλό τέλος. Με την προσφυγή του ο προσφεύγων ζητά την ακύρωση της ως άνω καταλογιστικής πράξης για τους λόγους που αναπτύσσει σε αυτήν, ενώ με τους από 18-10-2017 νομίμως ασκηθέντες πρόσθετους λόγους προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι, εφόσον με την ……../2010 τελεσίδικη απόφαση του Β΄ Τριμελούς Εφετείου ……, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την ………./2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η ποινική του καταδίκη (φυλάκιση ενός έτους με αναστολή για μια τριετία) κατέστη αμετάκλητη, πρέπει να εφαρμοστεί στην περίπτωσή του η αρχή ne bis in idem. Και τούτο διότι συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις για την ενεργοποίηση της προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ απαγόρευσης (ne bis in idem), δεδομένου ότι: α) η ποινική διαδικασία για την επιβολή κύρωσης για λαθρεμπορία αποτελεί σαφώς διακριτή (αυτοτελή) διαδικασία σε σχέση με τη διοικητική διαδικασία επιβολής της κύρωσης των πολλαπλών τελών και στην περίπτωσή του κινήθηκαν δύο διακριτές (αυτοτελείς) “ποινικές” διαδικασίες κατά το άρθρο 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, μία ποινική και μια διοικητική (κατά το εσωτερικό δίκαιο), καθεμία από τις οποίες οδήγησε στην επιβολή αυτοτελούς κυρώσεως, β) κατά τη νομολογία του ΕΔΔΑ, αλλά και του Συμβουλίου της Επικρατείας, τα πολλαπλά τέλη έχουν ποινικό χαρακτήρα και με την προσβαλλόμενη καταλογιστική πράξη επιβλήθηκε σε βάρος του, ως διοικητική κύρωση, πολλαπλό τέλος και, επομένως, πρόκειται για “ποινικής” φύσεως κύρωση κατά την ΕΣΔΑ, γ) έχει ήδη εκδοθεί αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση σε βάρος του (η ……../2011 απόφαση του Αρείου Πάγου) και, επομένως, έχει ήδη περατωθεί η μία από τις δύο διαδικασίες, και δ) υφίσταται ταυτότητα των δύο διαδικασιών (ποινικής και διοικητικής), οι οποίες στρέφονται σε βάρος του, αφού και οι δύο αφορούν τη συμμετοχή του στην ίδια λαθρεμπορική παράβαση, δηλαδή στην με πρόθεση από κοινού με άλλους κατοχή εντός του τελωνειακού εδάφους της Ελλάδας τσιγάρων από …… έως …… και στην από …….. εξαγωγή τους προς τη Μ. Βρετανία, χωρίς την πληρωμή των προβλεπόμενων δασμών και φόρων, μέσω φόρτωσης σε εμπορευματοκιβώτιο και ένδειξη ότι αυτό περιείχε ποσότητες φύλλων γυαλιού. Είναι δε χαρακτηριστικό, κατά τον προσφεύγοντα, ότι για την έκδοση της προσβαλλόμενης καταλογιστικής πράξης ελήφθησαν υπόψη η ποινική δικογραφία και η …../2008 απόφαση του Γ΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου …….. Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, εφόσον πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις, το αρμόδιο για την εκδίκαση της προσφυγής κατά της ένδικης καταλογιστικής πράξης δικαστήριο οφείλει, κατά τον προσφεύγοντα, να κρίνει ότι η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία επιβάλλεται δεύτερη τέτοια “ποινή” για την ίδια “ποινική υπόθεση”, είναι παράνομη και να την ακυρώσει. Η Τελωνειακή αρχή, με τις ………… συμπληρωματικές εκθέσεις απόψεών της (άρθρου 129 του Κ.Δ.Δ.) επί της προσφυγής και επί των πρόσθετων λόγων, αντίστοιχα, αφού επικαλέσθηκε και προσκόμισε ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου την ……./2010 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και την ………../2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, υποστήριξε, με την πρώτη από τις ως άνω εκθέσεις, ότι τυγχάνει εφαρμοστέα η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, η οποία ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι τα δικαστήρια δεσμεύονται από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη. Περαιτέρω, με τη δεύτερη εκ των ανωτέρω εκθέσεων, επικαλούμενη την 2067/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και την 1741/2015 απόφαση της Ολομέλειας του ίδιου Δικαστηρίου, προέβαλε ότι, εφόσον η κύρωση του πολλαπλού τέλους δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, διότι δεν έχει τη γενικότερη νομική, ηθική και κοινωνική αποδοκιμασία της συμπεριφοράς του δράστη, αλλά αποτελεί κύρωση που εξυπηρετεί τη διασφάλιση είσπραξης κοινοτικών και εθνικών πόρων και την εφαρμογή κανόνων της τελωνειακής νομοθεσίας, δεν ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem που διαλαμβάνεται στο άρθρο 4 παρ.1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθώς και στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, με συνέπεια να μην κωλύεται ούτε η έναρξη ούτε η εξέλιξη διαδικασίας επιβολής του πολλαπλού τέλους και της τυχόν ανοιγείσας ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων δίκης σε περίπτωση που για την ίδια παράβαση έχει ολοκληρωθεί η ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων διαδικασία με απόφαση που έχει καταστεί αμετάκλητη. Εξάλλου, κατά την καθ’ ης αρχή, με τη νέα ρύθμιση της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, όπως αυτή θεσπίστηκε με το άρθρο 17 του ν. 4416/2016, αφενός, επαναλαμβάνεται η ρύθμιση περί δέσμευσης από τις αμετάκλητες καταδικαστικές ποινικές αποφάσεις, αφετέρου, τίθεται νέος κανόνας όσον αφορά τη σχέση μεταξύ της ποινικής και διοικητικής δίκης, ο οποίος προβλέπει ότι ο διοικητικός δικαστής δεσμεύεται από τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, καθώς και από τα αμετάκλητα απαλλακτικά βουλεύματα, εκτός εάν η απαλλαγή οφείλεται στην έλλειψη στοιχείου της αντικειμενικής ή υποκειμενικής υπόστασης του ποινικού αδικήματος που δεν αποτελεί προϋπόθεση της αντίστοιχης αποδοθείσας διοικητικής παράβασης. Η εν λόγω ρύθμιση προτάθηκε, κατά την καθ’ ης, με σκοπό το σεβασμό του τεκμηρίου αθωότητας, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, δεν σημαίνει, όμως, ότι στερείται σημασίας και είναι άμοιρη συνεπειών όσον αφορά την αρχή του ne bis in idem, καθόσον η εφαρμογή της διάταξης αυτής, στο μέτρο που συνεπάγεται είτε την ακύρωση της επίμαχης διοικητικής κύρωσης είτε την επιβεβαίωση της ακύρωσής της από το κατώτερο διοικητικό δικαστήριο, έχει κατ’ ουσία το αποτέλεσμα που απαιτεί η ως άνω αρχή, και, επομένως, η διάταξη αυτή παρίσταται ικανή να οδηγήσει, κατ’ αποτέλεσμα, στο σεβασμό της. Ο προσφεύγων, με το από 8-12-2017 υπόμνημά του, υποστήριξε, αντικρούοντας τα ανωτέρω, ότι αλυσιτελώς προβάλλονται από την καθ’ ης ισχυρισμοί σε σχέση με τη συνταγματικότητα και συμβατότητα προς την ΕΣΔΑ του νέου τροποποιημένου άρθρου 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., αφενός διότι η επίκληση της συμβατότητας της διάταξης αυτής με το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, δεν απαντά στους ισχυρισμούς των πρόσθετων λόγων της προσφυγής του περί παράβασης της αρχής ne bis in idem, αφετέρου, στο μέτρο που η διάταξη του άρθρου αυτού προϋποθέτει δύο διαδοχικές “ποινικές” κατά την έννοια της ΕΣΔΑ κυρώσεις για την ίδια παράβαση δεν μπορεί να κριθεί συμβατή με το άρθρο 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ κατά τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Ενόψει του προεκτεθέντος πραγματικού και των προβληθέντων λόγων προσφυγής, το Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης υπέβαλε στο Συμβούλιο της Επικρατείας, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 2 του ν. 3900/2010, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα: “1) Ενόψει του ότι σε υποθέσεις λαθρεμπορίας, όπως η παρούσα, οι οποίες στο εθνικό δίκαιο χαρακτηρίζονται ως ποινικό αδίκημα τόσο από τον Ποινικό Κώδικα, στον οποίο προβλέπεται ποινή στερητική της ελευθερίας, όσο και από τον Τελωνειακό Κώδικα ως διοικητική παράβαση, στον οποίο προβλέπεται η επιβολή πολλαπλών τελών, λόγω δε του σκοπού για τον οποίο επιβάλλονται και της ακολουθούμενης διαδικασίας επιβολής τους, οι εν λόγω κυρώσεις (ποινικές – διοικητικές) είναι διαφορετικές μεταξύ τους, η διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, κατά το κεφάλαιο που προβλέπει ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, η οποία διατηρήθηκε όπως ίσχυε και μετά την τροποποίηση του ανωτέρω άρθρου με το ν. 4416/2016 και αναφέρει την ύπαρξη δύο διαδικασιών αυτοτελών επιβολής κυρώσεων “ποινικής φύσεως”, κατά το ΕΔΔΑ, προσκρούει στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ; 2) Μπορεί η ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 5 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του άρθρου 4 παρ. 1 του 7oυ Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δηλαδή ότι τα διοικητικά δικαστήρια δεσμεύονται από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη υπό την έννοια ότι οφείλουν να τερματίσουν τη διοικητική “ποινική” διαδικασία της επιβολής πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας, εφόσον έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ο δράστης από το ποινικό δικαστήριο, ακυρώνοντας τη διοικητική πράξη, ως μη νόμιμη, λόγω αντίθεσης της τελευταίας προς την αρχή ne bis in idem;”.
4. Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν. 1705/1987 (Α΄ 89) 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Π.Π.) της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ορίζει ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem), απαιτείται, κατ’ αρχήν, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, ενόψει της φύσης των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά (βλ. ΣτΕ 951/2018 7μ., 175/2018, 2987/2017 7μ., 680/2017 7μ., 167-169/2017 7μ., 1992/2016 7μ. κ.ά.). Ειδικότερα, η δεύτερη διαδικασία πρέπει να αφορά στο ίδιο ιστορικό γεγονός με την πρώτη (βλ. ΣτΕ 951/2018 7μ., ΑΠ Ολομ. 1/2011), ήτοι στο αυτό σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, χρονικά και τοπικά, και η συνδρομή των οποίων είναι απαραίτητη για την επιβολή της κύρωσης (βλ. ΣτΕ 951/2018 7μ., ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 10.2.2009, 14939/03, Zolotukhin κατά Ρωσίας, σκ.84 – πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 34-38). Όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ 951/2018 7μ., 2987/2017 7μ., 680/2017 7μ., 167-169/2017 7μ., 1992/2016 7μ., 284/2018, 3174, 1778/2017, κ.ά.), ενόψει και των αποφάσεων του ΕΔΔΑ Ruotsalainen κατά Φινλανδίας της 16.6.2009, Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδος της 30.4.2015, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδος της 9.6.2016 και Α και Β κατά Νορβηγίας της 15.11.2016, το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ αντιτίθεται, καταρχήν, στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κύρωσης για φορολογική ή τελωνειακή παράβαση, όταν για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία. Εξάλλου, ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής, Χάρτης) ορίζει, στο άρθρο 50, ότι «Κανείς δεν διώκεται ούτε τιμωρείται ποινικά για αδίκημα για το οποίο έχει ήδη αθωωθεί ή καταδικασθεί εντός της Ένωσης με οριστική [αμετάκλητη] απόφαση ποινικού δικαστηρίου σύμφωνα με τον νόμο»και, στο άρθρο 52 παρ. 1, ότι «1. Κάθε περιορισμός στην άσκηση των δικαιωμάτων και ελευθεριών που αναγνωρίζονται στον παρόντα Χάρτη πρέπει να προβλέπεται από τον νόμο και να σέβεται το βασικό περιεχόμενο των εν λόγω δικαιωμάτων και ελευθεριών. Τηρουμένης της αρχής της αναλογικότητας, περιορισμοί επιτρέπεται να επιβάλλονται μόνον εφόσον είναι αναγκαίοι και ανταποκρίνονται πραγματικά σε στόχους γενικού ενδιαφέροντος που αναγνωρίζει η Ένωση ή στην ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων”. Οι ως άνω διατάξεις των άρθρων 50 και 52 (παρ. 1) του Χάρτη έχουν ανάλογο κανονιστικό περιεχόμενο με εκείνο του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ (βλ. ΣτΕ 951/2018 7μ., 1102-1104/2018 7μ., ΔΕΕ μειζ. Συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 60-62), λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη ότι (α) κατά το άρθρο 50 του Χάρτη, ο «ποινικός» χαρακτήρας των διοικητικών κυρώσεων εκτιμάται βάσει κριτηρίων παρόμοιων με τα κριτήρια Engel που έχει υιοθετήσει το ΕΔΔΑ και, κατ’ ακολουθίαν, έχουν «ποινική» φύση διοικητικά πρόστιμα (όπως το ένδικο πολλαπλό τέλος), σημαντικού ύψους, που επιβάλλονται για την καταστολή παραβάσεων της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας (βλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-514/15, Menci, σκ. 26-33) και (β) κατά τα ανωτέρω άρθρα του Χάρτη, η εξακολούθηση διαδικασίας ή δίκης για την επιβολή τέτοιου («ποινικής» φύσης) διοικητικού προστίμου βαίνει, καταρχήν, προδήλως πέραν των όσων απαιτούνται για την επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της καταπολέμησης της δασμοφοροδιαφυγής και της είσπραξης των οφειλόμενων φόρων ή/και δασμών, εφόσον υπάρχει είτε αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που διαπιστώνει ότι δεν στοιχειοθετείται η επίμαχη φορολογική παράβαση (βλ. ΣτΕ 951/2018 7μ. και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-596/16 και C-597/16, Di Puma & Zecca, ECLI:EU:C:2018:192, σκ. 33-34 και 41-45, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 41, 46 και 52) είτε αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία επιβλήθηκε ποινή δυνάμενη να καταστείλει τη διαπραχθείσα παράβαση κατά τρόπο αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό (βλ. ΣτΕ 951/2018 7μ. και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-537/16, Garlsson Real Estate SA και άλλοι, ECLI:EU:C:2018:193, σκ. 48 και 57-59, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 41, 46 και 52), λαμβανομένου υπόψη ότι ο αποκλεισμός της σώρευσης ποινικής και διοικητικής (δίωξης και) κύρωσης, δυνάμει της ενωσιακής αρχής nebisinidem, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι η κύρωση που επιβλήθηκε στο πλαίσιο της πρώτης αμετακλήτως περατωθείσας διαδικασίας (σε υπόθεση όπως η παρούσα, η ποινική) είναι αποτελεσματική, ανάλογη της παράβασης και αποτρεπτική (βλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 26.2.2013, C-617/10, Akerberg Fransson, σκέψη 36). Πράγματι, όπως έχει ήδη κριθεί με τις αποφάσεις 1102-1104/2018 της επταμελούς σύνθεσης του Β΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, η αναγόμενη στο δημόσιο συμφέρον ανάγκη να προαχθεί η πρόληψη και η καταστολή των σχετικών παραβάσεων (ιδίως, δε, των πλέον σοβαρών) συνιστά θεμιτό λόγο περιορισμού της κανονιστικής εμβέλειας της απαγόρευσης nebisinidem, τόσο κατά την ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί από την ευρεία σύνθεση του ΕΔΔΑ, όσο και κατά το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, όπως έχει ερμηνευθεί από τη μείζονα σύνθεση του ΔΕΕ (βλ., αντίστοιχα, ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. 27.5.2014, Margus v. Croatia, 4455/10, σκ. 124-141, ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. 15.11.2016, Α και Β κατά Νορβηγίας, 24130/11 & 29758/11, σκ. 121-130 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 27.5.2014, C-129/14 PPU, Spasic, σκ. 62-63, ΔΕΕ μειζ. συνθ. 29.6.2016, C-486/14, Kossowski, σκ. 46-49, ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 41 και 44 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-537/16, Garlsson Real Estate SA κλπ., σκ. 43 και 46) και μπορεί να δικαιολογήσει τη σώρευση ποινικής και διοικητικής δίωξης και κύρωσης για την ίδια παράβαση της τελωνειακής/φορολογικής νομοθεσίας (βλ. ΣτΕ 1102-1104/2018 7μ., ΕΔΔΑ μειζ. συνθ. 15.11.2016, Α και Β κατά Νορβηγίας, 24130/11 & 29758/11, σκ. 121-130 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 20 και 44-45), ενόψει και της απορρέουσας από το ενωσιακό δίκαιο υποχρέωσης των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές κυρώσεις για παραβάσεις της κοινοτικής τελωνειακής νομοθεσίας ή των ενωσιακών κανόνων περί ΦΠΑ και ειδικών φόρων κατανάλωσης (βλ. λ.χ. ΔΕΚ 26.10.1995, C-36/94, Siesse, σκέψη 20, ΔΕΚ 7.12.2000, C-213/99, De Andrade, σκέψη 19, ΔΕΕ μειζ. συνθ. 26.2.2013, C-617/10, Akerberg Fransson, σκέψεις 25-27, 35-36, ΔΕΕ μειζ. συνθ. 8.9.2015, C-105/14, Taricco κλπ., σκέψεις 36-40, ΔΕΕ 2.6.2016, C-81/15, Καπνοβιομηχανία Καρέλια ΑΕ, σκέψεις 35-37 και 48 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 5.12.2017, C-42/17, M.A.S. και Μ.Β., σκέψεις 30-36).
5. Επειδή, ο ν. 2960/2001 «Εθνικός Τελωνειακός Κώδικας» (Α΄ 265), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζει, στο άρθρο 53, ότι: «Επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) … στα βιομηχανοποιημένα καπνά και καθορίζονται τα περί παραγωγής, μεταποίησης, κατοχής, κυκλοφορίας και ελέγχου των προϊόντων αυτών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα», στο άρθρο 54 ότι: «1. Στον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.) υπάγονται τα προϊόντα του άρθρου 53, τα οποία παράγονται στο εσωτερικό της χώρας, προέρχονται από άλλα Κράτη-Μέλη ή εισάγονται στο εσωτερικό της χώρας. Ως εισαγωγή νοείται η είσοδος των προϊόντων αυτών από τρίτες χώρες στο εσωτερικό της χώρας. … », στο άρθρο 94 ότι: «Βιομηχανοποιημένα καπνά, στα οποία επιβάλλεται Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης (Ε.Φ.Κ.), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 του παρόντα Κώδικα, θεωρούνται: α) τα τσιγάρα, β) …», και στο άρθρο 106 παρ. 1 ότι: «Η νόμιμη κυκλοφορία των βιομηχανοποιημένων καπνών που καταναλώνονται στο εσωτερικό της χώρας αποδεικνύεται με τις ένσημες ταινίες φορολογίας, που είναι επικολλημένες στα πακέτα ή στη μικρότερη συσκευασία διάθεσής τους στους καταναλωτές. …». Εξάλλου, ο αυτός Κώδικας ορίζει, στην παρ. 5 του άρθρου 118, ότι: «Η με οποιονδήποτε τρόπο διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της καταβολής των οφειλόμενων φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από το τρίτο μέρος του παρόντα Κώδικα, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, χαρακτηρίζονται ως λαθρεμπορία κατά τις διατάξεις των άρθρων 142 και επόμενα του παρόντα Κώδικα και επισύρουν το υπό αυτών προβλεπόμενο πολλαπλό τέλος και αν ακόμη κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας.», στην παρ. 2 του άρθρου 142 ότι: «Ως τελωνειακή παράβαση χαρακτηρίζεται επίσης, η με οποιονδήποτε τρόπο, από τους αναφερόμενους στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διαφυγή ή απόπειρα διαφυγής της πληρωμής των δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων, καθώς και η μη τήρηση των καθοριζομένων, στο άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα, διατυπώσεων και επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα ακόμη και αν κρινόταν, αρμοδίως, ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιόποινης λαθρεμπορίας», στην παρ. 1 του άρθρου 150, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της με την παρ. 57 του άρθρου 1 του ν. 3583/2007 (Α΄ 142), ότι: «Κατά των με οποιονδήποτε τρόπο συμμετεχόντων στην τελωνειακή παράβαση, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 142 του παρόντος Κώδικα και ανάλογα με το βαθμό συμμετοχής εκάστου, άσχετα από την ποινική δίωξη αυτών, επιβάλλεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 152, 155 και επόμενων του παρόντος Κώδικα, ιδιαίτερα στον καθένα και αλληλέγγυα, πολλαπλό τέλος από το τριπλάσιο μέχρι το πενταπλάσιο των δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, που αναλογούν στο αντικείμενο αυτής, συνολικά για όλους τους συνυπαιτίους. …» και στην παρ. 5 του αυτού άρθρου 150 ότι “Η εκδοθείσα καταλογιστική πράξη [περί πολλαπλού τέλους] είναι ανεξάρτητη από την παράλληλη κατά νόμο άσκηση ποινικής δίωξης, καθώς και την ποινική απόφαση που θα εκδοθεί”. Περαιτέρω, στο άρθρο 155 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι: «1. Λαθρεμπορία είναι: α) η εντός του τελωνειακού εδάφους εισαγωγή ή εξ αυτού εξαγωγή εμπορευμάτων υποκειμένων σε δασμούς, φόρους και λοιπές επιβαρύνσεις που εισπράττονται στα Τελωνεία, χωρίς τη γραπτή άδεια της αρμόδιας Τελωνειακής Αρχής ή σε άλλο από τον ορισμένο παρ’ αυτής τόπο ή χρόνο. β) οποιαδήποτε ενέργεια, που αποσκοπεί να στερήσει το Ελληνικό Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση των υπ’ αυτών εισπρακτέων δασμών, φόρων και λοιπών επιβαρύνσεων από τα εισαγόμενα ή εξαγόμενα εμπορεύματα, και αν ακόμη αυτά εισπράχθηκαν κατά χρόνο και τρόπο διάφορο εκείνου που ορίζει ο νόμος. Οι παραβάσεις της παραγράφου αυτής επισύρουν κατά των υπευθύνων πολλαπλό τέλος σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντα Κώδικα και αν ακόμη ήθελε κριθεί αρμοδίως ότι δεν συντρέχουν τα στοιχεία αξιοποίνου λαθρεμπορίας. 2. Ως λαθρεμπορία θεωρείται: α) … ζ) η αγορά, πώληση και κατοχή εμπορευμάτων που έχουν εισαχθεί ή τεθεί στην κατανάλωση κατά τρόπο που συνιστά το αδίκημα της λαθρεμπορίας. η)…». Τέλος, στο άρθρο 157 του αυτού Κώδικα, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζεται ότι: “1. Η κατά το άρθρο 155 του παρόντα Κώδικα λαθρεμπορία τιμωρείται: α) Με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών. Εάν όμως το αντικείμενο της λαθρεμπορίας δεν έχει σημαντική αξία και προορίζεται για ατομική χρήση ή ανάλωση του υπαίτιου, το ελάχιστο όριο της ποινής μειώνεται στο ένα έκτο. β) Με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους στις εξής περιπτώσεις: -εάν διαπράχθηκε καθ΄ υποτροπήν, -εάν διαπράχθηκε ενόπλως ή υπό τριών ή περισσοτέρων μαζί, -εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονται τουλάχιστον στο ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και άνω και -εάν ο υπαίτιος μεταχειρίσθηκε ιδιαίτερα τεχνάσματα. 2. … 3. … 4. …”.
6. Επειδή, η προβλεπόμενη από τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (άρθρα 150 και 155) διοικητική κύρωση του πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας, η οποία, ενόψει του κατασταλτικού σκοπού της και της βαρύτητάς της, έχει «ποινικό» χαρακτήρα, κατά την έννοια του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ και του άρθρου 50 του Χάρτη (βλ. 951/2018 7μ.), επιβάλλεται παράλληλα με την οριζόμενη στον ίδιο Κώδικα (άρθρο 157) stricto sensu ποινική κύρωση για το αδίκημα της λαθρεμπορίας. Οι κυρώσεις αυτές κατατείνουν στην ικανοποίηση κοινών σκοπών, ήτοι στην αποτελεσματική αποτροπή από τη διάπραξη στο μέλλον παραβάσεων λαθρεμπορίας (προς εξασφάλιση του δημοσιονομικού συμφέροντος του Κράτους και της τήρησης της ισότητας ενώπιον των φορολογικών βαρών, δια της πληρωμής/είσπραξης των οικείων φόρων) όσο και στον κολασμό του παραβάτη (πρβλ. σκέψεις 32-34 της από 9.6.2016 απόφασης του ΕΔΔΑ, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδας και, ιδίως, σκέψη 21 της απόφασης ΣτΕ 1992/2016 7μ., με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΔΕΚ – πρβλ. και Συνταγματικό Συμβούλιο Γαλλίας 24.6.2016, 2016-545 QPC, σκέψη 20), και δεν αφορούν σε διαφορετικές όψεις της επίμαχης παραβατικής συμπεριφοράς που αποδίδεται στον εκάστοτε υπαίτιο (πρβλ. ΣτΕ 680/2017 7μ.).
7. Επειδή, στο άρθρο 5 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (ΚΔΔ – ν. 2717/1999, Α΄ 97), όπως η διάταξη αυτή ισχύει, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 17 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/22-12-2016), ορίζεται ότι: «Τα [διοικητικά] δικαστήρια …. Δεσμεύονται, επίσης, από τις αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων ως προς την ενοχή του δράστη, … ».
8. Επειδή, η καταστολή της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της μεγάλης από απόψεως ποσού), μέσω της διαπίστωσης των οικείων παραβάσεων και της επιβολής των αντίστοιχων διαφυγόντων φόρων, καθώς και των προβλεπόμενων στο νόμο διοικητικών κυρώσεων, συνιστά, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 5, 26 και 106 παρ. 1 και 2), επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και βασικό έργο της φορολογικής Διοίκησης, η νομιμότητα των πράξεων της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 και το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος (ΣτΕ 1102-4/2018 7μ., 951/2018 7μ., 172-3/2018 7μ., 169/2018 7μ., 2934-5/2017 7μ., 680/2017 7μ., 1992/2016 7μ., 884/2016 7μ., κ.α.). Συναφώς, ο νομοθέτης μπορεί να χαρακτηρίσει όχι μόνο ως διοικητικές παραβάσεις αλλά και ως ποινικά αδικήματα τις πλέον σοβαρές, από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τέλεσης, παραβάσεις φοροδιαφυγής, που, κατά την εκτίμησή του, χρήζουν έντονης κοινωνικής αποδοκιμασίας και απαιτούν συμπληρωματικές (σε σχέση με τις επιβαλλόμενες από τη φορολογική Διοίκηση) κυρώσεις, για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και αντιμετώπισή τους. Πάντως, δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η εφαρμογή και η επιβολή της διοικητικής νομοθεσίας περί φορολογίας ανάγεται στην άσκηση της κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος εκτελεστικής λειτουργίας, η δράση της οποίας, σε περίπτωση αμφισβήτησης της νομιμότητας των πράξεών της, υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, στο δικαιοδοτικό έλεγχο του διοικητικού δικαστή, που είναι ο “φυσικός” δικαστής των διαφορών μεταξύ του Κράτους και των διοικουμένων όσον αφορά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, η διπλή, διοικητική και ποινική, διαδικασία, που προβλέπεται στο νόμο για την αντιμετώπιση παραβάσεων φοροδιαφυγής, πρέπει, ανεξαρτήτως του ποσού αυτής, να οργανώνεται νομοθετικά και να διενεργείται κατά τρόπο ώστε ο ποινικός δικαστής να επιλαμβάνεται (μετά από διακοπή της προθεσμίας παραγραφής του ποινικού αδικήματος) κατόπιν της τελεσίδικης κρίσης της ουσίας της υπόθεσης από τον διοικητικό δικαστή, δοθέντος, άλλωστε, ότι δεν θα ήταν συνταγματικώς ανεκτή ποινική καταδίκη για φοροδιαφυγή σε περίπτωση που ο διοικητικός δικαστής κρίνει, για λόγους αναγόμενους στην ουσία, [μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η διαπίστωση περί παραγραφής της σχετικής αξιώσεως του Δημοσίου, πρβλ. ΣτΕ 287/2018], ότι δεν είναι νόμιμη η σχετική καταλογιστική (του φόρου ή/και συναφούς προστίμου) πράξη της Διοίκησης (βλ. ΣτΕ 951/2018 7μ., 680/2017 7μ.). Οι προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις ναι μεν έχουν την παραπάνω έννοια, καθώς και την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης κωλύεται να εξαρτήσει την άσκηση των ως άνω εξουσιών της Διοίκησης ή/και της αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων για επίλυση των σχετικών διαφορών από την προηγούμενη ποινική καταδίκη του φορολογούμενου για το αντίστοιχα προβλεπόμενο ποινικό αδίκημα φοροδιαφυγής ή λαθρεμπορίας, αλλά, πάντως, σε περίπτωση που προβλέπονται για την ίδια παραβατική συμπεριφορά τόσο διοικητικές όσο και ποινικές κυρώσεις, δεν αποκλείουν τη θέσπιση και την εφαρμογή διατάξεων νόμου (όπως εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 50 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης) από τις οποίες να προκύπτει επίδραση της αμετακλήτως περατωθείσας ποινικής διαδικασίας και δίκης περί φοροδιαφυγής/λαθρεμπορίας στην αντίστοιχη διοικητική διαδικασία και δίκη (βλ. ΣτΕ 951/2018 7μ., 680/2017 7μ., 1992/2016 7μ.). Πάντως, τέτοιες διατάξεις, στο μέτρο που προβλέπουν δέσμευση του διοικητικού δικαστηρίου από τις κρίσεις του ποινικού δικαστή, όσον αφορά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης,πρέπει να ερμηνεύονται στενά, δεδομένου ότι η ποινική διαδικασία περί φοροδιαφυγής – λαθρεμπορίας προϋποθέτει, κατά το Σύνταγμα, την έκδοση σχετικής διοικητικής καταλογιστικής πράξης, εξοπλισμένης με το τεκμήριο νομιμότητας, το οποίο μπορεί να ανατραπεί (εν όλω ή εν μέρει) μόνον μέσω της ακύρωσης ή της τροποποίησής της από τον διοικητικό δικαστή, που είναι, κατά το Σύνταγμα, ο “φυσικός” δικαστής του ελέγχου του νόμω και ουσία βασίμου της (ΣτΕ 951/2018 7μ.).
9. Επειδή, η ως άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδαφ. β΄ του ΚΔΔ, ερμηνευόμενη (στενά) υπό το πρίσμα όσων έγιναν δεκτά στις σκέψεις 4, 6 και 8, έχει την έννοια ότι (α) το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται από αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, μόνον αν η ποινική απόφαση αφορά στην ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που καταλογίσθηκε στον προσφεύγοντα με την ένδικη διοικητική πράξη, με την οποία του επιβλήθηκε διοικητική κύρωση, και (β) η παραγόμενη δέσμευση αφορά στην «ενοχή» του προσφεύγοντος, ήτοι στο αξιόποινο της συμπεριφοράς του (ΣτΕ 951/2018 7μ.). Επομένως, στο πλαίσιο διοικητικής διαφοράς από την επιβολή στον προσφεύγοντα πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας (που, κατά τα προεκτεθέντα, έχει «ποινικό» χαρακτήρα), η αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση, για την ίδια λαθρεμπορική παράβαση, παράγει δέσμευση όσον αφορά τη νομιμότητα του καταλογισμού σε βάρος του πολλαπλού τέλους (καθώς και τη νομιμότητα της τυχόν κήρυξής του ως συνυπεύθυνου για την πληρωμή του συνολικού ποσού των επιβληθέντων πολλαπλών τελών), υπό την έννοια ότι οδηγεί στην ακύρωση από το διοικητικό δικαστήριο της πράξης καταλογισμού στον προσφεύγοντα του πολλαπλού τέλους (καθώς και της προαναφερόμενης συνευθύνης του), ήτοι σε αποτέλεσμα που αντανακλά τις επιταγές του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ, αλλά και τις απαιτήσεις των άρθρων 50 και 52 (παρ. 1) του Χάρτη, όπως έχουν ερμηνευθεί από το ΔΕΕ (πρβλ. ΣτΕ 951/2018 7μ.), αντίθετη δε ερμηνευτική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία το διοικητικό δικαστήριο, ακολουθώντας την ποινική κρίση, επικυρώνει τον γενόμενο από τη Διοίκηση καταλογισμό της παράβασης και του συναφούς πολλαπλού τέλους, θα ήταν κατ’ αρχήν ασύμβατη με την απαγόρευση ne bis in idem. Ωστόσο, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στη σκέψη 4, η ως άνω δέσμευση, που καταλήγει στο προαναφερόμενο αποτέλεσμα (ακύρωση της πράξης επιβολής του πολλαπλού τέλους), παράγεται υπό την προϋπόθεση ότι η αμετακλήτως επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση, αυτοτελώς ορώμενη, είναι αποτελεσματική, αποτρεπτική και ανάλογη της σοβαρότητας της παράβασης (από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τέλεσής της). Ο διοικητικός δικαστής εξετάζει εάν η επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση πληροί την προαναφερόμενη απαίτηση λαμβάνοντας υπόψη του, ιδίως, εάν η επιβληθείσα ποινή κινείται στα κατώτατα όρια της προβλεπόμενης στο νόμο, παρά τη σοβαρότητα της καταλογισθείσας παράβασης (από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών διάπραξής της), εάν επιβλήθηκε με αναστολή, καθώς και εάν είναι πολύ ελαφρύτερη της μεταγενεστέρως ορισθείσας στο νόμο ελάχιστης ποινής για παραβάσεις φοροδιαφυγής/ λαθρεμπορίας ανάλογης σοβαρότητας, στοιχείο από το οποίο προκύπτει με σαφήνεια μεταβολή επί το αυστηρότερο της εκτίμησης του νομοθέτη ως προς την ποινή που είναι πρόσφορη και αναγκαία για την αποτελεσματική πρόληψη και καταστολή των σχετικών παραβάσεων, έστω κι αν η ποινή αυτή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναδρομικά επί παραβάσεων που τελέσθηκαν πριν από τη θέσπιση της νέας, επαχθέστερης για τους παραβάτες, νομοθετικής ρύθμισης. Περαιτέρω, εάν θεωρήσει ότι η αμετακλήτως καταγνωσθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση είναι εμφανώς υπερβολικά ελαφριάσε σχέση με την αποδοθείσα παράβαση, ώστε να μην πληρούται η προαναφερόμενη προϋπόθεση, ο διοικητικός δικαστής δεν δεσμεύεται από την αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση και, συνεπώς, δεν τερματίζει την ενώπιόν του διαδικασία, ακυρώνοντας τη διοικητική πράξη περί επιβολής πολλαπλών τελών, αλλά, ενόψει και του ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, το «φυσικό» δικαστή των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας, εκφέρει ίδια και αυτοτελή κρίση επί της υπόθεσης, χωρίς να δεσμεύεται από τις οικείες αμετάκλητες (νομικές και ουσιαστικές) εκτιμήσεις του ποινικού δικαστηρίου. Στο πλαίσιο αυτό, προκειμένου να κρίνει τη διαφορά (συμπεριλαμβανομένων των λόγων προσφυγής με τους οποίους αμφισβητούνται τα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τη διάπραξη της παράβασης ή το προσήκον ύψος του πολλαπλού τέλους τελών, το οποίο μπορεί να επιμετρηθεί/μεταρρυθμιστεί από το διοικητικό δικαστήριο εντός των ορίων που διαγράφει η τελωνειακή νομοθεσία), ο διοικητικός δικαστής ναι μεν βασίζεται στην ενώπιόν του αποδεικτική διαδικασία, η οποία διέπεται από διαφορετικούς κανόνες (βλ. άρθρα 144 επ. του ΚΔΔ) σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική (βλ. άρθρα 177 επ. του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας), μεταξύ άλλων, όσον αφορά τη χρήση, τη σημασία και το περιεχόμενο του μέσου της εξέτασης μαρτύρων στο ακροατήριο (βλ. ΣτΕ 951/2018 7μ.), αλλά, πάντως, υποχρεούται να συνεκτιμήσει ειδικώς την καταδικαστική ποινική απόφαση, όσον αφορά τις κρίσεις της περί της στοιχειοθέτησης της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος, όπως, άλλωστε, οφείλει να πράττει και σε σχέση με τις αμετάκλητες αθωωτικές αποφάσεις, όταν κρίνει για τη νομιμότητα της διοικητικής πράξης περί επιβολής των φόρων και δασμών που αντιστοιχούν στην διαπιστωθείσα από τη φορολογική Διοίκηση παράβαση λαθρεμπορίας (βλ. ΣτΕ 951/2018 7μ.).
10. Επειδή, εν προκειμένω, ι) ο προσφεύγων κρίθηκε με απόφαση ποινικού δικαστηρίου αμετακλήτως ότι είναι ένοχος για συμμετοχή σε λαθρεμπορική παράβαση αρκετά σοβαρή, ενόψει τόσο του ύψους των διαφυγουσών φορολογικών επιβαρύνσεων (219.168,23 €), όσο και των συνθηκών τέλεσης αυτής (χρήση τεχνάσματος στο οποίο εμπλέκονται και άλλα πρόσωπα, πρόσφορου να καταστήσει εξαιρετικά δυσχερή τον εντοπισμό της παράβασης), ιι) για την παράβαση αυτή του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός έτους, η οποία είναι η ελάχιστη προβλεπόμενη στο άρθρο 157 παρ. 1 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, όπως ίσχυε κατά το χρόνο διάπραξης της ένδικης παράβασης, για λαθρεμπορικές παραβάσεις, όπως η επίμαχη, στις οποίες το ύψος των διαφυγουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων είναι τουλάχιστον 30.000 ευρώ, ενώ με βάση το άρθρο 53 του Ποινικού Κώδικα, η διάρκεια της ποινής φυλάκισης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πέντε έτη και ιιι) η ανωτέρω ποινή του επιβλήθηκε με αναστολή. Ενόψει αυτών, η ως άνω επιβληθείσα αμετακλήτως από το ποινικό δικαστήριο στον προσφεύγοντα ποινή παρίσταται εμφανώς ιδιαζόντως ελαφριά, ώστε, αυτοτελώς ορώμενη, να μην μπορεί να θεωρηθεί ως ικανή να καταστείλει κατά τρόπο αποτρεπτικό, αποτελεσματικό και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας την επίμαχη, αρκετά σοβαρή, διοικητική παράβαση της λαθρεμπορίας που του αποδόθηκε. Το ανωτέρω συμπέρασμα επιρρωνύεται από το γεγονός ότι με το άρθρο 77 παρ. 4 περ. γ του ν. 3842/2010 (Α’ 58) προστέθηκε στην παρ. 1 του άρθρου 157 του Εθνικού Τελωνειακού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τις ποινές για το αδίκημα της λαθρεμπορίας, περίπτωση γ΄, η οποία, όπως ακολούθως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 3943/2011 (Α’ 66), ορίζει ότι η λαθρεμπορία τιμωρείται “Με κάθειρξη, εάν οι δασμοί, φόροι και λοιπές επιβαρύνσεις που στερήθηκε το Δημόσιο ή η Ευρωπαϊκή Ένωση υπερβαίνουν το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.”, δηλαδή με στερητική της ελευθερίας ποινή διάρκειας από 5 έως 20 έτη, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 52 παρ. 3 του Ποινικού Κώδικα (π.δ. 283/1985, Α΄ 106). Η εν λόγω νέα διάταξη, που ορίζει αρκετά βαρύτερη ποινή στέρησης της προσωπικής ελευθερίας (μάλιστα, μη δυνάμενη να μετατραπεί σε χρηματική ποινή ή να επιβληθεί με αναστολή) σε σχέση με την προβλεπόμενη έως τότε (φυλάκιση από ένα έως πέντε έτη), για τις πλέον σοβαρές παραβάσεις, από απόψεως ποσού των διαφυγουσών δασμοφορολογικών επιβαρύνσεων, εκφράζει προδήλως μεταβολή επί το αυστηρότερο των αντιλήψεων του νομοθέτη ως προς το πρόσφορο, αναγκαίο και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας πλαίσιο ποινών για την αποτελεσματική πρόληψη και καταστολή των παραβάσεων λαθρεμπορίας. Τούτων έπεται ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στις σκέψεις 4 και 9, σε υπόθεση όπως η παρούσα, ο διοικητικός δικαστής δεν άγεται στην ακύρωση της πράξης επιβολής πολλαπλού τέλους στον προσφεύγοντα, δεσμευόμενος από την ύπαρξη αμετάκλητης καταδικαστικής ποινικής απόφασης σε βάρος του, για την ίδια κατ’ ουσίαν λαθρεμπορική παράβαση, αλλά κρίνει επί των προβαλλόμενων λόγων προσφυγής, με τους οποίους αμφισβητείται η τέλεση της επίμαχης διοικητικής παράβασης, συνεκτιμώντας ειδικά την ανωτέρω καταδικαστική απόφαση.
11. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η υπόθεση πρέπει να παραπεμφθεί στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης για την περαιτέρω εκδίκασή της.
Δια ταύτα
Απαντά ακολούθως στα υποβληθέντα προδικαστικά ερωτήματα: Η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδάφιο β΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας έχει την έννοια ότι, στο πλαίσιο διοικητικής διαφοράς από την επιβολή στον προσφεύγοντα πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας, το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται από αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, σε βάρος του προσφεύγοντος, για την ίδια κατ’ ουσίαν λαθρεμπορική παράβαση, υπό την έννοια ότι οφείλει να αχθεί στην ακύρωση της επίμαχης καταλογιστικής πράξης, ήτοι σε αποτέλεσμα που αντανακλά τις επιταγές τόσο του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ όσο και των άρθρων 50 και 52 (παρ. 1) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, η τοιαύτη δέσμευση και συνακόλουθη ακύρωση προϋποθέτουν ότι η αμετακλήτως επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο ποινή, αυτοτελώς ορώμενη, είναι αποτελεσματική, αποτρεπτική και ανάλογη της σοβαρότητας της παράβασης (από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τέλεσής της). Εάν, όμως, κρίνει ότι η αμετακλήτως καταγνωσθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση είναι εμφανώς υπερβολικά ελαφριά σε σχέση με την αποδοθείσα παράβαση, ώστε να μην πληρούται η προαναφερόμενη προϋπόθεση, ο διοικητικός δικαστής δεν τερματίζει την ενώπιόν του διαφορά ακυρώνοντας την διοικητική πράξη, με την οποία έχει επιβληθεί το πολλαπλούν τέλος, αλλά ερευνά την υπόθεση στο πλαίσιο των λόγων της προσφυγής και του αιτητικού αυτής, κρίνοντας επί τη βάσει των κανόνων της αποδεικτικής διαδικασίας του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, χωρίς να δεσμεύεται από τις κρίσεις του ποινικού δικαστηρίου ως προς την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της λαθρεμπορίας, τις οποίες, πάντως, υποχρεούται να συνεκτιμήσει ειδικώς
Ο αναθεωρητικός οίστρος του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου Επικρατείας δεν περιορίστηκε στις παραδοχές της ως άνω ΣτΕ 7μ. 1887/2018, με την οποία το δικαστήριο δέχθηκε ότι η εφαρμογή της αρχής ne bis in idem κάμπτεται στην περίπτωση που ένα πρόσωπο καταδικάστηκε αμετακλήτως από το αρμόδιο ποινικό δικαστήριο, όμως η επιβληθείσα σε αυτό ποινή κρίνεται (από τον εκ των υστέρων επιλαμβανόμενο της οικείας διοικητικής κύρωσης) διοικητικό δικαστή «εμφανώς υπερβολικά ελαφριά».
Λίγο αργότερα, με την ΣτΕ (Β΄Τμ.) 1771/2019, παραπεμπτική στην Ολομέλεια του δικαστηρίου, επί αντίστοιχης διαφοράς [επιβολή πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας σε βάρος προσώπου το οποίο εν τω μεταξύ αθωώθηκε αμετακλήτως από τον αρμόδιο ποινικό δικαστή] διατυπώθηκε, κατά πλειοψηφία, η άποψη ότι η αρχή ne bis in idem δεν τυγχάνει καθόλου εφαρμογής (!) σε υποθέσεις πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας, με ένα [χαοτικό] σκεπτικό που θυμίζει έντονα τις παραδοχές της «εσωστρεφούς» ΣτΕ 7μ. 2067/2011.
Πρόσφατα, ωστόσο, επί της ως άνω παραπεμπτικής απόφασης εξεδόθη η υπ’ αρ. 359/2020 απόφαση της Ολομέλειας του δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι σε μία τέτοια περίπτωση [ προηγούμενης αμετάκλητης αθώωσης από το ποινικό δικαστήριο] η αρχή ne bis in idem δεν κάμπτεται, αλλά εφαρμόζεται κανονικά, εφόσον συντρέξουν όλες οι προϋποθέσεις ενεργοποίησής της, άγουσα στον τερματισμό της δεύτερης ποινικής φύσης (κατά τα κριτήρια Engel) διαδικασίας επιβολής της διοικητικής κύρωσης.
ΣτΕ Ολ. 359/2020
[η διαδικασία ποινικής δίωξης για λαθρεμπορία αφενός και η διαδικασία επιβολής πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας αφετέρου δεν είναι στενά συνδεδεμένες κατ’ ουσίαν και κατά χρόνο ˙ η κρίση αυτή δεν είναι νέα ˙ το γνωρίζαμε ήδη από την ΣτΕ 7μ. 680/2017, ό.π.]
[ούτε η κρίση αυτή είναι νέα ˙ το γνωρίζαμε ήδη από την ΣτΕ 7μ. 1992/2016, ό.π.]
[απλή υπαγωγή στην 3η – 4η προϋπόθεση]
Με την σκέψη αυτή αφενός επιβεβαιώνεται η θέση της ΣτΕ 7μ. 1887/2018 ό.π. [κάμψη της ne bis αν είχε προηγηθεί αμετάκλητη καταδικαστική με μικρή ποινή] και αφετέρου διευκρινίζεται (απορριπτομένης της θέσης της παραπεμπτικής ΣτΕ1771/2019) ότι αν έχει προηγηθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, η αρχή ne bis in idem δεν κάμπτεται, αλλά εφαρμόζεται κανονικά.
Νe bis in idem ˙ προηγούμενη αμετάκλητη ΑΘΩΩΣΗ από ποινικό δικαστήριο ˙ εφαρμογή της αρχής
5. Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 1 του (κυρωθέντος με τον ν. 1705/1987, Α΄ 89) 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (Π.Π.) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ορίζει ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem), η οποία αποτελεί εκδήλωση των αρχών του κράτους δικαίου και του δεδικασμένου, καθώς και των συναφών, επίσης θεμελιωδών, αρχών της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας της έννομης κατάστασης των προσώπων (βλ. ΣτΕ 1102-1104/2018 επταμ. – πρβλ. ΔΕΕ 3.4.2019, C-617/17, Powszechny Zakład Ubezpieczeń na Życie S.A., σκ. 33), απαιτείται να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, κατ’ ουσίαν και κατά χρόνον, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, ενόψει της φύσεως των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση (είτε καταδικαστική είτε αθωωτική, υπό τον όρο ότι η αθώωση στηρίζεται σε επαρκή έρευνα και εκτίμηση σχετικά με την ουσία της υποθέσεως, δηλαδή την τέλεση ή μη της παραβάσεως: βλ. ΣτΕ 1102-1104/2018 επταμ. και ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 8.7.2019, 54012/10, Mihalache v. Romania, σκ. 97-98) και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά, ήτοι στο αυτό σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, χρονικά και τοπικά, και η συνδρομή των οποίων είναι απαραίτητη για την επιβολή της κυρώσεως (πρβλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., ΣτΕ 951/2018 επταμ., 175/2018, 2987/2017 επταμ., 680/2017 επταμ., 167-169/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ. κ.ά.). Συνακόλουθα, όπως έχει ήδη κριθεί (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., 951/2018 επταμ., 2987/2017 επταμ., 167-169/2017 επταμ. κ.ά.), ενόψει και των αποφάσεων του ΕΔΔΑ Ruotsalainen κατά Φινλανδίας της 16.6.2009 (13079/03), Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδος της 30.4.2015 (3453/12, 42941/12 και 9028/13), Σισμανίδης κατά Ελλάδος της 9.6.2016 (66602/09) και Α and Β κατά Νορβηγίας της 15.11.2016 (24130/11 29758/11), το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ αντιτίθεται, καταρχήν, στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κυρώσεως για φορολογική ή τελωνειακή παράβαση, όταν για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία.
6. Επειδή, η καταστολή της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της μεγάλης από απόψεως ποσού), μέσω της διαπιστώσεως των οικείων παραβάσεων και της επιβολής των αντίστοιχων διαφυγόντων φόρων, καθώς και των προβλεπόμενων στον νόμο διοικητικών κυρώσεων, συνιστά, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 5, 26 και 106 παρ. 1 και 2), επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και βασικό έργο της φορολογικής Διοικήσεως, η νομιμότητα των πράξεων της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 και το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος (βλ. ΣτΕ 680/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ.). Εξάλλου, το άρθρο 96 παρ. 1 του Συντάγματος ουδόλως αποκλείει την επιβολή από τη Διοίκηση (υπό τον προαναφερόμενο έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων) χρηματικών κυρώσεων (που δεν έχουν τον χαρακτήρα στερητικών της ελευθερίας ποινών), για παραβάσεις της φορολογικής ή τελωνειακής νομοθεσίας, ακόμα κι αν τέτοιες διοικητικές κυρώσεις έχουν “ποινικό” χαρακτήρα, κατά την έννοια της ΕΣΔΑ. Άλλωστε, κατά πάγια νομολογία της μείζονος συνθέσεως, αφενός, του ΕΔΔΑ και, αφετέρου, του ΔΕΕ, (βλ. ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 28.6.2018, G.I.E.M. S.r.l. και άλλοι κατά Ιταλίας, 1828/06 κ.λπ., σκέψεις 253-254 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκέψεις 28-33 και 44-45, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 26.2.2013, C-617/10, Akerberg Fransson, σκέψεις 34-35) η ΕΣΔΑ και το πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο, αντίστοιχα, ουδόλως απαγορεύουν την επιβολή από διοικητικές αρχές των Κρατών Μελών χρηματικών κυρώσεων για φορολογικές ή τελωνειακές παραβάσεις και, συνεπώς, δεν ανακύπτει ζήτημα -φιλικής ή εναρμονισμένης προς το ευρωπαϊκό δίκαιο- ερμηνείας του ημεδαπού Συντάγματος προς την κατεύθυνση που υποστηρίζει η μειοψηφία. Συναφώς, ο νομοθέτης μπορεί να χαρακτηρίσει όχι μόνο ως διοικητικές παραβάσεις αλλά και ως ποινικά αδικήματα τις πλέον σοβαρές, από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τελέσεως, παραβάσεις φοροδιαφυγής, που, κατά την εκτίμησή του, χρήζουν έντονης κοινωνικής αποδοκιμασίας και απαιτούν συμπληρωματικές (σε σχέση με τις επιβαλλόμενες από τη φορολογική Διοίκηση) κυρώσεις, για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και αντιμετώπισή τους. Δεδομένου, όμως, ότι, κατά τα προεκτεθέντα, η εφαρμογή και η επιβολή της διοικητικής νομοθεσίας περί φορολογίας ανάγεται στην άσκηση της κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος εκτελεστικής λειτουργίας, η δράση της οποίας, σε περίπτωση αμφισβητήσεως των πράξεών της, υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, στον δικαιοδοτικό έλεγχο του διοικητικού δικαστή, που είναι ο “φυσικός” δικαστής των διαφορών μεταξύ του Κράτους και των διοικουμένων όσον αφορά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, η διπλή, διοικητική και ποινική, διαδικασία, που προβλέπεται στον νόμο για την αντιμετώπιση παραβάσεων φοροδιαφυγής, πρέπει, ανεξαρτήτως του ποσού του διαφυγόντος φόρου ή δασμού, να οργανώνεται νομοθετικά και να διενεργείται κατά τρόπο ώστε ο ποινικός δικαστής να επιλαμβάνεται (μετά από διακοπή της προθεσμίας παραγραφής του ποινικού αδικήματος) κατόπιν της τελεσίδικης κρίσεως της ουσίας της υποθέσεως από τον διοικητικό δικαστή, δοθέντος, άλλωστε, ότι δεν θα ήταν συνταγματικώς ανεκτή ποινική καταδίκη για φοροδιαφυγή σε περίπτωση που ο διοικητικός δικαστής κρίνει ότι δεν είναι νόμιμη η σχετική καταλογιστική (του φόρου ή/και συναφούς προστίμου) πράξη της Διοικήσεως (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., 951/2018 επταμ., 680/2017 επταμ.). Οι προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις ναι μεν έχουν την παραπάνω έννοια, καθώς και την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης κωλύεται να εξαρτήσει την άσκηση των ως άνω εξουσιών της Διοίκησης ή/και της αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων για επίλυση των σχετικών διαφορών από την προηγούμενη ποινική καταδίκη του φορολογούμενου για το αντίστοιχα προβλεπόμενο ποινικό αδίκημα φοροδιαφυγής ή λαθρεμπορίας, αλλά, πάντως, σε περίπτωση που προβλέπονται για την ίδια παραβατική συμπεριφορά τόσο διοικητικές όσο και ποινικές κυρώσεις, δεν αποκλείουν τη θέσπιση και την εφαρμογή διατάξεων νόμου (όπως εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ) από τις οποίες να προκύπτει επίδραση της αμετακλήτως περατωθείσας ποινικής διαδικασίας και δίκης περί φοροδιαφυγής/λαθρεμπορίας στην αντίστοιχη διοικητική διαδικασία και δίκη (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., 951/2018 επταμ., 680/2017 επταμ., 1992/2016 επταμ.). Πάντως, τέτοιες διατάξεις, στο μέτρο που προβλέπουν δέσμευση του διοικητικού δικαστηρίου από τις κρίσεις του ποινικού δικαστή, όσον αφορά την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, πρέπει να ερμηνεύονται στενά, δεδομένου ότι η ποινική διαδικασία περί φοροδιαφυγής/λαθρεμπορίας προϋποθέτει, κατ’ αρχήν, την έκδοση σχετικής διοικητικής καταλογιστικής πράξεως, εξοπλισμένης με το τεκμήριο νομιμότητας, το οποίο μπορεί να ανατραπεί (εν όλω ή εν μέρει) μόνον μέσω της ακυρώσεως ή της τροποποιήσεώς της από τον διοικητικό δικαστή, που είναι, κατά το Σύνταγμα, ο “φυσικός” δικαστής του ελέγχου του νόμω και ουσία βασίμου της (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., 951/2018 επταμ.). Μειοψήφησαν ο Αντιπρόεδρος Ι. Γράβαρης και η Σύμβουλος Κων. Κονιδιτσιώτου, οι οποίοι διατύπωσαν την εξής άποψη………..
7. Επειδή, σε σχέση με την πρώτη των προαναφερόμενων (βλ. ανωτέρω σκέψη 5) προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ (αναγόμενη στο “bis”), η ευρεία σύνθεση του ΕΔΔΑ, με την από 15.11.2016 απόφασή της στην υπόθεση Α and Β κατά Νορβηγίας, (α) έκρινε ότι η εν λόγω διάταξη της ΕΣΔΑ δεν απαγορεύει τη διπλή, ποινική και διοικητική (κατά το εθνικό δίκαιο), διαδικασία επιβολής κυρώσεων για φορολογικές παραβάσεις, εάν οι δύο διαδικασίες συνδέονται αρκούντως στενά μεταξύ τους, τόσο κατ’ ουσίαν όσο και κατά χρόνον, ώστε να αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο, καθόσον εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς και αντιμετωπίζουν διαφορετικές όψεις/πτυχές της παραβάσεως και, μάλιστα, κατά τρόπο προβλέψιμο και χωρίς να επιβάλλεται δυσανάλογο βάρος στον καθού και (β) θεώρησε ότι τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για να εξεταστεί ο κατ’ ουσίαν σύνδεσμος μεταξύ των δύο διαδικασιών είναι, ιδίως, (i) εάν οι διαδικασίες επιδιώκουν συμπληρωματικούς σκοπούς και, επομένως, αφορούν όχι μόνο in abstracto αλλά και in concreto διαφορετικές όψεις/πτυχές της σχετικής παραβατικής συμπεριφοράς, (ii) εάν η διπλή διαδικασία είναι προβλέψιμη συνέπεια, κατά τον νόμο και στην πράξη, της ίδιας επίμαχης συμπεριφοράς, (iii) εάν οι διαδικασίες διεξάγονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται, κατά το δυνατό, η επανάληψη τόσο της συλλογής όσο και της εκτιμήσεως των αποδείξεων, ιδίως μέσω επαρκούς διάδρασης μεταξύ των αρμόδιων αρχών, προκειμένου η κρίση περί του πραγματικού στη μία διαδικασία να χρησιμοποιηθεί και στην άλλη, και (iv) εάν η κύρωση που επιβάλλεται στη διαδικασία που περατώνεται αμετάκλητα λαμβάνεται υπόψη στη διαδικασία που τελειώνει δεύτερη, ώστε να αποτρέπεται η επιβολή στον καθ’ ου υπέρμετρου βάρους, πράγμα το οποίο είναι λιγότερο πιθανό στην περίπτωση που υπάρχει μηχανισμός με σκοπό τη διασφάλιση της αναλογικότητας των συνολικά καταλογιζόμενων ποινών. Συναφώς, το ΕΔΔΑ αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, στις υποθέσεις που είχαν κριθεί με τις αποφάσεις του Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδας και Σισμανίδης κατά Ελλάδας ως παραδείγματα περιπτώσεων ελλείψεως τέτοιου ουσιαστικού συνδέσμου, σημειώνοντας ότι, στις υποθέσεις αυτές, παρά την αθώωση των προσφευγόντων από τα ποινικά δικαστήρια, τα διοικητικά δικαστήρια τους επέβαλαν βαριά διοικητικά πρόστιμα για την ίδια παραβατική συμπεριφορά. Ειδικότερα, η έλλειψη συνδρομής (αρκούντως) στενού ουσιαστικού συνδέσμου μεταξύ της διοικητικής και της ποινικής διαδικασίας και δίκης επιβολής κυρώσεων για παράβαση λαθρεμπορίας όπως η αποδοθείσα στην αναιρεσείουσα προκύπτει από το ότι (Α) οι δύο επίμαχες διαδικασίες προβλέπονται από την κείμενη νομοθεσία (βλ. ανωτέρω σκέψη 4) ως αυτοτελείς μεταξύ τους (με εξαίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., την περίπτωση, που δεν συντρέχει σε υπόθεση όπως η κρινόμενη, της αμετάκλητης καταδίκης για το ποινικό αδίκημα), με περαιτέρω συνέπεια η κύρωση που τυχόν επιβάλλεται στη μία διαδικασία να μην λαμβάνεται, κατά τον νόμο, υπόψη για την επιμέτρηση της ποινής που καταλογίζεται στην άλλη διαδικασία, (Β) οι δύο επίμαχες διαδικασίες/δίκες καταλήγουν σε διαφορετικό αποτέλεσμα, κατόπιν διαφορετικής εκτιμήσεως από τον ποινικό και από τον διοικητικό δικαστή της ουσίας της υποθέσεως (περί της τελέσεως ή μη της παραβάσεως από το πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει κινηθεί εκάστη διαδικασία, όπως συνέβη και εν προκειμένω), (Γ) το άρθρο 100 του Τελωνειακού Κώδικα ορίζει με τον ίδιο τρόπο την τελωνειακή παράβαση της λαθρεμπορίας και το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας, το δε πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας (έστω κι αν θεωρηθεί ότι στοχεύει, σε κάποιο βαθμό, και στην κάλυψη των δαπανών στις οποίες προβαίνει το κράτος για τον εντοπισμό των παραβάσεων λαθρεμπορίας: βλ. ΣτΕ Ολομ. 1741/2015) έχει ως βασικό σκοπό, όπως και η αντίστοιχα προβλεπόμενη ποινική κύρωση, τόσο την αποτελεσματική αποτροπή από τη διάπραξη στο μέλλον τέτοιων παραβάσεων (προς εξασφάλιση του δημοσιονομικού συμφέροντος του Κράτους και της τηρήσεως της ισότητας ενώπιον των φορολογικών βαρών, δια της πληρωμής/εισπράξεως των οικείων δασμών και φόρων) όσο και τον κολασμό του παραβάτη, ο οποίος μπορεί να είναι μόνο φυσικό (όχι και νομικό) πρόσωπο, δεδομένου ότι, για την επιβολή του πολλαπλού τέλους, απαιτείται να του καταλογισθεί άμεσος δόλος σε σχέση με τη μη καταβολή των οφειλόμενων φόρων, τα ανωτέρω δε στοιχεία επιρωννύουν τη θέση ότι οι δύο επίμαχες διαδικασίες επιβολής κυρώσεων επιδιώκουν, κατ’ αρχήν, κοινούς σκοπούς και δεν αφορούν σε διαφορετικές όψεις της επίμαχης παραβατικής συμπεριφοράς που αποδίδεται σε ορισμένο πρόσωπο στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας και δίκης (πρβλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., σκ. 6 και 680/2017 επταμ., σκ. 17). Επιπλέον, σε υπόθεση όπως η κρινόμενη δεν στοιχειοθετείται ούτε αρκούντως στενός χρονικός σύνδεσμος μεταξύ των δύο επίμαχων διαδικασιών επιβολής κυρώσεων, δεδομένου ότι η ποινική δίκη έχει περατωθεί αμετακλήτως προ δεκαπενταετίας (βλ. κατωτέρω σκέψη 9) και η διοικητική δίκη δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, με την έκδοση αποφάσεως επί της σχετικής αιτήσεως αναιρέσεως (πρβλ., ιδίως, ΕΔΔΑ 30.4.2015, Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδος, σκ. 134 και ΕΔΔΑ 9.6.2016, Σισμανίδης κατά Ελλάδος, σκ. 43). Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, συντρέχει, εν προκειμένω, η ως άνω πρώτη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ.
8. Επειδή, όσον αφορά τη δεύτερη των παραπάνω προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, έχει κριθεί, τόσο από το ΕΔΔΑ όσο και από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι έχουν “ποινικό” χαρακτήρα, κατ’ εφαρμογή των κριτηρίων Engel, πολλαπλά τέλη λαθρεμπορίας σημαντικού ύψους (ανερχόμενου σε δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ), όπως τα επίδικα (βλ. αναλυτικά ΣτΕ 1992/2016 επταμ. σκ. 21 και τις εκεί παραπομπές στη νομολογία του ΕΔΔΑ και του παρόντος Δικαστηρίου). Και τούτο, λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη (i) του ύψους των (επαπειλούμενων και επιβαλλόμενων) πολλαπλών τελών, τα οποία ανέρχονται σε ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό (τουλάχιστον 200%) των διαφυγόντων δασμών και φόρων, (ii) του χαρακτήρα τους ως διοικητικών κυρώσεων, για παραβάσεις της τελωνειακής/φορολογικής νομοθεσίας, με βασικό σκοπό τόσο την αποτελεσματική αποτροπή από τη διάπραξη στο μέλλον παρόμοιων παραβάσεων φοροδιαφυγής όσο και τον κολασμό του παραβάτη, (iii) του ότι η τελωνειακή παράβαση της λαθρεμπορίας προβλέπεται από τον νόμο ως διοικητικό αδίκημα, για τον καταλογισμό του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος του παραβάτη – φυσικού προσώπου, σε σχέση με τη μη καταβολή των οφειλόμενων δασμών και φόρων, οι οποίοι καταλογίζονται χωριστά και δεν περιλαμβάνονται στο επιβαλλόμενο πολλαπλό τέλος (βλ. ΣτΕ 1992/2016 επταμ. σκ. 21, με παραπομπές στη νομολογία του ΕΔΔΑ, του ΔΕΕ και του Συμβουλίου της Επικρατείας). Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, συντρέχει, εν προκειμένω, η ως άνω (βλ. σκέψη 5) δεύτερη προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ.
9. Επειδή, αναφορικά με την τρίτη και την τέταρτη των προεκτεθεισών (ανωτέρω σκέψη 5) προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, παρατηρείται ότι (α) η αναιρεσείουσα επικαλέσθηκε με την έφεσή της ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Πειραιώς ότι είχε αθωωθεί αμετακλήτως από τις αντίστοιχες ποινικές κατηγορίες της λαθρεμπορίας και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως, για την ίδια υπόθεση, με την ΒΤ 3464/2004 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, το οποίο είχε κρίνει ότι το εκ των υστέρων εκδοθέν πιστοποιητικό καταγωγής του επίμαχου εμπορεύματος επιβεβαίωνε την προέλευσή του από την Ινδονησία και, ως εκ τούτου, την ορθή υπαγωγή του σε προνομιακό δασμολογικό καθεστώς, με συνέπεια να μην προξενηθεί οικονομική ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο, (β) όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η αναιρεσείουσα προσκόμισε παραδεκτώς ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου αντίγραφο της ως άνω αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, βεβαίωση περί καταχωρίσεως της αποφάσεως αυτής την 25.6.2004 στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 9 του ν. 969/1979, καθώς και το από 17.9.2004 πιστοποιητικό της Γραμματείας του Αρείου Πάγου περί μη ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, και (γ) όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο έλαβε υπόψη του, ως στοιχείο του πραγματικού της υποθέσεως, και την κατά τα ανωτέρω προβληθείσα απαλλαγή της αναιρεσείουσας από τις ποινικές κατηγορίες, με την αμετάκλητη ΒΤ 3464/2004 απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, λόγω προελεύσεως των επίμαχων εμπορευμάτων από την Ινδονησία. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, προκύπτει, εν προκειμένω, η συνδρομή και των δύο τελευταίων προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ.
10. Επειδή, η αρχή ne bis in idem, η οποία κατοχυρώνεται στην προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, αποτελεί, επίσης, γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1741/2015 και τις εκεί παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ), η οποία έχει πλέον ενσωματωθεί στο άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης (2000/C 364/01 – στο εξής, Χάρτης) και βρίσκει πεδίο εφαρμογής σε υπόθεση όπως η παρούσα, δεδομένου ότι τα κράτη μέλη της Ένωσης δεσμεύονται από τις γενικές αρχές του ενωσιακού δικαίου κατά τη θέσπιση και επιβολή κυρώσεων για παραβάσεις της ενωσιακής τελωνειακής/φορολογικής νομοθεσίας (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1741/2015, 1887/2018 επταμ.). Η ανωτέρω αρχή του ενωσιακού δικαίου και το άρθρο 50 του Χάρτη έχουν ανάλογο κανονιστικό περιεχόμενο με εκείνο του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., 1102-1104/2018 επταμ. και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 60-62), λαμβανομένου, ιδίως, υπόψη ότι (α) κατά τους ανωτέρω κανόνες του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου, ο “ποινικός” χαρακτήρας των διοικητικών κυρώσεων εκτιμάται βάσει κριτηρίων παρόμοιων με τα κριτήρια Engel που έχει υιοθετήσει το ΕΔΔΑ και, κατ’ ακολουθίαν, έχουν “ποινική” φύση διοικητικά πρόστιμα σημαντικού ύψους, όπως το ένδικο πολλαπλό τέλος, που επιβάλλονται για την αποτροπή και την καταστολή παραβάσεων της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ. και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-514/15, Menci, σκ. 26-33) και (β) κατά την ως άνω γενική αρχή του ενωσιακού δικαίου και τα άρθρα 50 και 52 (παρ. 1) του Χάρτη, η εξακολούθηση διαδικασίας ή δίκης για την επιβολή τέτοιου (“ποινικής” φύσης) διοικητικού προστίμου βαίνει, κατ’ αρχήν, προδήλως πέραν των όσων απαιτούνται για την επίτευξη του δημοσίου συμφέροντος σκοπού της καταπολεμήσεως της δασμοφοροδιαφυγής και της εισπράξεως των οφειλόμενων φόρων ή/και δασμών, εφόσον υπάρχει είτε αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που διαπιστώνει ότι δεν στοιχειοθετείται η επίμαχη φορολογική παράβαση (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., 951/2018 επταμ. και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-596/16 και C-597/16, Di Puma & Zecca, σκ. 33-34 και 41-45, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 41, 46 και 52), είτε αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, με την οποία επιβλήθηκε ποινή δυνάμενη να καταστείλει τη διαπραχθείσα παράβαση κατά τρόπο αποτελεσματικό, αναλογικό και αποτρεπτικό (βλ. ΣτΕ 1887/2018 επταμ., 951/2018 επταμ. και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-537/16, Garlsson Real Estate SA και άλλοι, σκ. 48 και 57-59, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 41, 46 και 52). Ειδικότερα, σε υπόθεση τελωνειακής παραβάσεως λαθρεμπορίας, όπως η παρούσα, δεν δικαιολογείται η εξακολούθηση της διοικητικής δίκης περί της επιβολής πολλαπλού τέλους, μετά την έκδοση τέτοιας αμετάκλητης αθωωτικής απόφασης ποινικού δικαστηρίου, ενόψει και του ότι (i) οι δύο επίμαχες “ποινικές” διαδικασίες επιδιώκουν, κατ’ αρχήν, κοινούς (και όχι πρόσθετους) σκοπούς και δεν αφορούν σε διαφορετικές όψεις της ίδιας παράνομης συμπεριφοράς (βλ. ανωτέρω σκέψη 7, σε συνδυασμό με ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-596/16 και C-597/16, Di Puma & Zecca, σκ. 42-44 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 44-45), και (ii) το οικείο νομοθετικό πλαίσιο (βλ. ανωτέρω σκέψη 4) δεν περιέχει κανόνες (εκτός της δεσμεύσεως του διοικητικού δικαστηρίου από αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση, όσον αφορά την ενοχή του δράστη), οι οποίοι να διασφαλίζουν συντονισμό των δύο διαδικασιών, προκειμένου να μειωθεί στο απολύτως αναγκαίο η πρόσθετη επιβάρυνση που συνεπάγεται για τους καθ’ ων η σώρευση “ποινικών” διώξεων και κυρώσεων (πρβλ. ΔΕΕ μειζ. συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 52-55).
11. Επειδή, η έννοια της ανωτέρω γενικής αρχής του ενωσιακού δικαίου, καθώς και του άρθρου 50 του Χάρτη ΘΔΕΕ, όσον αφορά τον “ποινικό” χαρακτήρα χρηματικών διοικητικών κυρώσεων σημαντικού ύψους, για τελωνειακές/φορολογικές παραβάσεις, όπως το επίδικο πολλαπλό τέλος λαθρεμπορίας, είναι τόσο σαφής31 (ιδίως, ενόψει της προαναφερόμενης αποφάσεως Menci του ΔΕΕ), ώστε να μην συντρέχει περίπτωση διατυπώσεως σχετικού προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ. Άλλωστε, δεν συντρέχει ούτε περίπτωση παραπομπής του αντίστοιχου ερμηνευτικού ζητήματος στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (συνεπεία της -αντίθετης προς τα κρινόμενα με την παρούσα- αποφάσεως 938/2016 του ΣΤ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου)32, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 περίπτ. ε΄ του Συντάγματος, κατά την αληθή έννοια της οποίας, ερμηνευόμενης υπό το πρίσμα των διατάξεων του άρθρου 28 του Συντάγματος (συμπεριλαμβανομένης της ερμηνευτικής δηλώσεως αυτού) και σε αρμονία με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ (πρβλ. ΑΕΔ 29/1999, σκέψη 4, σε συνδυασμό με ΣτΕ Ολομ. 3470/2011, σκέψη 9), εφόσον ζήτημα ερμηνείας κανόνα του ενωσιακού δικαίου έχει ήδη επιλυθεί, κατά τρόπο σαφή, από το ΔΕΕ, δεν ιδρύεται αρμοδιότητα του ΑΕΔ για άρση της ερμηνευτικής αντιθέσεως που προκύπτει από αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Αρείου Πάγου, οι οποίες αφορούν στον ίδιο ενωσιακό κανόνα, που ισχύει στην εθνική έννομη τάξη βάσει ημεδαπού τυπικού νόμου (όπως του ν. 3671/2008, Α΄ 129, με τον οποίο κυρώθηκε η Συνθήκη της Λισσαβώνας, ή του ν. 2077/1992, Α΄ 136, με τον οποίο κυρώθηκε η Συνθήκη του Μάαστριχτ για την Ευρωπαϊκή Ένωση). Δεδομένου, δε, ότι (i) σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ. 3 του Χάρτη ΘΔΕΕ και τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ, στον βαθμό που ο Χάρτης αυτός περιλαμβάνει δικαιώματα που αντιστοιχούν σε δικαιώματα που διασφαλίζει η ΕΣΔΑ, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι, κατ’ αρχήν, ίδιες με εκείνες που αποδίδει η ΕΣΔΑ, όπως ερμηνεύεται από το ΕΔΔΑ, (ii) η έννοια της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 1 του (κυρωθέντος με τον ν. 1705/1987) 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ, αναφορικά με τον “ποινικό” χαρακτήρα χρηματικών διοικητικών κυρώσεων σημαντικού ύψους, για τελωνειακές/φορολογικές παραβάσεις, ταυτίζεται κατ’ ουσίαν, ως προς το αντίστοιχο ζήτημα, με εκείνη της ως άνω γενικής αρχής του ενωσιακού δικαίου και του άρθρου 50 του Χάρτη ΘΔΕΕ, καθόσον προσεγγίζεται βάσει των αυτών κριτηρίων (βλ. παραπάνω σκέψεις 5, 8, 10), και (iii) η επίμαχη έννοια της διατάξεως του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ είναι σαφής, ιδίως, ενόψει της προαναφερόμενης νομολογίας του ΕΔΔΑ (βλ. ανωτέρω σκέψεις 5 και 8 και, αναλυτικά, ΣτΕ 1992/2016 επταμ., σκέψη 21), δεν συντρέχει, περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 1 περίπτ. ε΄ του Συντάγματος, ερμηνευόμενη υπό το φως του άρθρου 28 του Συντάγματος (συμπεριλαμβανομένης της ερμηνευτικής δηλώσεως αυτού), ούτε περίπτωση παραπομπής του σχετικού ζητήματος ερμηνείας της ως άνω διατάξεως της ΕΣΔΑ στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, λόγω της -αντίθετης προς τα κρινόμενα με την παρούσα- αποφάσεως 938/2016 του ΣΤ΄ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, στην οποία, άλλωστε, δεν αναφέρεται η από 30.4.2015 απόφαση του ΕΔΔΑ στην υπόθεση Καπετάνιος και άλλοι κατά Ελλάδος.
12. Επειδή, με το από 2.2.2018 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναιρέσεως (με το οποίο συμπληρώθηκε το κύριο δικόγραφο της υπό κρίση παραδεκτής αιτήσεως αναιρέσεως) προβάλλεται ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο εφάρμοσε, εν προκειμένω, τη ρύθμιση του Τελωνειακού Κώδικα περί αυτοτέλειας της διοικητικής διαδικασίας και δίκης περί επιβολής πολλαπλού τέλους σε σχέση με την αντίστοιχη ποινική δίκη για το αδίκημα της λαθρεμπορίας και, περαιτέρω, έλαβε υπόψη του την προαναφερόμενη αμετάκλητη ……….. απόφαση του Β΄ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ………. κατά τρόπο που παραβιάζει την αρχή ne bis in idem, όπως αυτή κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Π.Π. της ΕΣΔΑ και στο πρωτογενές ενωσιακό δίκαιο. Σύμφωνα με όσα έγιναν δεκτά ανωτέρω (βλ. σκέψεις 7-10), ο παραπάνω λόγος κρίνεται βάσιμος και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να αναιρεθεί, κατά το μέρος της που αφορά στον καταλογισμό εις βάρος της αναιρεσείουσας του επίμαχου πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας. Δεδομένου, δε, ότι η υπόθεση δεν χρήζει διευκρινίσεως κατά το οικείο πραγματικό της, το Δικαστήριο τη διακρατεί, κατά το αναιρούμενο μέρος της, δικάζει και, για τον ίδιο ως άνω λόγο, δέχεται εν μέρει την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 1923/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξαφανίζει την εν λόγω πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος της με το οποίο απορρίφθηκε η προσφυγή της αναιρεσείουσας κατά της επιβολής σε βάρος της πολλαπλού τέλους, περαιτέρω, δε, δικάζει και δέχεται, για τον ίδιο λόγο, εν όλω το αντίστοιχο σκέλος της προσφυγής και ακυρώνει την ………. καταλογιστική πράξη της Διευθύντριας του Ε΄ Τελωνείου ……., ως προς το κεφάλαιό της με το οποίο επιβλήθηκε στην αναιρεσείουσα πολλαπλό τέλος. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη μειοψηφήσασα ως άνω άποψη του Αντιπροέδρου Ι. Γράβαρη και της Συμβούλου Κων. Κονιδιτσιώτου, ………..
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι αντίστοιχες προσπάθειες περιορισμού της αρχής ne bis in idem παρατηρούνται και στην πρόσφατη νομολογία του Δ΄ Τμήματος του δικαστηρίου επί μη φορολογικών διαφορών [βλ. ΣτΕ 7μ. 3473/2017, ΣτΕ 1872/2019, κατ.].
ΣτΕ 175/2018
Δεν αποκλείεται η επιβολή δύο κυρώσεων σε βάρος του ίδιου προσώπου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, εφόσον η επιβολή των κυρώσεων αυτών αποβλέπει στην προστασία ιδιαιτέρως σημαντικών και διαφορετικών εννόμων αγαθών, τηρουμένης πάντως της αρχής της αναλογικότητας ως προς το συνολικό ύψος των επιβληθεισών κυρώσεων
11. Επειδή, η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7ου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., με την οποία κατοχυρώνεται η αρχή non bis in idem, κατά τα παγίως γενόμενα δεκτά από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αλλά και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ενώσεως -το οποίο και προ της ρητής καθιερώσεώς της με το άρθρο 50 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ενώσεως την ανεγνώριζε ως θεμελιώδη αρχή του κοινοτικού δικαίου- έχει εφαρμογή όχι μόνον επί ποινικών κυρώσεων αλλά και σε περιπτώσεις που από τη σχετική νομοθεσία προβλέπεται η επιβολή σοβαρών διοικητικών κυρώσεων, όπως είναι τα πρόστιμα μεγάλου ύψους εφόσον συντρέχουν τα κριτήρια χαρακτηρισμού μιας υποθέσεως ως ποινικής κατά την Ε.Σ.Δ.Α. (βλ. Ε.Δ.Δ.Α., απόφαση της 8.6.1975, Engel and Others κατά Ολλανδίας) ήτοι κατά πρώτον ο νομικός χαρακτηρισμός της παραβάσεως κατά το εσωτερικό δίκαιο, κατά δεύτερον η φύση της παραβάσεως και, κατά τρίτον η φύση και η σοβαρότητα της κυρώσεως που ενδέχεται να επιβληθεί στον διαπράξαντα την παράβαση (βλ. Δ.Ε.Ε. υπόθεση C-617/10 Fransson της 26-2-2015 μείζονος συνθέσεως, C-489/10 Boda της 5-6-2012). Ειδικότερα, ως προς το ύψος της κυρώσεως λαμβάνεται υπόψη η μέγιστη προβλεπόμενη από τον νόμο κύρωση και όχι η επιβληθείσα στην συγκεκριμένη περίπτωση (βλ. Ε.Δ.Δ.Α. απόφαση της 19-2-2013 Muller-Hartburg κατά Αυστρίας). Σύμφωνα δε με τη νομολογία του Δ.Ε.Ε. η αρχή αυτή δεν εμποδίζει την επιβολή, για την ίδια παράβαση διαδοχικώς μιας διοικητικής (φορολογικής) κυρώσεως και μιας ποινικής κυρώσεως, στον βαθμό που η πρώτη κύρωση δεν έχει ποινικό χαρακτήρα και έχει καταστεί απρόσβλητη, εφόσον η σώρευση αυτή αποβλέπει στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ενώσεως (βλ. προαναφερθείσα απόφαση ΔΕΕ της 26-2-2015 Fransson και Σ.Ε. 1741/2015 Ολομ.), ενώ, δέχεται επίσης ότι η αρχή αυτή δεν αποκλείει την επιβολή διοικητικών κυρώσεων μεγάλου ύψους εκ μέρους των κοινοτικών και εθνικών διοικητικών οργάνων και σε περιπτώσεις όπου υφίσταται ταυτότητα παραβάτη και πραγματικών περιστατικών, εφόσον προστατεύεται διαφορετικό έννομο αγαθό ή συμφέρον (βλ. ΔΕΕ υπόθεση C-17/10 Toshiba Corporation της 14-2-2012 μείζονος συνθέσεως, C-289/04 υπόθεση Showa Denko της 29-6-2006, C-204/00 υπόθεση Aalborg Portland της 7-12-2004, C-397/03 υπόθεση Archer Daniels Midland της 19-9-2003 κ.ά.). Αντιστοίχως, και στο εθνικό δίκαιο θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι είναι δυνατή η επιβολή στον ίδιο παραβάτη για τα ίδια πραγματικά περιστατικά δύο διοικητικών κυρώσεων από διαφορετικά διοικητικά όργανα ή ανεξάρτητες διοικητικές αρχές, εφόσον η επιβολή τους αποβλέπει στην προστασία ιδιαιτέρως σημαντικών και διαφορετικών εννόμων αγαθών, όπως είναι τα κατοχυρωμένα με ρητές συνταγματικές διατάξεις, αλλά και διεθνή κείμενα, όπως η ΕΣΔΑ, ατομικά δικαιώματα (πρβλ. ΣΕ 3345/2002 Επταμ.). Και τούτο διότι τυχόν αδυναμία επιβολής της μιας από τις δύο διοικητικές κυρώσεις κατ’ εφαρμογή της αρχής non bis in idem, εφόσον έχει ήδη επιβληθεί και οριστικοποιηθεί η μια από αυτές θα καθιστούσε ανενεργή την υποχρέωση που έχουν από το Σύνταγμα διαφορετικά κρατικά όργανα να προστατεύουν τους θιγομένους στα ατομικά τους δικαιώματα. Διάφορο δε είναι το ζήτημα, αν λόγω του ύψους των επαπειλουμένων κυρώσεων τυχόν σωρευτική επιβολή τους παρίσταται υπέρμετρα επαχθής για τον παραβάτη, το οποίο θα κριθεί στα πλαίσια της αρχής της αναλογικότητος. Αν και κατά την γνώμη του Συμβούλου Δ. Κυριλλόπουλου, …..
ΣτΕ (Δ΄ Τμ.) 1972/2019
[επί μη φορολογικής διαφοράς]
Δεν αποκλείεται η επιβολή δύο κυρώσεων σε βάρος του ίδιου προσώπου για τα ίδια πραγματικά περιστατικά, εφόσον η επιβολή των κυρώσεων αυτών αποβλέπει στην προστασία ιδιαιτέρως σημαντικών και διαφορετικών εννόμων αγαθών ˙ επικουρική επίκληση νομολογίας Α & Β κατά Νορβηγίας [διαδικασίες στενά συνδεδεμένες κατ’ ουσίαν και κατά χρόνο δεν οδηγούν σε παραβίαση της ne bis]
2. Επειδή, με την κρινόμενη από 27.9.2010 αίτηση ζητείται η αναίρεση της 816/2010 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 7.11.2005 προσφυγή της αναιρεσείουσας (η οποία είχε αρχικώς ασκηθεί ως αίτηση ακυρώσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας και παραπέμφθηκε προς εκδίκαση στο Διοικητικό Εφετείο με την 790/2007 απόφαση του Δικαστηρίου) κατά α) της ……. αποφάσεως της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (στο εξής Ε.Ε.Τ.Τ.), με την οποία επιβλήθηκε σε βάρος της αναιρεσείουσας εταιρείας πρόστιμο ύψους πεντακοσίων χιλιάδων (500.000) ευρώ για παράβαση διατάξεων της τηλεπικοινωνιακής νομοθεσίας και πρόστιμο ύψους ενός εκατομμυρίου (1.000.000) ευρώ για παράβαση διατάξεων της νομοθεσίας για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού, και, β) της ……… αποφάσεως της Ε.Ε.Τ.Τ., με την οποία απορρίφθηκε αίτηση θεραπείας της αιτούσας κατά της ανωτέρω πράξης επιβολής προστίμου.
10. Επειδή, η παραβίαση των διατάξεων της τηλεπικοινωνιακής νομοθεσίας και η επιβολή των σχετικών κυρώσεων δεν αποκλείει την εφαρμογή των διατάξεων περί ανταγωνισμού και την επιβολή των προβλεπόμενων από αυτές κυρώσεων, όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, διότι τα έννομα αγαθά που προστατεύονται από τις δύο νομοθεσίες και οι σκοποί που επιδιώκονται με αυτές δεν ταυτίζονται και επομένως η επιβολή σωρευτικά των αντίστοιχων διοικητικών κυρώσεων για μία συμπεριφορά, η οποία πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής αμφοτέρων των εν λόγω νομοθεσιών, δεν συνιστά από την άποψη αυτή (της ταυτότητας εννόμων αγαθών) παραβίαση της αρχής «non bis in idem» (βλ. ΣτΕ 2202/2017 σκ. 9, 2796/2015 7μ σκ. 9- 10, 715/2013, 2475/2011 επτ., πρβλ. ΣτΕ 3545/2002 7μ., 3473/2017 7μ., 134/2018). Εξάλλου, το άρθρο 4 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ δεν απαγορεύει τη διπλή (κατά το εθνικό δίκαιο) διαδικασία επιβολής κυρώσεων, εάν οι δύο διαδικασίες συνδέονται αρκούντως στενά μεταξύ τους, τόσο κατ’ ουσίαν όσο και κατά χρόνον, ώστε να αποτελούν ένα συνεκτικό σύνολο, καθόσον εξυπηρετούν διαφορετικούς σκοπούς και αντιμετωπίζουν διαφορετικές όψεις της παράβασης και, μάλιστα, κατά τρόπο προβλέψιμο και χωρίς να επιβάλλεται δυσανάλογο βάρος στον καθού (βλ. ΕΔΔΑ απόφαση της 15ης Νοεμβρίου 2016, A και B κατά Νορβηγίας σκ. 123, 130-132, ΣτΕ 680/2017 7μ σκ.17, 39/2018, βλ. και ΔΕΕ απόφαση της 20 Μαρτίου 2018, C-524/15, Menci, σκ.53, 55, 60-61). Εν προκειμένω, οι δύο ένδικες κυρώσεις επιβλήθηκαν στο πλαίσιο μιας ενιαίας διαδικασίας που διεξήγαγε η αυτή διοικητική αρχή για την διαπίστωση με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά της παραβίασης τόσο της τηλεπικοινωνιακής νομοθεσίας όσο και της νομοθεσίας περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, η δε επιμέτρηση των δύο προστίμων έγινε κατά τον ίδιο χρόνο, με μία πράξη μετά από συνεκτίμηση του συνόλου των συνθηκών. Συνεπώς, ο λόγος που προβάλλεται περί παραβίασης της αρχής της μη σωρεύσεως των κυρώσεων (ne bis in idem), όπως αυτή κατοχυρώνεται στο ενωσιακό δίκαιο και στην ΕΣΔΑ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, είναι δε διάφορο το ζήτημα αν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση πλημμελούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το σκέλος της επιβολής των κυρώσεων ή παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, ζήτημα το οποίο τίθεται και εξετάζεται κατωτέρω επί του αντιστοίχου λόγου αναιρέσεως.
ΙV. Σύνοψη προϋποθέσεων ενεργοποίησης και διαφορές μεταξύ τεκμηρίου αθωότητας και αρχής nebisinidem
Σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν οι προϋποθέσεις ενεργοποίησης (της ουσιαστικής πτυχής) του τεκμηρίου αθωότητας είναι οι εξής:
• Αμετάκλητη
• αθωωτική απόφαση ή απαλλακτικό βούλευμα
• επί κατηγορίας «ποινικής φύσης», κατά την αυτόνομη έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ.
• Επαρκής σύνδεσμος μεταξύ της πρώτης (ποινικής φύσεως) διαδικασίας με επακόλουθη (όχι απαραίτητα ποινικής φύσεως) διαδικασία. Τέτοιος σύνδεσμος συντρέχει ιδίως όταν στις δύο διαδικασίες εξετάζεται η συνδρομή των ίδιων ή ουσιωδώς όμοιων πραγματικών περιστατικών.
Προσοχή! Το τεκμήριο αθωότητας δεν ενεργοποιείται όταν έχει προηγηθεί παύση ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής του ποινικού αδικήματος, καθώς και όταν δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπων μεταξύ της ποινικής και της διοικητικής διαδικασίας (λ.χ. φυσικό / νομικό πρόσωπο).
και των ΣΥΝΕΠΕΙΩΝ της:
Υποχρέωση σεβασμού της προηγηθείσας αμετάκλητης αθωωτικής κρίσης από την δημόσια (λ.χ. δικαστική) αρχή που επιλαμβάνεται της επακόλουθης (όχι απαραίτητα ποινικής φύσεως) διαδικασίας. Η ως άνω υποχρέωση σεβασμού της αμετάκλητης αθωωτικής κρίσης δεν αποκλείει τη δυνατότητα απόκλισης από αυτήν. Ο διοικητικός δικαστής μπορεί να αποκλίνει από την αθωωτική κρίση του ποινικού δικαστή, κατόπιν ειδικής αιτιολογίας, στηριζόμενος: (α) στη διαφοροποίηση μεταξύ των προϋποθέσεων του ποινικού αδικήματος και της αντίστοιχης διοικητικής παράβασης είτε (β) στο χαμηλότερο βαθμό απόδειξης της διοικητικής παράβασης που ισχύει στη διοικητική δίκη, σε σχέση με εκείνο που διέπει την ποινική δίκη, για το αντίστοιχο ποινικό αδίκημα είτε (γ) (και) σε στοιχεία που δεν είχε λάβει υπόψη του το ποινικό δικαστήριο ή το δικαστικό συμβούλιο.
Οι προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής ne bis in idem είναι οι εξής:
- Δύο (ή περισσότερες) διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους.
- Όλες οι διαδικασίες πρέπει να είναι «ποινικές», βάσει των κριτηρίων Engel.
- Η μία από τις διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση (είτε αθωωτική είτε καταδικαστική).
- Οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά.
Προσοχή! Η αρχή ne bis in idem δεν ενεργοποιείται όταν έχει προηγηθεί παύση ποινικής δίωξης λόγω παραγραφής του ποινικού αδικήματος, καθώς και όταν δεν υπάρχει ταυτότητα προσώπων μεταξύ της ποινικής και της διοικητικής διαδικασίας (λ.χ. φυσικό / νομικό πρόσωπο).
Προσοχή !! Η αρχή ne bis in idem κάμπτεται όταν έχει ήδη περατωθεί αμετακλήτως μία «ποινικής φύσεως» (κατά τα κριτήρια Engel) διαδικασία (λ.χ. ποινική δίωξη για το αδίκημα της λαθρεμπορίας), με αμετάκλητη καταδίκη του παραβάτη, ο δε δικαστής που επιλαμβάνεται της επακόλουθης διαδικασίας «ποινικής φύσεως» για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση (λ.χ. ο διοικητικός δικαστής που κρίνει την νομιμότητα επιβολής του πολλαπλού τέλους λαθρεμπορίας) κρίνει ότι η επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο ποινή είναι εμφανώς υπερβολικά ελαφριά · σε μία τέτοια περίπτωση, ο διοικητικός δικαστής δεν δεσμεύεται, κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ, από την αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση και, συνεπώς, δεν τερματίζει την ενώπιόν του διαδικασία, ακυρώνοντας την προσβαλλόμενη διοικητική κύρωση αλλά, ενόψει και του ότι αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, το «φυσικό» δικαστή των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή της φορολογικής/τελωνειακής νομοθεσίας, εκφέρει ίδια και αυτοτελή κρίση επί της υπόθεσης, χωρίς να δεσμεύεται από τις οικείες αμετάκλητες (νομικές και ουσιαστικές) εκτιμήσεις του ποινικού δικαστηρίου, τις οποίες οφείλει πάντως να συνεκτιμήσει ειδικώς.
Η ενεργοποίηση της αρχής ne bis in idem συνεπάγεται υποχρέωση τερματισμού της έτερης κυρωτικής διαδικασίας.
Με βάση τα παραπάνω, οι ΔΙΑΦΟΡΕΣ μεταξύ του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής ne bisinidem είναι οι εξής:
- Το τεκμήριο αθωότητας προϋποθέτει αθωωτική ποινική απόφαση/βούλευμα, ενώ η αρχή ne bis in idem εφαρμόζεται και σε περίπτωση καταδίκης.
- Το τεκμήριο αθωότητας ενδέχεται να επηρεάζει και τη διοικητική δίκη για το φόρο που αντιστοιχεί στην παράβαση (λ.χ. στις περιπτώσεις εξωλογιστικού προσδιορισμού του φόρου ή στις περιπτώσεις καταλογισμού των δασμών/φόρων που αντιστοιχούν στη λαθρεμπορική παράβαση ), ενώ η αρχή ne bis in idem μπορεί να αφορά μόνο κυρώσεις, όχι φορολογία.
- Το τεκμήριο αθωότητας έχει ως συνέπεια όχι τη δέσμευση του διοικητικού δικαστή (όπως, κατ’ αρχήν, το ne bis in idem), αλλά την υποχρέωσή του να συνεκτιμήσει ειδικώς την αμετάκλητη ποινική απόφαση κατά τρόπο που δεν θέτει εν αμφιβόλω το αθωωτικό αποτέλεσμα της ποινικής δίκης. Εφόσον, βέβαια, συντρέξουν οι προαναφερθείσες προϋποθέσεις κάμψης της αρχής ne bis in idem, τότε και η αρχή αυτή παράγει (όχι δέσμευση, αλλά) υποχρέωση ειδικής συνεκτίμησης της προηγηθείσας αμετάκλητης καταδικαστικής απόφασης.
Για την καλύτερη κατανόηση όσων προεκτέθηκαν κρίνεται σκόπιμη μία διαγραμματική παρουσίαση των βασικών σεναρίων που συνήθως ανακύπτουν στο πλαίσιο μίας φορολογικής ή τελωνειακής (διοικητικής) δίκης και θέτουν ζητήματα εφαρμογής της αρχής nebisinidem, (ουσιαστικής πτυχής) του τεκμηρίου αθωότητας, & του (νέου) άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ εκ μέρους του διοικητικού δικαστή.
Σενάριο A: Αμετάκλητη ΑΘΩΩΣΗ33 από ποινικό δικαστήριο ή συμβούλιο ως προς ορισμένη συμπεριφορά
και στη συνέχεια…
A.1. Επιβολή διοικητικής κύρωσης (ποινής κατά τα κριτήρια Engel) για την ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά, κατά του ίδιου προσώπου
Στην περίπτωση αυτή, στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης:
- Εφαρμόζεται η αρχή ne bis in idem, ο δε διοικητικός δικαστής οφείλει να τερματίσει την ενώπιόν του διαδικασία, ακυρώνοντας την προσβαλλόμενη πράξη επιβολής προστίμου [βλ. ήδη ΣτΕ Ολ. 359/2020, ιδ. σκ. 10, ό.π.]
- Εφαρμόζεται το τεκμήριο αθωώτητας, πλην η εξέταση του συγκεκριμένου λόγου παρίσταται αλυσιτελής, εφόσον έχει ήδη γίνει δεκτός ο λόγος περί παραβίασης της αρχής ne bis in idem [αφού η ne bis in idem παράγει υποχρέωση τερματισμού της διαδικασίας, δηλ. ακύρωσης της προσβαλλόμενης ενώ το τεκμήριο αθωότητας υποχρέωση ειδικής συνεκτίμησης της αθωωτικής κρίσης · βλ. λ.χ. ΣτΕ 39/2018, σκ. 10, ό.π.].
- Κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκε με τον ν. 4446/2016, ο διοικητικός δικαστής δεσμεύεται από την αθωωτική κρίση του ποινικού δικαστή [ = παράγεται αποτέλεσμα ισοδύναμο με εκείνο της αρχής ne bis in idem · βλ. ΣτΕ 7μ. 951/2018, σκ. 10, ό.π.]
Α.2. Επιβολή φόρου ή δασμού επί τη βάση των ίδιων κατ’ ουσίαν πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την παράβαση για την οποία εχώρησε η αμετάκλητη αθώωση από το ποινικό δικαστήριο
Στην περίπτωση αυτή, στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης:
- Δεν εφαρμόζεται η αρχή ne bis in idem, δεδομένου ότι η επακόλουθη διαδικασία επιβολής φόρου ή δασμού δεν συνιστά κύρωση (πολλώ δε μάλλον «ποινή» κατά τα κριτήρια Engel) [βλ. λ.χ. ΣτΕ 39/2018, σκ. 11, ό.π.].
- Εφαρμόζεται το τεκμήριο αθωότητας (υποχρέωση σεβασμού της προηγηθείσας αθωωτικής κρίσης) · τούτο σημαίνει ότι ο διοικητικός δικαστής δεν δεσμεύεται από την αθωωτική κρίση του ποινικού δικαστή, οφείλει όμως να την συνεκτιμήσει ειδικώς, στο πλαίσιο δε αυτό μπορεί να αποκλίνει από αυτήν [βλ. ΣτΕ 7μ. 951/2018, ό.π., ιδίως σκ. 7].
- Κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ, όπως αντικαταστάθηκε με τον ν. 4446/2016, ο διοικητικός δικαστής δεν δεσμεύεται από την αθωωτική κρίση του ποινικού δικαστή, οφείλει όμως να την συνεκτιμήσει ειδικώς, στο πλαίσιο δε αυτό μπορεί να αποκλίνει από αυτήν [βλ. ΣτΕ 7μ. 951/2018, ό.π., ιδίως σκ. 10, σκ. 7].
Σενάριο Β: Προηγούμενη αμετάκλητη ΚΑΤΑΔΙΚΗ από ποινικό δικαστήριο ως προς ορισμένη συμπεριφορά
και στη συνέχεια…
Β.1. Επιβολή διοικητικής κύρωσης (ποινής κατά τα κριτήρια Engel) για την ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά, κατά του ίδιου προσώπου
Στην περίπτωση αυτή, στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης:
- Κατ’ αρχήν, εφαρμόζεται η αρχή ne bis in idem, ο δε διοικητικός δικαστής οφείλει να τερματίσει την ενώπιόν του διαδικασία, ακυρώνοντας την προσβαλλόμενη πράξη επιβολής προστίμου, εκτός εάν κρίνει ότι η επιβληθείσα από τον ποινικό δικαστή ποινή δεν ήταν αποτελεσματική, ανάλογη της παράβασης και αποτρεπτική (ήταν δηλ. εμφανώς ιδιαιτέρως ελαφριά) · στην περίπτωση αυτή, η αρχή ne bis in idem κάμπτεται [ΣτΕ 7μ. 1887/2018, ό.π., ιδίως σκ. 4, καθώς και ΣτΕ Ολ. 359/2020, σκ. 10, ό.π.].
- Δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο αθωώτητας, δεδομένου ότι δεν έχει προηγηθεί αμετάκλητη αθώωση του φερόμενου ως παραβάτη, αλλά καταδίκη του.
- Κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ (πριν και μετά την αντικατάστασή του με τον ν. 4446/2016), ο διοικητικός δικαστής, κατ’ αρχήν, δεσμεύεται από την καταδικαστική κρίση του ποινικού δικαστή, υπό την έννοια ότι πρέπει να ακυρώσει την προσβαλλόμενη πράξη επιβολής προστίμου [παράγεται δηλ., κατ’ αρχήν, αποτέλεσμα ισοδύναμο με εκείνο της αρχής ne bis in idem], εκτός εάν κρίνει ότι η επιβληθείσα από τον ποινικό δικαστή ποινή δεν ήταν αποτελεσματική, ανάλογη της παράβασης και αποτρεπτική (ήταν δηλ. εμφανώς ιδιαιτέρως ελαφριά) · στην τελευταία αυτή περίπτωση, κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ, η καταδικαστική κρίση του ποινικού δικαστή δεν δεσμεύει τον διοικητικό δικαστή · ο τελευταίος οφείλει να μορφώσει ίδια και αυτοτελή κρίση περί της τέλεσης ή μη της αποδιδόμενης παράβασης, υποχρεούμενος όμως να συνεκτιμήσει ειδικώς την καταδικαστική απόφαση του ποινικού δικαστή [ΣτΕ 7μ. 1887/2018, ό.π., ιδίως σκ. 9].
Β.2. Επιβολή φόρου ή δασμού επί τη βάση των ίδιων κατ’ ουσίαν πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την παράβαση, για την οποία εχώρησε η αμετάκλητη καταδίκη
Στην περίπτωση αυτή, στο πλαίσιο της διοικητικής δίκης:
- Δεν εφαρμόζεται η αρχή ne bis in idem, δεδομένου ότι δεν υφίστανται δύο ή περισσότερες διαδικασίες επιβολής κύρωσης.
- Δεν εφαρμόζεται το τεκμήριο αθωώτητας, δεδομένου ότι δεν έχει προηγηθεί αμετάκλητη αθώωση του φερόμενου ως παραβάτη, αλλά καταδίκη του.
- Κατά την έννοια του άρθρου 5 παρ. 2 ΚΔΔ (πριν και μετά την αντικατάστασή του με τον ν. 4446/2016), πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο διοικητικός δικαστής δεν δεσμεύεται από την καταδικαστική κρίση του ποινικού δικαστή, την οποία οφείλει πάντως να συνεκτιμήσει ειδικώς. Και τούτο διότι: (α) ο διοικητικός δικαστής είναι ο «φυσικός» δικαστής των φορολογικών / τελωνειακών διαφορών και (β) η επιβολή των φόρων ή δασμών και η γένεση των προβλεπόμενων στο νόμο φορολογικών υποχρεώσεων των διοικουμένων δεν προϋποθέτει υπαιτιότητα και, γενικότερα, παραβατική συμπεριφορά τους, αλλά στηρίζεται στην εξ αντικειμένου ύπαρξη της οριζόμενης στο νόμο φορολογητέας ύλης/πράξης [επιχείρηματα εκ των ΣτΕ 7μ. 951/2018, σκ. 10 & ΣτΕ 1887/2018, σκ. 9, ό.π. · μέχρι ώρας, δεν έχει έχει αντιμετωπισθεί ad hoc τέτοια περίπτωση από την νομολογία].
V. H (μη) αυτεπάγγελτη έρευνα περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας ή της αρχής ne bis in idem εκ μέρους του δικαστή της (φορολογικής) προσφυγής
Η εξουσία του πρωτοβάθμιου δικαστή της προσφυγής να ελέγχει αυτεπαγγέλτως πλημμέλειες της προσβαλλόμενης με την προσφυγή πράξης ρυθμίζεται, κατά περίπτωση, από τις διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 ή παρ. 5 περ. α΄ ΚΔΔ.
Το σχετικό ερώτημα τίθεται, μεταξύ άλλων, και στο πλαίσιο (φορολογικών) διαφορών ουσίας αναφορικά με την παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας και της αρχής ne bis in idem. Κατά την νομολογία του Συμβουλίου Επικρατείας, η σχετική πλημμέλεια της προσβαλλόμενης πράξης δεν ελέγχεται αυτεπαγγέλτως, ούτε υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 79 παρ. 1 ΚΔΔ, ούτε υπό την ισχύ των διατάξεων του άρθρου 79 παρ. 5 α΄ ΚΔΔ.
ΣτΕ 353/2019
Παραβίαση της αρχής nebisinidem ή του τεκμηρίου αθωότητας δεν εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, ούτε υπό την ισχύ του άρθρου 79 παρ. 1 ΚΔΔ [εφόσον δεν είχε στοιχειοθετηθεί κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης], ούτε υπό την ισχύ του άρθρου 79 παρ. 5 περ. α΄ ΚΔΔ
4. Επειδή, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται, ιδίως κατ’ επίκληση της απόφασης Καπετάνιος του ΕΔΔΑ, παραβίαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 4 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ αρχής ne bis in idem, καθώς και του απορρέοντος από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ τεκμηρίου αθωότητας (του πρώτου αναιρεσείοντος), λόγω της ύπαρξης σχετικών ποινικών αποφάσεων, που μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση (1446/2004 αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, 7501/2013 αθωωτική απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και παύση της ποινικής δίωξης σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος, για ορισμένα αδικήματα, λόγω παραγραφής τους) και της παράλειψης του Διοικητικού Εφετείου να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το αμετάκλητο της 7501/2013 αθωωτικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Συναφώς, διατυπώνεται ισχυρισμός, αφενός, περί αντίθεσης στη νομολογία του ΕΔΔΑ και, αφετέρου, περί ανυπαρξίας σχετικής νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας. Ωστόσο, ούτε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει ερμηνεία ή μνεία των ως άνω διατάξεων της ΕΣΔΑ (ή των προβλεπόμενων από αυτές αρχών) ή σκέψη που να αναφέρεται στο ζήτημα της εφαρμογής τους στην παρούσα υπόθεση ούτε ο παραπάνω λόγος αναφέρεται, κατά τρόπο αρκούντως ειδικό και ορισμένο, σε σαφώς συναγόμενη από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων της ΕΣΔΑ, ενόψει και αντίστοιχου παραδεκτού λόγου που είχε προβληθεί (με το δικόγραφο της προσφυγής ή με δικόγραφο προσθέτων λόγων προσφυγής) ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου (πρβλ. ΣτΕ 2567/2018, 1896/2018 επταμ., 1888/2018 επταμ., 837/2018, 390/2018, 3415/2017, 2809/2017, 2176/2017, 682/2017, 1369/2016, 2340/2016, 25/2017 εν συμβ., 2200/2016 εν συμβ., 2071/2016 εν συμβ. κ.ά.) ούτε, άλλωστε, ελλείψει τέτοιου λόγου προσφυγής, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο είχε, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 79 παρ. 5 περίπτ. α του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (όπως η παράγραφος αυτή τέθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 3900/2010), την υποχρέωση ή την εξουσία να ελέγξει αυτεπαγγέλτως την ως άνω προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δεδομένου ότι η πλημμέλεια αυτή αφορά σε παραβίαση διατάξεων της ΕΣΔΑ (βλ. ΣτΕ 2221/2018, 1438/2018 επταμ., 682/2017) και, εξάλλου, δεν υπήρχε κατά το χρόνο έκδοσης της επίδικης διοικητικής πράξης, με αποτέλεσμα να μην ανακύπτει ζήτημα αυτεπάγγελτης εξέτασής της ούτε βάσει της διάταξης του άρθρου 79 παρ. 1 εδαφ. β περίπτ. β του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (πρβλ. ΣτΕ 2796/2018). Συνεπώς, δεν προκύπτει ότι με τον πρώτο λόγο τίθενται νομικά ζητήματα τα οποία κρίθηκαν (ρητώς ή εμμέσως/σιωπηρώς) με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση…….
Προσοχή!
Για την απάντηση στο ερώτημα εάν, μη προβληθέντος παραδεκτώς σχετικού λόγου προσφυγής, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οφείλει να ελέγξει αυτεπαγγέλτως αν παραβιάστηκε το τεκμήριο αθωότητας του διαδίκου ή η αρχή ne bis in idem, εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 79 παρ. 1 ή (κατά περίπτωση) παρ. 5 περ. α΄ ΚΔΔ και η απάντηση είναι, κατά τα ανωτέρω, αρνητική.
Για την απάντηση όμως στο (διαφορετικό) ερώτημα εάν, προβληθέντος παραδεκτώς σχετικού λόγου προσφυγής, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την ύπαρξη αμετάκλητης απόφασης ποινικού δικαστηρίου (προκειμένου να κρίνει αν ο προβληθείς λόγος προσφυγής περί παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας του διαδίκου ή της αρχής ne bis in idem είναι βάσιμος), εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 4 ΚΔΔ (βλ. ανωτέρω, υπό το κεφ. ΙΙ) και η απάντηση είναι, κατ’ αρχήν, αρνητική, εκτός εάν η ύπαρξη και ο αμετάκλητος χαρακτήρας της ποινικής απόφασης προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας.
Δηλαδή, εφόσον η ύπαρξη της αμετάκλητης απόφασης του ποινικού δικαστηρίου δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, βάρος επίκλησης και προσαγωγής (προαποδεικτικώς, υπό τους όρους των άρ. 150 και 96 παρ. 3 ΚΔΔ) της απόφασης του ποινικού δικαστηρίου & του σχετικού αποδεικτικού από το οποίο προκύπτει ο αμετάκλητος χαρακτήρας της έχει ο προσφεύγων.
Σε κάθε περίπτωση, το δικαστήριο της ουσίας δύναται πάντως να διατάξει με προδικαστική του απόφαση την συμπλήρωση των αποδείξεων, κατ’ άρθρο 151 ΚΔΔ, με την προσαγωγή της αμετάκλητης απόφασης εντός προθεσμίας που θα τάξει στον διάδικο.
Ερωτήσεις κατανόησης
- Ο Α ασκεί προσφυγή κατά της υπ’ αρ. 5/4.3.2013 πράξης επιβολής προστίμου πολλαπλών τελών λαθρεμπορίας. Με το εισαγωγικό του δικόγραφο προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί διότι: α) εξεδόθη δίχως να κληθεί σε προηγούμενη ακρόαση και β) διότι το ύψος του πολλαπλού τέλους είναι υπερβολικό, κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας. Στον διοικητικό φάκελο που αποστέλει η αρμόδια τελωνειακή αρχή προς το δικαστήριο, περιλαμβάνεται αντίγραφο της υπ’ αρ. 6/2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά, σύμφωνα με την οποία ο Α αθωώθηκε για το ποινικό αδίκημα της λαθρεμπορίας που του είχε αποδοθεί με βάση τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η προσβαλλόμενη διοικητική πράξη.
Δικάσιμος για την εκδίκαση της προσφυγής του Α ορίσθηκε η 16η. 12. 2017. Το επιλαμβανόμενο διοικητικό δικαστήριο μπορεί/οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τυχόν παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας του Α ή της αρχής ne bis in idem; - Στο ίδιο παράδειγμα, κατόπιν αναβολής εκδίκασης της προσφυγής του, ο Α υποβάλλει παραδεκτώς ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου δικόγραφο πρόσθετων λόγων προσφυγής, με το οποίο προβάλει ότι η προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να ακυρωθεί λόγω: α) παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητάς του και β) της αρχής ne bis in idem. Κρίνατε το βάσιμο των πρόσθετων λόγων προσφυγής.
VΙ. Η αίτηση επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας [βλ. άρθρο 69Α ΠΔ 18/1989]
Κατά την έννοια του άρθρου 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, σε περίπτωση καταδικαστικής απόφασης του ΕΔΔΑ το διάδικο συμβαλλόμενο Κράτος υποχρεούται όχι μόνο να πληρώσει στον προσφεύγοντα την αποζημίωση που τυχόν τού επιδικάσθηκε με την καταδικαστική απόφαση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 41 της Σύμβασης, αλλά επίσης να λάβει στην έννομη τάξη του μέτρα, ατομικού ή/και γενικού χαρακτήρα, προκειμένου να τερματίσει την παράβαση που διαπίστωσε το ΕΔΔΑ και να άρει τα αποτελέσματά της, ώστε να περιέλθει ο προσφεύγων, στο μέτρο του δυνατού, στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν είχε μεσολαβήσει η παράβαση αυτή, δεδομένου ότι η σχετική διαπιστωτική της παράβασης απόφαση του ΕΔΔΑ στερείται διαπλαστικού χαρακτήρα.
Ένα από τα πλέον αποτελεσματικά μέσα που μπορούν να θεσπίζουν τα συμβαλλόμενα Κράτη για τη συμμόρφωση προς τις καταδικαστικές αποφάσεις του ΕΔΔΑ είναι οι μηχανισμοί επανεξέτασης της υπόθεσης και επανάληψης της διαδικασίας σε εθνικό επίπεδο [βλ., σχετικά, ΕΔΔΑ, Τουρκική Ένωση Ξάνθης κλπ. κατά Ελλάδας, απόφαση της 17.11.2015, σκ. 32].
Στο πλαίσιο αυτό, ο εθνικός νομοθέτης σταδιακά προέβλεψε στο πλαίσιο των περισσότερων δικαιοδοσιών, ως έκτακτο ένδικο μέσο, την αίτηση επανάληψη της διαδικασίας. Ειδικότερα, το ένδικο μέσο της αίτησης επανάληψης διαδικασίας λόγω καταδίκης από το ΕΔΔΑ προβλέφθηκε αρχικά στο άρθρο 525 παρ. 1 περ. 5 ΚΠΔ (άρθρο 11 ν .2865/2000) για τις ποινικές υποθέσεις, στη συνέχεια στο άρθρο 105 Α ΚΔΔ (άρθρο 23 ν. 3900/2010) για τις διαφορές ουσίας ενώπιον των ΤΔΔ, στο άρθρο 121 Α ΠΔ 1225/1981 (άρθρα 75 και 113 του ν. 4055/2012) για τις διαφορές που εκδικάζονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο και, πιο πρόσφατα, στο άρθρο 69Α ΠΔ 18/1989 (άρθρο 16 παρ.1 ν. 4446/2016), για τις διαφορές αρμοδιότητας του Συμβουλίου της Επικρατείας σε πρώτο ή τελευταίο βαθμό.
Αντίστοιχη αίτηση επανάληψης διαδικασίας δεν προβλέπεται γενικά στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Πρόσφατα, προβλέφθηκε, όµως, µε το άρθρο 29 του ν. 4491/2017, που τροποποίησε το άρθρο 758 του Κώδικα Πολιτικής Δικονοµίας, η δυνατότητα υποβολής αίτησης ανάκλησης ή µεταρρύθµισης δικαστικής απόφασης εκούσιας δικαιοδοσίας, εάν µε οριστική απόφαση του ΕΔΔΑ κρίθηκε ότι η δικαστική απόφαση που δέχθηκε ή απέρριψε την αρχική αίτηση εκδόθηκε κατά παράβαση της ΕΣΔΑ.
Κοινός τόπος των επιμέρους (ανά δικαιοδοσία & δικαιοδοτικό κλάδο) διατάξεων είναι ότι το ένδικο αυτό μέσο ασκείται προκειμένου να επαναληφθεί η δίκη ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, του οποίου η απόφαση κρίθηκε από το ΕΔΔΑ ότι εκδόθηκε κατά παραβίαση του δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή ορισμένης διάταξης ουσιαστικού δικαίου της Σύμβασης. Πρακτικά, αυτό σημαίνει αίτηση επανάληψης της διαδικασίας δεν επιτρέπεται στις περιπτώσεις που το ΕΔΔΑ διαπίστωσε παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, λόγω υπέρβασης του εύλογου χρόνου διάρκειας μίας δίκης.
Ειδικώς επί των διοικητικών διαφορών ουσίας που εν προκειμένω μάς ενδιαφέρουν, πριν από τη προσθήκη του άρθρου 69Α στο ΠΔ 18/1989 με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 4446/2016, δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας λόγω προηγούμενης καταδίκης από το ΕΔΔΑ προβλεπόταν ρητώς (105 Α ΚΔΔ) μόνο στις περιπτώσεις που η δικαστική απόφαση με την οποία εξαντλήθηκαν τα εθνικά ένδικα μέσα (προϋπόθεση παραδεκτού για την άσκηση προσφυγής στο ΕΔΔΑ ˙ βλ. άρθρο 35 παρ. 1 ΕΣΔΑ) εκδόθηκε από κάποιο ΤΔΔ (λ.χ. λόγω μη συνδρομής των προϋποθέσεων παραδεκτού για την άσκηση αίτησης αναίρεσης).
Το (προσωρινό) αυτό κενό καλύφθηκε όμως με τις προαναφερθείσες υπ’ αρ. 1992/2016 και 1993/2016 αποφάσεις της 7μ. σύνθεσης του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας. Στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο κλήθηκε να αποφανθεί επί αιτήσεων επανάληψης της διαδικασίας που ασκήθηκαν από δύο πρόσωπα τα οποία πέτυχαν την έκδοση καταδικαστικής απόφασης του ΕΔΔΑ (Καπετάνιος κλπ κατά Ελλάδος) επί υποθέσεων οι οποίες σε εθνικό επίπεδο περατώθηκαν ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ αναίρεση. Ελλείψει ρητής δικονομικής διάταξης που να επιτρέπει την άσκηση μίας τέτοιας αίτησης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι αιτούντες ζήτησαν να εφαρμοσθεί στις υποθέσεις τους αναλογικά το άρθρο 105 Α του ΚΔΔ.
Με την υπ’ αρ. 1992/2016 απόφασή του, το Συμβούλιο της Επικρατείας αφού πρώτα αναφέρθηκε στην έννοια του άρθρου 46 της ΕΣΔΑ (σκ. 2) και στην αρχή της δικονομικής ισότητας (σκ. 3), δέχθηκε (με εκτενή αιτιολογία) ότι στις κρινόμενες διαφορές έπρεπε πράγματι να εφαρμοσθεί αναλογικώς το άρθρο 105 Α ΚΔΔ (σκ. 5).
Το δικαστήριο έκρινε όμως, περαιτέρω (σκ. 8)34, ότι – υπό το φως των συνταγματικών αρχών του κράτους δικαίου, της ασφάλειας δικαίου και της σταθερότητας των διοικητικών καταστάσεων, η οποία εξυπηρετείται μέσω της αρχής του δεδικασμένου και της μη ανατροπής των αμετακλήτως κριθέντων με απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας και ενόψει των αρχών που διέπουν τη σχέση της ελληνικής έννομης τάξης με το διεθνές δίκαιο και, ιδίως, με την ΕΣΔΑ και το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης – μία αίτηση επανάληψης διαδικασίας ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας μπορεί να ευδοκιμήσει μόνο εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής 7 (επτά) προϋποθέσεις:
- Η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παράβαση διάταξης της ΕΣΔΑ πρέπει είναι τέτοια ώστε να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το σκεπτικό και το διατακτικό της οικείας, απορριπτικής της αίτησης αναίρεσης, απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, ώστε η άρση της εν λόγω παράβασης και των συνεπειών της να μπορεί να επιτευχθεί μέσω της (ολικής ή μερικής) εξαφάνισης της προσβαλλόμενης απόφασης του ΣτΕ και, περαιτέρω, μέσω της νέας κρίσης και αποδοχής (εν όλω ή εν μέρει) της αίτησης αναίρεσης35.
- Η συμμόρφωση προς τη σχετική απόφαση του ΕΔΔΑ δεν συνεπάγεται παραβίαση κανόνα του Συντάγματος, το οποίο (ναι μεν υπερισχύει της ΕΣΔΑ αλλά), πάντως, πρέπει να ερμηνεύεται (όχι σύμφωνα με την ΕΣΔΑ, αλλά), στο μέτρο του εφικτού, κατά τρόπο “φιλικό” προς την ΕΣΔΑ, όπως αυτή ερμηνεύεται και εφαρμόζεται από το ΕΔΔΑ, τούτο δε έχει, ιδίως, την έννοια ότι, εάν είναι ευλόγως υποστηρίξιμες περισσότερες της μιας εκδοχές ως προς την έννοια ορισμένης συνταγματικής διάταξης, πρέπει, τουλάχιστον κατ’ αρχήν, να προκρίνεται από τον Έλληνα δικαστή εκείνη που μπορεί να “συμβιώσει” με την ΕΣΔΑ και τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, όχι αυτή που οδηγεί σε σύγκρουση με την τελευταία.
- Η συμμόρφωση προς την απόφαση του ΕΔΔΑ δεν οδηγεί σε παραβίαση άλλης υποχρέωσης της χώρας από το διεθνές δίκαιο, ιδίως δε από το ενωσιακό δίκαιο, η οποία, ενόψει του περιεχομένου της και των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης και κατόπιν στάθμισης των συγκρουόμενων έννομων αγαθών, κρίνεται σημαντικότερη, σε σχέση με εκείνη που απορρέει από το άρθρο 46 της ΕΣΔΑ.
- Η συμμόρφωση προς την απόφαση του ΕΔΔΑ δεν προσκρούει, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης, σε κάποιον άλλο επιτακτικό λόγο δημοσίου συμφέροντος, η εξυπηρέτηση του οποίου, σταθμιζόμενη με την ανάγκη εκτέλεσης της απόφασης του ΕΔΔΑ, βάσει της αρχής της δίκαιης ισορροπίας, κρίνεται ότι υπερέχει (πρβλ. ΑΕΔ 14/2013, ΣτΕ Ολομ. 668/2012, 2151/2014 επταμ.).
- Η απόφαση του ΕΔΔΑ, που αποδίδει σε όργανα της Ελληνικής Δημοκρατίας παράβαση μίας ή περισσότερων διατάξεων της ΕΣΔΑ, δεν είναι εμφανώς ελλιπής, ασαφής ή/και αυθαίρετη ως προς τη νόμιμη (ή/και την πραγματική) βάση της, λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων εκτίμησης που συνάγονται από την οικεία νομολογία του ίδιου του ΕΔΔΑ (και, ιδιαίτερα, της ευρείας σύνθεσής του), αλλά και του Δικαστηρίου της ΕΕ (ΔΕΕ), της θεμελιώδους αρχής της (διαδικαστικής και ουσιαστικής) επικουρικότητας του ελέγχου του ΕΔΔΑ, καθώς και της συναφούς υποχρέωσής του για επαρκή αιτιολόγηση των αποφάσεών του, με τις οποίες διαπιστώνεται παράβαση της ΕΣΔΑ από κράτος μέλος του Συμβουλίου της Ευρώπης.
- Η διαπίστωση των επίμαχων παραβάσεων, που δέχθηκε η σχετική απόφαση του ΕΔΔΑ, δεν κλονίζεται (ώστε να μην μπορεί πλέον να θεωρηθεί δικαιολογημένη, σύμφωνα και με τα κριτήρια που προκύπτουν από την οικεία νομολογία του ΕΔΔΑ), συνεπεία οψιγενών στοιχείων, που απορρέουν είτε από απόφαση του ίδιου του ΕΔΔΑ είτε από απόφαση του ΔΕΕ είτε, τέλος, από απόφαση ανώτατου δικαστηρίου της χώρας, με την οποία γίνεται ερμηνεία ή/και εφαρμογή του εθνικού δικαίου ικανή να θεμελιώσει το συμπέρασμα ότι, με βάση το νεότερο αυτό νομολογιακό δεδομένο, το ΕΔΔΑ δεν θα ενέμενε στην κρίση του περί συνδρομής της αποδοθείσας στην Ελλάδα παράβασης της ΕΣΔΑ.
- Δεν έχει μεσολαβήσει πράξη κρατικού οργάνου, με την οποία να θεραπεύεται κατ’ ουσίαν η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παράβαση και να αίρονται τα δυσμενή για τον αιτούντα αποτελέσματά της, κατά τρόπο ώστε η επιδιωκόμενη από τον αιτούντα επανάληψη της διαδικασίας και εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δικαστικής απόφασης να παρίσταται αλυσιτελής για την προστασία των προσβληθέντων δικαιωμάτων του.
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι σε περίπτωση που με τη σχετική απόφαση του ΕΔΔΑ αποδόθηκαν στην Ελλάδα περισσότερες της μίας παραβάσεις των κατοχυρωμένων στην ΕΣΔΑ δικαιωμάτων τινός διαδίκου (εν προκειμένω, εκείνων που πηγάζουν από το άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και από το άρθρο 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), ο οποίος ζητά από το ΣτΕ την επανάληψη της διαδικασίας εκδίκασης της υπόθεσής του, ενόψει των κριθέντων από το ΕΔΔΑ, η αποδοχή της αίτησης επανάληψης για έναν από τους προβαλλόμενους λόγους, που αντιστοιχεί σε μία από τις διαπιστωθείσες από το ΕΔΔΑ παραβάσεις της ΕΣΔΑ, ενδέχεται, αναλόγως του είδους και του ειδικότερου περιεχόμενου των επίμαχων παραβάσεων, να συνιστά προσήκουσα εκτέλεση της απόφασης του ΕΔΔΑ και να καθιστά αλυσιτελή την εξέταση των λοιπών προβαλλόμενων λόγων, που αντιστοιχούν στις λοιπές αποδοθείσες παραβάσεις της ΕΣΔΑ.
Τέλος, σημειώνεται ότι αντίστοιχες κρίσεις διατυπώθηκαν και στην ΣτΕ 7μ. Β΄ Τμ. 680/2017, κατά τον χρόνο συζήτησης της οποίας ίσχυαν ήδη και οι διατάξεις του άρθρου 69 Α ΠΔ 18/1989 που προέβλεψαν ρητώς την άσκηση αίτησης επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον του ΣτΕ. Στην υπόθεση αυτή το δικαστήριο συνεφάρμοσε τις διατάξεις των άρ. 105 Α ΚΔΔ και 69 Α ΠΔ 18/1989, το περιεχόμενο των οποίων είναι, άλλωστε, ταυτόσημο.
Παραπομπές – Υποσημειώσεις
1 Ενήμερο έως 15.4.2020.
2 Βλ. αναλυτικά τον σχετικό οδηγό του Δικαστηρίου για το ποινικό σκέλος του άρθρου 6 της Σύμβασης, διαθέσιμο εδώ (last update 31.12.2019).
3 Βλ. λ.χ. ΕΔΔΑ, Garyfallou AEBE κατά Ελλάδας, 24.9.1997, σκ. 33.
4 Βλ. ΕΔΔΑ, Jussila v. Finland, 23.11.2006, σκ. 30-31.
5 Πρβλ. ΕΔΔΑ, Vagenas v. Greece, 23.8.2011, Müller-Hartburg V. Austria, με τις οποίες κρίθηκε ότι πειθαρχικές ποινές σε βάρος δημοσίων υπαλλήλων (Βαγενάς) ή μελών επαγγελματικών ομάδων που τελούν υπό ένα ιδιαίτερο καθεστώς, όπως είναι λ.χ. οι δικηγόροι (Müller) δεν συνιστούν κατηγορίες ποινικής φύσης με βάση τα κριτήρια Engel, με το επιχείρημα ότι στις περιπτώσεις αυτές ελλείπει το στοιχείο της γενικής δεσμευτικότητας της ποινής. Βλ. επίσης ΣτΕ 1912/2016, σκ. 10 , σύμφωνα με την οποία η πειθαρχική ποινή της οριστικής παύσης δικηγόρου δεν έχει ποινικό χαρακτήρα με βάση τα κριτήρια Engel, με αποτέλεσμα να μην ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής της αρχής ne bis in idem που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 του 7ου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.
6 ΕΔΔΑ, Pop v. Romania, 28.6.2011, σκ. 25.
7 ΕΔΔΑ, Benham v. United Kingdom, 10.6.1996, σκ. 56.
Είναι, μάλιστα, αξιοσημείωτο ότι η μειοψηφία της εν λόγω αρεοπαγιτικής απόφασης προτείνει την αποστολή (του πρώτου από ελληνικό δικαστήριο) προδικαστικού ερωτήματος ενώπιον του ΕΔΔΑ, κατά τα οριζόμενα στο 16ο Πρωτόκολλο της Σύμβασης που κυρώθηκε, πρόσφατα, με τον ν. 4596/2019, ώστε «να αποφευχθούν παρερμηνείες του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και κρίσεις αντίθετες προς αυτό και τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, που οδηγούν σε καταδίκες της Ελλάδας».
8 Λ.χ. ΕΔΔΑ, Västberga Taxi Aktiebolag & Vulic v. Sweden, 23.7.2002, σκ. 80: πρόστιμο που αντιστοιχούσε περίπου σε 3.700 ευρώ.
9 Βλ. σχετικά Α. ΘΕΟΧΑΡΗ / Δ. ΜΠΟΥΛΤΑΔΑΚΗ, Η αρχή της ne bis in idem στο πεδίο των διοικητικών κυρώσεων, ΘΠΔΔ 12/2016, σελ. 1137.
10 Βλ. ενδ. ΕΔΔΑ, Κώνστας κατά Ελλάδας, 24.5.2011 (ιδίως σκ. 32 επ.) [απόφαση ενδιαφέροντος (και) γενικής παιδείας].
11 Διαθέσιμη εδώ. Είναι, μάλιστα, αξιοσημείωτο ότι η μειοψηφία της εν λόγω αρεοπαγιτικής απόφασης προτείνει την αποστολή (του πρώτου από ελληνικό δικαστήριο) προδικαστικού ερωτήματος ενώπιον του ΕΔΔΑ, κατά τα οριζόμενα στο 16ο Πρωτόκολλο της Σύμβασης που κυρώθηκε, πρόσφατα, με τον ν. 4596/2019, ώστε «να αποφευχθούν παρερμηνείες του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ και κρίσεις αντίθετες προς αυτό και τις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, που οδηγούν σε καταδίκες της Ελλάδας».
12 Σημειώνεται ότι, κατ’ αρχήν, τα αποδεικτικά μέσα προσκομίζονται προαποδεικτικώς, στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας (βλ. άρθρα 96 παρ. 3, 150 παρ. 1 ΚΔΔ). Η προσαγωγή για πρώτη φορά αποδεικτικών μέσων στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση, στις περιπτώσεις που ρητώς προσδιορίζονται στο άρθρο 96 παρ. 3 ΚΔΔ [ = προς απόδειξη πραγματικών ισχυρισμών ή αιτημάτων που, κατ’ εξαίρεση, προβάλλονται για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου κατά τα οριζόμενα στις παρ. 1 & 2 του ίδιου άρθρου] είτε (καθ’ ερμηνεία του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΔΔ, υπό το φως του άρθρου 20 παρ. 1 Σ) προς απόδειξη ισχυρισμών που είχαν προβληθεί πρωτοδίκως, εφόσον η μη επίκληση και προσαγωγή των αποδεικτικών αυτών μέσων στον πρώτο βαθμό κρίνεται από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δικαιολογημένη [βλ. ενδ. ΣτΕ 3354/2010, σκ. 2]. Στο πλαίσιο της εξεταζόμενης κατηγορίας διαφορών, τέτοιο αποδεικτικό μέσο που συνήθως δικαιολογημένα (και άρα παραδεκτώς) προσκομίζεται για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη συνιστούν οι αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων ή/και οι σχετικές βεβαιώσεις περί μη άσκησης ενδίκων μέσων, εφόσον αυτές εκδόθηκαν ή κατέστησαν αμετάκλητες μετά τη συζήτηση της διοικητικής διαφοράς στον πρώτο βαθμό (και άρα ήταν αδύνατον να προσκομισθούν πρωτοδίκως). Ακόμη όμως και στις περιπτώσεις που, κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται η προσαγωγή αποδεικτικών μέσων για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η προσαγωγή τους πρέπει, πάντως, να γίνεται προαποδεικτικώς, δηλ. μέχρι την προτεραία της πρώτης συζήτησης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (βλ. άρθρο 150 παρ. 1 ΚΔΔ). Εάν το αποδεικτικό μέσο προσκομισθεί εκπρόθεσμα (λ.χ. μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου) και ληφθεί υπόψη, η απόφαση είναι κατ’ αρχήν πλημμελής (βλ., ωστόσο,τον προβληματισμό που γεννά η σιβυλλική διατύπωση των σχολιαζόμενων ΣτΕ 2403/2015, 1993/2016 και 3073/2017) . Σε κάθε πάντως περίπτωση, ο δικαστής της ουσίας δύναται ( = έχει ανέλεγκτη ευχέρεια) να θεραπεύσει το ως άνω απαράδεκτο (εκπρόθεσμο), διατάσσοντας με προδικαστική του απόφαση, κατ’ άρθρο 151 ΚΔΔ, τη συμπλήρωση των αποδείξεων με την προσαγωγή του εκπροθέσμως κατατεθέντος αποδεικτικού μέσου εντός ορισμένης προθεσμίας που τάσσει στον διάδικο, ώστε να δοθεί η δυνατότητα και στους λοιπούς διαδίκους να λάβουν γνώση αυτού και να διατυπώσουν τους ισχυρισμούς τους [βλ. ενδ. ΣτΕ 4388/2012, σκ. 8 (α΄ βαθμός), ΣτΕ 661/2016, σκ. 5, (β΄βαθμός), διαθέσιμες και κατωτέρω].
12 Βλ. σχετικά με τον εν λόγω προβληματισμό (προτού το ζήτημα αντιμετωπισθεί νομολογιακώς) Ι. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟ, Ne bis in idem, τεκμήριο αθωότητας και η νέα ρύθμιση του άρθρου 5 παρ. 2 εδαφ. β΄του ΚΔΔ (άρ. 17 του ν. 4446/2016), διαθέσιμο εδώ.
13 Βλ. σχετικά και Ι. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟ, Η εφαρµογή των εγγυήσεων της ΕΣΔΑ στη φορολογική διαδικασία και δίκη, Ιανουάριος 2020, διαθέσιμο εδώ, ο οποίος, με παραπομπή στην ΣτΕ 2403/2015, παρατηρεί ότι «φαίνεται να έχει µείνει ανοιχτό το ζήτηµα της εφαρµογής της αρχής ne bis in idem το πρώτον από το Αναιρετικό, σε περίπτωση που ο λόγος δεν θα µπορούσε να έχει προβληθεί λυσιτελώς ενώπιον του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόµενη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, διότι δεν είχε ακόµα καταστεί αµετάκλητη η οικεία ποινική απόφαση. Πράγµατι, σε τέτοια περίπτωση, ναι µεν δεν υπάρχει σφάλµα της αναιρεσιβαλλόµενης απόφασης, αλλά το Συµβούλιο της Επικρατείας είναι πλέον το µοναδικό δικαιοδοτικό όργανο της Ελληνικής Πολιτείας που µπορεί να θεραπεύσει την παραβίαση της αρχής ne bis in idem (µε τρόπο ο οποίος απαιτεί, βέβαια, κάποια πρωτότυπη και “δηµιουργική” προσέγγιση, υπό το φως της ΕΣΔΑ,των ορίων της αναιρετικής δικαιοδοσίας του ΣτΕ)».
14 Να και ένα ακόμη παράδειγμα όπου το δικαστήριο ερμηνεύει το εθνικό Σύνταγμα α) κατά τρόπο φιλικό προς την ΕΣΔΑ και β) σε αρμονία με το ενωσιακό δίκαιο [ πρβλ. 5η θεματική γενικής παιδείας].
15 Το οποίο, κατά τα ως άνω νομολογηθέντα, δεν επάγεται δέσμευση του διοικητικού δικαστή από την αθωωτική κρίση του ποινικού δικαστή, αλλά υποχρέωση ειδικής συνεκτίμησης της αθωωτικής κρίσης, με δυνατότητες απόκλισης από αυτήν.
16 Άρθρο 53 ΕΣΔΑ: «Ουδεμία των διατάξεων της παρούσης Συμβάσεως δύναται να ερμηνευθή ως περιορίζουσα ή αναιρούσα τα δικαιώματα του ανθρώπου και θεμελιώδεις ελευθερίας τα οποία τυχόν αναγνωρίζονται συμφώνως προς τους νόμους οιουδήποτε των συμβαλλομένων μερών ή προς πάσαν άλλην Σύμβασιν την οποίαν ταύτα έχουν υπογράψει».
17 Βλ. σχετικά με τον εν λόγω προβληματισμό (προτού το ζήτημα αντιμετωπισθεί νομολογιακώς) Ι. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Ne bis in idem, τεκμήριο αθωότητας και η νέα ρύθμιση του άρθρου 5 παρ. 2 εδαφ. β΄του ΚΔΔ (άρ. 17 του ν. 4446/2016), διαθέσιμο εδώ.
18 Βλ. για την αρχή ne bis in idem, κατωτέρω υπό το κεφ. ΙΙΙ.
19 Το άρθρο 50 ΧΘΔΕΕ (και γενικά ο Χάρτης) εφαρμόζεται μόνο όταν τα ενωσιακά όργανα ή τα Κράτη – Μέλη εφαρμόζουν ενωσιακό δίκαιο. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ. 3 ΧΘΔΕΕ, στο βαθμό που ο Χάρτης περιλαμβάνει δικαιώματα που προστατεύονται από την ΕΣΔΑ, η έννοια και η εμβέλειά τους είναι ίδιες με εκείνη που τους αποδίδει η ΕΣΔΑ.
20 Βλ. Ι. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις για την εφαρμογή του ne bis in idem στο πεδίο των φορολογικών παραβάσεων, Εισήγηση στο επιμορφωτικό σεμινάριο της ΕΣΔι της 14.6.2018,με θέμα τη σχέση της διοικητικής με την ποινική και την πολιτική δίκη, σελ. 1, διαθέσιμο εδώ.
21 Αμφότερες οι αποφάσεις αυτές είναι διαθέσιμες στον οικείο φάκελο του Google Drive. Προτείνω να μελετηθούν για την καλύτερη κατανόηση του όλου προβλιματισμού γύρω από το τεκμήριο αθωότητα & την αρχή ne bis in idem.
22 Βλ. περί της κατ’ άρθρο 69 Α ΠΔ 18/1989 αίτησης επανάληψης διαδικασίας, κατωτέρω υπό το κεφ. V.
23 Επάρκεια της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης του ΕΔΔΑ.
24 Μη κλονισμός της αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης του ΕΔΔΑ από μεταγενέστερα νομολογιακά στοιχεία.
25 Σύμφωνα με την απόφαση ΕΔΔΑ, Α και Β κατά Νορβηγίας, της 15.11.2016, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για να εξεταστεί ο κατ’ ουσίαν σύνδεσμος μεταξύ των δύο διαδικασιών είναι, ιδίως:
- εάν οι διαδικασίες επιδιώκουν συμπληρωματικούς σκοπούς και, επομένως, αφορούν όχι μόνο in abstracto αλλά και in concreto διαφορετικές όψεις/πτυχές της σχετικής παραβατικής συμπεριφοράς
- εάν η διπλή διαδικασία είναι προβλέψιμη συνέπεια, κατά το νόμο και στην πράξη, της ίδιας επίμαχης συμπεριφοράς
- εάν οι διαδικασίες διεξάγονται κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποφεύγεται, κατά το δυνατό, η επανάληψη τόσο της συλλογής όσο και της εκτίμησης των αποδείξεων, ιδίως μέσω επαρκούς διάδρασης μεταξύ των αρμόδιων αρχών, προκειμένου η κρίση περί του πραγματικού στη μία διαδικασία να χρησιμοποιηθεί και στην άλλη
- πάνω απ’ όλα, εάν η κύρωση που επιβάλλεται στη διαδικασία που περατώνεται αμετάκλητα λαμβάνεται υπόψη στη διαδικασία που τελειώνει δεύτερη, ώστε να αποτρέπεται η επιβολή στον καθού υπέρμετρου βάρους [βλ. ΣτΕ 7μ. 680/2017, σκ. 17].
Έκτοτε, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εφαρμόσει τα κριτήρια της Α & Β και σε άλλες υποθέσεις: Βλ. ΕΔΔΑ, Jóhannesson κλπ κατά Ισλανδίας, της 18.5.2017, σκ. 49 επ., Armannsson κατά Ισλανδίας, απόφαση της 16.4.2019, σκ. 46 επ., Nodet κατά Γαλλίας, της 6.6.2019, σκ. 40 επ. ˙ βλ. μία συνοπτική παρουσίαση των αποφάσεων σε Ο. ΤΣΟΛΚΑ, Οι σύγχρονες εξελίξεις του δια‐δικαιοδοτικού «διαλόγου» μεταξύ ΕΔΔΑ και ΔΕΕ για την εφαρμογή της αρχής «ne bis in idem» επί του εσωτερικού δυαδικού συστήματος κυρώσεων, διαθέσιμο εδώ.
26 Η αγγλική μετάφραση του κειμένου του άρθρου 4 του 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, έχει ως εξής: «1. No one shall be liable to be tried or punished again in criminal proceedings under the jurisdiction of the same State for an offence for which he has already been finally acquitted or convicted in accordance with the law and penal procedure of that State».
27 Ι. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Ne bis in idem και επιβολή δεύτερου διοικητικού προστίμου (Σχόλιο στις αποφάσεις ΣτΕ 108/2015 εν συμβ. και ΣτΕ 1091/2015), σελ. 4, διαθέσιμο εδώ.
28 Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, επί διοικητικής κατά το εθνικό δίκαιο κύρωσης, κατά της οποίας προβλέπεται η άσκηση προσφυγής ουσίας, θα πρέπει να δεχθούμε ότι η κύρωση αυτή καθίσταται αμετάκλητη, είτε εάν η πράξη επιβολής προστίμου δεν προσβλήθηκε με προσφυγή, είτε εάν η πράξη επιβολής προστίμου προσβλήθηκε με προσφυγή η οποία απορρίφθηκε με αμετάκλητη απόφαση απόφαση ΤΔΔ ή του ΣτΕ επιληφθέντος επί αιτήσεως αναιρέσεως είτε εάν η πράξη επιβολής προστίμου προσβλήθηκε με προσφυγή η οποία έγινε δεκτή με αμετάκλητη απόφαση ΤΔΔ ή του ΣτΕ επιληφθέντος επί αιτήσεως αναιρέσεως, για λόγο που δεν καθιστά την κυρωτική διαδικασία εκ νέου εκκρεμή ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου.
29 Χρήσιμη μία ανάγνωση.
30 Προς τούτο, ο διοικητικός δικαστής εξετάζει, ιδίως, εάν η επιβληθείσα ποινή κινείται στα κατώτατα όρια της προβλεπόμενης στο νόμο, παρά τη σοβαρότητα της καταλογισθείσας παράβασης (από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών διάπραξής της), εάν επιβλήθηκε με αναστολή, καθώς και εάν είναι πολύ ελαφρύτερη της μεταγενεστέρως ορισθείσας στο νόμο ελάχιστης ποινής για παραβάσεις φοροδιαφυγής/ λαθρεμπορίας ανάλογης σοβαρότητας, στοιχείο από το οποίο προκύπτει με σαφήνεια μεταβολή επί το αυστηρότερο της εκτίμησης του νομοθέτη ως προς την ποινή που είναι πρόσφορη και αναγκαία για την αποτελεσματική πρόληψη και καταστολή των σχετικών παραβάσεων, έστω κι αν η ποινή αυτή δεν μπορεί να εφαρμοσθεί αναδρομικά επί παραβάσεων που τελέσθηκαν πριν από τη θέσπιση της νέας, επαχθέστερης για τους παραβάτες, νομοθετικής ρύθμισης.
31 Βλ. για το ζήτημα 5η θεματική Γενικής Παιδείας (προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ).
32 Διαθέσιμη εδώ. Με την εν λόγω απόφαση του ΑΠ είχε κριθεί (με δανεισμό του σκεπτικού της «ξεπερασμένης» πλέον ΣτΕ Ολ. 1741/2015), ότι τα πολλαπλά τέλη λαθρεμπορίας δεν έχουν ποινικό χαρακτήρα, κατά τά κριτήρια Εngel.
33 Για λόγο διάφορο της παραγραφής του ποινικού αδικήματος. Βλ. ανωτέρω, ΣτΕ 7μ. 169/2017 κ.ά.
34 Να διαβαστεί από το πρωτότυπο.
35 Λ.χ. η προϋπόθεση αυτή δεν συντρέχει σε περίπτωση που το ΕΔΔΑ έχει απλώς διαπιστώσει παραβίαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, αποκλειστικά και μόνο από την άποψη της υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης.