Το ελληνικό σύστημα ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων & η προβληματική της ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου

Περιεχόμενα:

Εισαγωγή

Αφού προηγηθεί μία συνοπτική παρουσίαση των γενικών διακρίσεων του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων [κατωτέρω υπό Ι], καθώς και των βασικών χαρακτηριστικών του ελληνικού συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, ιδίως του δικαστικού ελέγχου [κατωτέρω υπό ΙΙ], θα επιχειρηθεί μία αξιολόγηση των μειονεκτημάτων & των πλεονεκτημάτων του τελευταίου [κατωτέρω υπό ΙΙΙ] και θα παρουσιασθεί η προβληματική της ίδρυσης ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου [κατωτέρω υπό ΙV].

Ι. Οι γενικές διακρίσεις του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων

1. Ανάλογα με τον χρόνο διενέργειας του ελέγχου

Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, ανάλογα με το χρόνο διενέργειάς του, διακρίνεται σε (α) προληπτικό και (β) κατασταλτικό:

α. Προληπτικός έλεγχος: λαμβάνει χώρα πριν τη θέση σε ισχύ και εφαρμογή του νόμου.

β. Κατασταλτικός έλεγχος: λαμβάνει χώρα μετά τη θέση σε ισχύ και εφαρμογή του νόμου.

2. Ανάλογα με την ιδιότητα του οργάνου που διενεργεί τον έλεγχο

Ο έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων, ανάλογα με το πρόσωπο που τον διενεργεί, διακρίνεται σε (α) δικαστικό, (β) πολιτικό και (γ) διοικητικό:

α. Δικαστικός έλεγχος: ο έλεγχος που διενεργείται από τα δικαστήρια. 

β. Πολιτικός έλεγχος: ο έλεγχος που διενεργείται από  τα πολιτικά όργανα (λ.χ από τη Βουλή ή  τον αρχηγό του Κράτους).

γ. Διοικητικός έλεγχος: ο έλεγχος που  διενεργείται από τα διοικητικά όργανα

Ειδικότερα, οι διακρίσεις του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων: 

1. Ανάλογα με το ποια δικαστήρια τον ασκούν

Ο δικαστικός έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων, ανάλογα με το ποια δικαστήρια τον ασκούν, διακρίνεται σε (α) συγκεντρωμένο και  (β) διάχυτο: 

α. Συγκεντρωμένος: ασκείται από ένα μόνο δικαστήριο, το οποίο καλείται συνήθως Συνταγματικό ή Ανώτατο Δικαστήριο. 

β. Διάχυτος: ασκείται από όλα τα δικαστήρια.

2. Ανάλογα με το αποτέλεσμα του ελέγχου

Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, ανάλογα με το αποτέλεσμα που δύναται να επιφέρει, διακρίνεται σε (α) αποφασιστικό και (β) διαπιστωτικό ή δηλωτικό: 

α. Αποφασιστικός: είναι o έλεγχος που έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση του νόμου που κρίνεται αντίθετος στο Σύνταγμα.

β. Διαπιστωτικός ή δηλωτικός: είναι ο έλεγχος που έχει ως αποτέλεσμα την μη εφαρμογή του νόμου που αντίκειται στο Σύνταγμα στην συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και την εξαφάνισή του.

3. Ανάλογα με τον τρόπο πρόκλησης του ελέγχου

Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, ανάλογα με το τρόπο πρόκλησής του, διακρίνεται (α) σε κύριο ή ευθύ  και (β) σε  παρεμπίπτοντα:

α. Κύριος ή ευθύς: είναι o έλεγχος που ασκείται ευθέως επί του νόμου, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διαδικασία. Με άλλα λόγια, κύριο αντικείμενο του δικαστικού ελέγχου είναι η συμφωνία ενός νόμου προς το Σύνταγμα.

β. Παρεμπίπτων:  είναι ο έλεγχος που ασκείται επ’ αφορμή μιας διαφοράς,  η οποία εκκρεμεί ενώπιον δικαστηρίου, δηλαδή παρεμπιπτόντως προς το κύριο αντικείμενο του ελέγχου που ασκεί ο δικαστής, το οποίο έγκειται στην επίλυση της εκκρεμούς διαφοράς.

4. Ανάλογα με τον τρόπο άσκησης του ελέγχου

Ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, ανάλογα με το τρόπο άσκησής  του, διακρίνεται (α) σε αφηρημένο και (β) σε συγκεκριμένο:

α. Αφηρημένος: είναι o έλεγχος που ασκείται επί του νόμου αφηρημένα, δηλαδή δίχως να λαμβάνεται υπ’ όψιν συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. β. Συγκεκριμένος: είναι o έλεγχος που ασκείται εν όψει των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών ορισμένης διαφοράς, την οποία καλείται να επιλύσει ο δικαστής.

ΙΙ. Τα βασικά χαρακτηριστικά του ελληνικού συστήματος ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων

Το ελληνικό συνταγματικό δίκαιο προβλέπει ρητώς την άσκηση δικαστικού [κατωτέρω υπό 1] και πολιτικού [κατωτέρω υπό 2] ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Ως προς τη δυνατότητα διοικητικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων διατυπώνονται αντίθετες απόψεις [κατωτέρω υπό 3].

1. Ο δικαστικός έλεγχος συνταγματικότητας των νόμων κατά το ελληνικό Σύνταγμα

Το Σύνταγμα οργανώνει τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων κατά βάση ως κατασταλτικό [κατωτέρω υπό Α], προβλέπει όμως και δύο περιπτώσεις προληπτικού δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων [κατωτέρω υπό Β]

Α. Ο κατασταλτικός δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων

Στη χώρα μας, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων κατοχυρώθηκε νομολογιακά  [με την απόφαση ΑΠ 23/1897], υπό την επιρροή των νομολογιακών  εξελίξεων στην άλλη άκρη του Ατλαντικού (Ανώτατο Δικαστήριο ΗΠΑ, απόφαση Marbury v. Madison, 1803) και με αξιοποίηση του επιχειρήματος της αυστηρότητας του Συντάγματος1.

Ακολούθησε το Σύνταγμα του 1927, με την προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 5, κατά την οποία: «Η αληθής έννοια της διατάξεως είναι ότι τα δικαστήρια υποχρεούνται να μη εφαρμόζουν νόμον, ούτινος το περιεχόμενον αντίκειται προς το Σύνταγμα» [το άρθρο 5 αναφερόταν στην απονομή της δικαιοσύνης από ανεξάρτητα δικαστήρια που υπόκεινται μόνο στους νόμους].

Στην ερμηνευτική αυτή δήλωση στηρίχθηκε η ΣτΕ 1/1929, με  την οποία κρίθηκε αντίθετη προς το Σύνταγμα νομοθετική διάταξη περί ιδρύσεως υπηρεσιακού συμβουλίου που δεν πληρούσε τους όρους που έθετε το άρθρο 114 του τότε ισχύοντος Συντάγματος. Σήμερα, νομικό θεμέλιο του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων είναι τα άρθρα 87 παρ. 2 Σ και 93 παρ. 4, 100 παρ. 1 περ. ε΄ και παρ.  5 του ισχύοντος Συντάγματος του 1975. 

Από τις διατάξεις αυτές συνάγονται τα βασικά χαρακτηριστικά του κατασταλτικού δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, που είναι τα εξής:

  • Διάχυτος: Ασκείται από κάθε δικαστήριο, ανεξαρτήτως βαθμού ή δικαιοδοσίας, όταν καλείται να εφαρμόσει ισχύουσα διάταξη νόμου, επιλύοντας μια διαφορά που άγεται ενώπιόν του. 

    Ωστόσο, κατ’ αρχάς, με τις διατάξεις του άρθρου 100 παρ. 1 περ. ε΄ και 100  παρ.  5 Σ2 εισάγονται στο σύστημα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στοιχεία περιορισμένου συγκεντρωτικού ελέγχου [άρση αμφισβήτησης περί την συνταγματικότητα διάταξης νόμου από το ΑΕΔ  – παραπομπή ζητήματος συνταγματικότητας που ανακύπτει ενώπιον των Τμημάτων στις Ολομέλειες των Ανωτάτων Δικαστηρίων]3.

    Επιπλέον, στοιχεία συγκέντρωσης του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων εισάγουν και οι θεσμοί της «πρότυπης δίκης» και του «προδικαστικού ερωτήματος» ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας  [άρθρο 1 ν. 3900/2010] και του Ελεγκτικού Συνεδρίου [άρθρο 108α  ΠΔ 1225/1981], καθώς επίσης και οι διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3900/2010, σύμφωνα με τις οποίες, κατ’ αποφάσεως διοικητικού δικαστηρίου που κρίνει διάταξη τυπικού νόμου αντισυνταγματική ή αντίθετη σε άλλη υπερνομοθετική διάταξη, χωρίς το ζήτημα αυτό να έχει κριθεί με προηγούμενη απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, χωρεί ενώπιον αυτού, κατά παρέκκλιση από κάθε άλλη διάταξη, αίτηση αναιρέσεως, αν πρόκειται για διαφορά ουσίας, ή έφεση, αν πρόκειται για ακυρωτική διαφορά [βλ., συναφώς, ΣτΕ 2652/2018 (κατ’ αναίρεση), διαθέσιμη στην 2η θεματική γεν. παιδείας, με την οποία κρίθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της εξαιρετικής αυτής διάταξης στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε σύμφωνη προς το Σύνταγμα ερμηνεία του νόμου]. 

    Περαιτέρω, ρήγμα στον διάχυτο, παρεμπίπτοντα και διαπιστωτικό4 χαρακτήρα του ελέγχου παρατηρείται ενόψει και της πρόσφατης («πραιτωρικής»5)  ερμηνείας των άρθρων 95 παρ. 1 Σ και 50 παρ. 3 περ. β΄  ΠΔ 18/1989 από το Συμβούλιο της Επικρατείας, σύμφωνα με την οποία, το τελευταίο δικαστήριο, εφόσον κρίνει διάταξη νόμου αντισυνταγματική στο πλαίσιο πιλοτικής δίκης επί αγωγής, μπορεί να ορίσει ότι οι συνέπειες τις αντισυνταγματικότητας θα ισχύσουν από τη δημοσίευση της απόφασής του και  εντεύθεν, κατά τρόπο ώστε από την κρίση αυτή να καταλαμβάνονται και πρόσωπα που δεν αποτέλεσαν διάδικα μέρη στην συγκεκριμένη (πιλοτική) δίκη [βλ. ΣτΕ Ολ. 2287/2015, σκ. 26, ΣτΕ Ολ. 4741/2014, σκ. 25 – 26 και ιδίως τα επιχειρήματα της μειοψηφίας6 · ίδια κρίση και η Ολ. ΕΣ 244/2017 (σκ. ΧΙΙ.Α – Β), ομοίως με ισχυρή μειοψηφία, αναφορικά με την εισφορά αλληλεγγύης συνταξιούχων7]. Το σκεπτικό των ανωτέρω αποφάσεων, το οποίο εμπνέεται από παρομοίου περιεχομένου νομολογία του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΔΕΕ (βλ. ήδη άρ. 264 β΄ εδ. ΣΛΕΕ), σχετικά με τον περιορισμό του ακυρωτικού αποτελέσματος μίας δικαστικής απόφασης, αποδίδει για πρώτη φορά την σαφή πρόθεση του δικαστηρίου να λειτουργήσει ως οιονεί συνταγματικό δικαστήριο, προσδίδοντας στην κρίση του περί της αντισυνταγματικότητας (καταργητική του νόμου) ισχύ erga omnes8.
  • Παρεμπίπτων: Ασκείται στο πλαίσιο επίλυσης ορισμένης διαφοράς και όχι αφηρημένα. Η αντισυνταγματικότητα μπορεί να προβληθεί ως νομικός ισχυρισμός (είτε στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο είτε κατ’ ένσταση ή κατ’ αρχήν να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε οποιαδήποτε φάση της δίκης, σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό ή ακόμη και στην αναιρετική δίκη). 
  • Συγκεκριμένος: Ασκείται ενόψει των πραγματικών και νομικών περιστατικών της επίδικης διαφοράς και για τις ανάγκες επίλυσής της. 
  • Διαπιστωτικός: Ο δικαστής δεν έχει εξουσία να ακυρώσει την αντισυνταγματική νομοθετική διάταξη. Εάν αχθεί σε κρίση περί αντισυνταγματικότητας της διάταξης, απλώς την θεωρεί ανίσχυρη και δεν την εφαρμόζει για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς. Μόνο κατ’ εξαίρεση ο νόμος εξαφανίζεται με δικαστική απόφαση, εκβάλλεται δηλαδή από την έννομη τάξη, εφόσον κριθεί αντισυνταγματικός με απόφαση του ΑΕΔ κατά την άρση της αμφισβήτησης περί της συνταγματικότητάς του, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε΄ Σ

Το περιεχόμενο του ελέγχου:

Ως συνταγματικότητα του νόμου  νοείται γενικά η μη αντίθεση ενός νόμου προς τις διατάξεις του Συντάγματος. Η συνταγματικότητα υποδιακρίνεται σε (α) τυπική συνταγματικότητα και (β) ουσιαστική συνταγματικότητα.

  • Ως τυπική συνταγματικότητα νοείται η συμφωνία της μορφής και της διαδικασίας θέσπισης ενός νόμου προς τους ορισμούς του Συντάγματος. Η τυπική συνταγματικότητα υποδιακρίνεται, περαιτέρω, σε εσωτερική και εξωτερική. Η εσωτερική τυπική συνταγματικότητα αναφέρεται στην τήρηση της διαδικασίας κατάθεσης, επεξεργασίας, συζήτησης και ψήφισης των τυπικών νόμων. Η εξωτερική τυπική συνταγματικότητα αναφέρεται στην θέσπιση των τυπικών νόμων με την μορφή που επιτάσσει το Σύνταγμα, δηλαδή στην έκδοση και δημοσίευσή τους από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 παρ. 1 Σ.
  • Ως ουσιαστική συνταγματικότητα νοείται η μη αντίθεση του περιεχομένου (δηλαδή της ουσιαστικής ρύθμισης) ενός νόμου προς τις διατάξεις του Συντάγματος.  Εν όψει της διατύπωσης του άρθρου 93 παρ. 4 Σ, γίνεται γενικά δεκτό9 ότι κατά την άσκηση του δικαστικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων ελέγχεται μόνο η ουσιαστική και η εξωτερική τυπική αντισυνταγματικότητα των νόμων, όχι  όμως η εσωτερική τυπική συνταγματικότητα των νόμων (ή αλλιώς τα interna corporis της Βουλής10).

Β.  Ο προληπτικός δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων

Το Σύνταγμα προβλέπει δύο περιπτώσεις προληπτικού δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων. Πρόκειται για την επεξεργασία των προεδρικών  διαταγμάτων από το Συμβούλιο της Επικρατείας [άρθρο 95 παρ. 1 περ. δ΄ Σ] και για την γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για τα νομοσχέδια που αφορούν συντάξεις [άρθρα 98 παρ. 1 περ. δ΄ και 73 Σ].

i. Η επεξεργασία των προεδρικών διαταγμάτων από το Συμβούλιο της Επικρατείας11

Σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ. 1 περ. δ’ Σ : «Στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Eπικρατείας ανήκουν ιδίως: … δ) H επεξεργασία όλων των διαταγμάτων που έχουν κανονιστικό χαρακτήρα». Πρόκειται για γνωμοδότηση επί αμιγώς νομικών ζητημάτων που άπτονται της νομιμότητας, της συνταγματικότητας και της μη αντίθεσης των ρυθμίσεων των κανονιστικών (προεδρικών) διαταγμάτων στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Δικαίου και όχι για γνωμοδότηση επί της σκοπιμότητας των ρυθμίσεων.

Η φύση της συγκεκριμένης αρμοδιότητας του ΣτΕ θεωρείται  διοικητική και όχι δικαιοδοτική. Το περιεχόμενο της γνωμοδότησης δεν είναι υποχρεωτικό για τη Διοίκηση, σπανίως όμως στην πράξη η Διοίκηση δεν συμμορφώνεται προς τις παρατηρήσεις αυτές.

Αντιστοίχως, η γνωμοδότηση αυτή δεν δεσμεύει το ΣτΕ όταν αυτό καλείται να δικάσει συγκεκριμένη υπόθεση στο πλαίσιο της οποίας κρίνεται ευθέως ή παρεμπιπτόντως η νομιμότητα των διατάξεων του κανονιστικού διατάγματος.

Ωστόσο, η μη υποβολή ενός προεδρικού διατάγματος σε επεξεργασία καθιστά άκυρο το διάταγμα λόγω παράβασης ουσιώδους τύπου της διαδικασίας.

Πάντως, αν παρήλθε άπρακτη η τεθείσα από τον Υπουργό προθεσμία ή ο εύλογος χρόνος δίχως το ΣτΕ να γνωμοδοτήσει, νομίμως εκδίδεται το διάταγμα και χωρίς την νομοτεχνική επεξεργασία εκ μέρους του δικαστηρίου.

ii. Η γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί νομοσχεδίων που αφορούν συντάξεις12

Σύμφωνα με τα άρθρα 98 παρ. 1 περ. δ’ Σ και 73 παρ. 2 Σ τα νομοσχέδια που αφορούν συντάξεις υποβάλλονται προς ψήφιση μόνο από τον Υπουργό Οικονομικών ύστερα από γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Πρόκειται για γνωμοδότηση επί αμιγώς νομικών ζητημάτων που άπτονται της συνταγματικότητας και της μη αντίθεσης των σχεδιαζόμενων ρυθμίσεων στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Δικαίου και όχι για γνωμοδότηση επί της σκοπιμότητας των ρυθμίσεων.

Η ως άνω αρμοδιότητα του ΕΣ θεωρείται διοικητικής και όχι δικαιοδοτικής φύσης. Το περιεχόμενο της γνωμοδότησης δεν είναι υποχρεωτικό για τον Υπουργό ή τη Βουλή.

Σύμφωνα με τη νομολογία του ΕΣ13, τυχόν παράκαμψη της γνωμοδότησής του συνεπάγεται αντισυνταγματικότητα των οικείων νομοθετικών διατάξεων ˙ αντίθετη φαίνεται είναι ως προς το ζήτημα η νομολογία του ΣτΕ14, η οποία υπολαμβάνει ότι  η τήρηση αυτής της διαδικασίας γνωμοδότησης  συγκαταλέγεται στα interna corporis της Βουλής).

2. Ο πολιτικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων

Εκτός από τον δικαστικό έλεγχο, το ελληνικό συνταγματικό δίκαιο γνωρίζει και πολιτικό έλεγχο της συνταγματικότητας των (σχεδίων ή προτάσεων) νόμων, ο οποίος είναι προληπτικός και  ασκείται από τη Βουλή και από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

i. Έλεγχος συνταγματικότητας από τη Βουλή15

Σύμφωνα με το άρθρο 100 του Κανονισμού της Βουλής, ο Πρόεδρος της Βουλής και κάθε Βουλευτής ή μέλος της Κυβέρνησης μπορεί να ζητήσει στο στάδιο της κατ’ αρχήν συζήτησης να αποφανθεί η Βουλή αναφορικά με τη συνταγματικότητα νομοσχεδίου ή πρότασης νόμου

ii. Έλεγχος συνταγματικότητας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας

Σύμφωνα με το άρθρο 42 Σ, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας μπορεί να αναπέμψει στη Bουλή νομοσχέδιο που έχει ψηφιστεί από αυτή, εκθέτοντας και τους λόγους της αναπομπής.

Η  πρόταση νόμου ή νομοσχέδιο που έχει αναπεμφθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στη Bουλή εισάγεται στην Oλομέλειά της και, αν επιψηφιστεί και πάλι με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας το εκδίδει και το δημοσιεύει υποχρεωτικά μέσα σε δέκα ημέρες από την επιψήφισή του.

Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, η αναπομπή μπορεί γίνει είτε για λόγους τυπικής (εσωτερικής ή εξωτερικής) συνταγματικότητας είτε για λόγους ουσιαστικής συνταγματικότητας16.

3. Διοικητικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων17

Στη θεωρία έχουν διατυπωθεί δύο βασικές και αντίθετες απόψεις ως προς τη δυνατότητα των οργάνων να ελέγχουν τη συνταγματικότητα των τυπικών νόμων. 

  • Κατά την πρώτη άποψη ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων είναι εφικτός, εφόσον η αντισυνταγματικότητα είναι πρόδηλη/προφανής. Η δυνατότητα αυτή απορρέει από τα άρ. 1 παρ. 3 Σ, 25 παρ. 1 Σ, 50 και 103 παρ. 1 Σ.
  • Κατά τη δεύτερη και μάλλον ορθότερη άποψη, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων από τα διοικητικά όργανα δεν είναι δυνατός. Τα βασικά επιχειρήματα υπέρ της άποψης αυτής είναι τα εξής:
    • (α) τέτοια δυνατότητα δεν προβλέπεται ρητώς στο Σύνταγμα,
    • (β) τα διοικητικά όργανα δεν διαθέτουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία, όπως οι δικαστές,
    • (γ) δεν διαθέτουν την αναγκαία εξειδίκευση, ενώ
    • (δ) εάν γινόταν δεκτή μία τέτοια δυνατότητα θα υποσκαπτόταν η ενιαία εφαρμογή των νόμων. 

Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι έχουν υπάρξει δύο προηγούμενα ελέγχου συνταγματικότητας τυπικού νόμου από ανεξάρτητες διοικητικές αρχές. 

Κατ’ αρχάς, με το πρακτικό  262/2004 του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ), η εν λόγω ανεξάρτητη διοικητική αρχή εξέφρασε ρητώς την άποψη πως εξοπλίζεται με την εξουσία να ασκεί έλεγχο αντισυνταγματικότητας ορισμένης διάταξης τυπικού νόμου και να αρνηθεί την εφαρμογή του, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 26, 50 και 103 Σ, τις οποίες επικαλούνται οι υπέρμαχοι του ελέγχου.

Δεύτερο παράδειγμα αποτελεί η υπ’ αρ.  17/2008 απόφαση  της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) . Με την εν λόγω απόφαση η Αρχή αρνήθηκε να εφαρμόσει την διάταξη του αρ. 7 παρ. 2 στοιχ. ζ’ του Ν. 2472/1997, η οποία απαιτούσε άδεια της Αρχής για επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δημοσίων προσώπων, κατά την άσκηση του δημοσιογραφικού επαγγέλματος. Η κρίση της στηρίχθηκε στο επιχείρημα πως η εν λόγω διάταξη αποτελεί προληπτικό μέτρο της ελευθερίας του Τύπου, το οποίο απαγορεύεται κατά το άρθρο 14 παρ. 2 Σ.

ΙΙΙ.  Μία αξιολόγηση του ελληνικού συστήματος συνταγματικότητας των νόμων

Η μέχρι τώρα υπερεκατονταετής εφαρμογή του ελληνικού συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, όπως αυτό περιγράφηκε ανωτέρω, έδωσε σχετικά ικανοποιητικά αποτελέσματα, παρουσίασε όμως και πολλές – ορισμένες μάλιστα εγγενείς – αδυναμίες.  Μέχρι τη θέσπιση του Συντάγματος του 1975, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων ήταν μάλλον ισχνός.

Οι λόγοι θα πρέπει να αναζητηθούν στις κατά το μάλλον ή ήττον ανώμαλες πολιτικές εξελίξεις μέχρι το έτος 1974 στην χώρα μας18, αλλά και στην υποβάθμιση της σημασίας του συνταγματικού δικαίου και δη του κανονιστικού  χαρακτήρα του Συντάγματος και της νομικής του δεσμευτικότητας19.

Έκτοτε, όμως, ο δικαστικός  έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων, υπό την επίδραση και της νομολογίας σημαντικών περιφερειακών δικαστηρίων (ιδίως του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ),  κάνει ολοένα και πιο συχνά την εμφάνισή του  – ενίοτε βέβαια σε επίπεδο υπερβολής.

Έτσι, η δικαστική εξουσία  εμφανίζεται να επιτελεί το βασικό της καθήκον στο πλαίσιο μίας σύγχρονης δημοκρατίας δυτικού τύπου, που έγκειται στην προστασία των μειοψηφιών.

Μάλιστα, όπως υποστηρίζεται σχετικά, κατά το μακρό χρονικό διάστημα της εφαρμογής του ισχύοντος συστήματος, δεν παρατηρήθηκαν αισθητές επεμβάσεις της δικαστικής εξουσίας στα έργα της νομοθετικής εξουσίας με ιδεολογικοπολιτικό υπόβαθρο, ενώ στον νομικό κόσμο και στους πολίτες έχει εμπεδωθεί το συναίσθημα ότι με το ισχύον σύστημα παρέχεται άμεση προστασία20.

Τέλος, ως πλεονέκτημα του ισχύοντος συστήματος προβάλλεται η μεγαλύτερη διασφάλιση της τήρησης του Συντάγματος, αφού αυτή επαφίεται σε όλους τους δικαστές και όχι μόνο σε ένα συγκεκριμένο δικαστήριο.

Από την άλλη όμως πλευρά, το υπάρχον σύστημα έχει εμφανίσει σημαντικά μειονεκτήματα, τα οποία ανάγονται αφενός στις εγγενείς αδυναμίες του διάχυτου συστήματος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και αφετέρου στις ιδιαιτερότητες του ελληνικού συστήματος. Ειδικότερα:

  • Ανασφάλεια δικαίου: Ένα πρώτο μειονέκτημα, εγγενές μάλιστα του συστήματος, αποτελεί η ανασφάλεια δικαίου που παρουσιάζεται από το ενδεχόμενο αντιφατικής νομολογίας, είτε μεταξύ δικαστηρίων διαφορετικών δικαιοδοσιών, εν τέλει των Ανωτάτων Δικαστηρίων εκάστης δικαιοδοσίας, είτε ακόμη και δικαστηρίων της αυτής δικαιοδοσίας, και μάλιστα του ιδίου βαθμού. 
  • Καθυστέρηση απονομής δικαιοσύνης: Η ύπαρξη του ΑΕΔ μπορεί να αποσκοπεί στον περιορισμό ή ακόμη και την εξαφάνιση της αντιφατικής νομολογίας, όμως αυτό επιλαμβάνεται μετά από πολλά χρόνια, μέσα στα οποία μπορούν να βρεθούν εν εξελίξει πλείστες όσες δικαστικές αντιδικίες με το ίδιο αντικείμενο, τη συνταγματικότητα της διάταξης ενός νόμου.

    Αντίστοιχο μειονέκτημα προβάλλεται και σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 100 παρ. 5 Σ (υποχρεωτική παραπομπή ζητήματος αντισυνταγματικότητας στις ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων)21.

    Προσοχή!: Δεν είναι τυχαίο, συνεπώς, το ότι ο έλεγχος της συμβατότητας των νόμων προς το ευρωπαϊκό δίκαιο αντιστάθμισε την τάση συγκέντρωσης του ελέγχου συνταγματικότητάς τους στις Ολομέλειες των ανώτατων δικαστηρίων με τη ρύθμιση της παρ. 5 του άρθρου 100 Σ [βλ. ΣτΕ 372/2005, σκ. 15, με την οποία κρίθηκε ότι:  «σε περίπτωση που, όπως εν προκειμένω, διαπιστώνεται από Τμήμα του Δικαστηρίου σύγκρουση διατάξεως τυπικού νόμου προς διάταξη όχι του Συντάγματος, αλλά διεθνούς συμβάσεως κυρωθείσης με νόμο (όπως εν προκειμένω), η οποία, δυνάμει του άρθρου 28 παρ. 1 του Συντάγματος, έχει υπερνομοθετική ισχύ, δεν υφίσταται υποχρέωση παραπομπής του θέματος στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 100 του Συντάγματος, η οποία προσετέθη με το από 6.4.2001 Ψήφισμα της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής (Α΄ 84)» · βλ. και  ΣτΕ 2144/2009, με την οποία το δικαστήριο έκρινε ανεφάρμοστη τη διάταξη του άρθρου 2, παρ. 1, του Ν. 3037/2002, ως προς την εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρονικών παιγνίων, λόγω καταφανούς αντίθεσής της με το κοινοτικό δίκαιο και δεν ασχολήθηκε με την αντισυνταγματικότητά της, η οποία είχε μεν κριθεί πρόδηλη από την Επιτροπή Αναστολών του ίδιου Τμήματος, πλην όμως η οριστική διαπίστωση της οποίας, σε κάθε περίπτωση, θα καθυστερούσε, διότι προϋπέθετε, κατά το άρθρο, 100, παρ. 5, του Συντάγματος, παραπομπή στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου]. 

    Για τους ίδιους προφανώς λόγους, παγίως κρίνεται (βλ. ΣτΕ Ολ. 1476/2004, σκ. 5, απόφαση αρχής) ότι εφόσον ορισμένη διάταξη νόμου είναι ταυτοσήμου περιεχομένου με ήδη κριθείσα ως αντισυνταγματική διάταξη νόμου με απόφαση της Ολομέλειας, δεν επιβάλλεται η παραπομπή του ζητήματος από το Τμήμα στην Ολομέλεια, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 100 παρ. 5 Σ].
  •  Έλλειψη εξειδίκευσης: To εν λόγω μειονέκτημα αφορά κυρίως στη λειτουργία του ΑΕΔ και δη τη συγκρότησή του: Το ΑΕΔ συγκροτείται κατ’ άρθρο 100 παρ. 2 Σ από δικαστές των ανωτάτων δικαστηρίων, οι οποίοι παράλληλα ασκούν (και μάλιστα κυρίως) τα καθήκοντά τους στα δικαστήρια αυτά, για την πολύ σύντομη θητεία των 2 ετών, ενώ η ανάδειξή τους γίνεται κατά τον παγκόσμιας πρωτοτυπίας τρόπο της κληρώσεως.

    Αυτό σημαίνει ότι οι δικαστές που επιλαμβάνονται υποθέσεων Συνταγματικού Δικαίου σε Ανώτατο Δικαστήριο δεν είναι αποκλειστικής απασχόλησης σ’ αυτό, κατά συνέπεια στερούνται όχι μόνο ειδίκευσης στον τομέα του συνταγματικού δικαίου αλλά και συνεχούς και αποκλειστικής ενασχόλησης με τέτοιες υποθέσεις, ενώ οι συχνές αλλαγές στη σύνθεση τού ΑΕΔ ενέχουν τον κίνδυνο της κύμανσης ή της συχνής μεταβολής της νομολογίας του.

    Ως μειονέκτημα προβάλλεται, αντιστοίχως,  το γεγονός ότι και τα κοινά δικαστήρια, τα οποία προβαίνουν στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων διάχυτα και παρεμπιπτόντως αποτελούνται από δικαστές που δεν είναι εξοικειωμένοι με την ύλη του συνταγματικού δικαίου, εφόσον το καθήκον τους είναι να επιλύουν διαφορές του ιδιωτικού ή του ποινικού ή του διοικητικού δικαίου.

    Για όλους τους παραπάνω λόγους, η συνταγματική νομολογία των δικαστηρίων μας στερείται εν μέρει σταθερών ερμηνευτικών αρχών και θεωριών, πάνω στις οποίες στηρίζεται η ερμηνεία και εφαρμογή του συνταγματικού δικαίου και τις οποίες διαπλάθει και αναλύει κυρίως ο συνταγματικός δικαστής, ιδίως σε υποθέσεις που διέπονται από διατάξεις που προστατεύουν θεμελιώδη δικαιώματα.
  • Απουσία ελέγχου τήρησης σειράς συνταγματικών διατάξεων: Υπό το ισχύον σύστημα δεν ελέγχεται δικαστικώς η τήρηση σειράς συνταγματικών διατάξεων. Είτε λόγω του συναγόμενου ερμηνευτικά αποκλεισμού του δικαστικού ελέγχου της εσωτερικής τυπικής συνταγματικότητας των νόμων (interna corporis)22 [βλ. λ.χ. ΣτΕ 2705/2014, σκ. 24,  καθ’ ερμηνεία του άρθρου 74 παρ. 5 (εδ. στ΄) Σ]23, είτε με την αιτιολογία ότι η τήρησή τους ανάγεται στην σφαίρα ευθύνης της πολιτικής εξουσίας [βλ. ΣτΕ Ολ. 2567/2015, σκ. 2, αναφορικά με τον έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων έκδοσης ΠΝΠ κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 44 παρ. 1 Σ ٠συναφής είναι και η προβληματική των κυβερνητικών πράξεων (βλ. αναφορές στην 2η θεματική γενικής νομικής παιδείας)] είτε, τέλος, διότι πρόκειται για οργανωτικές συνταγματικές διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ ή εντός των πολιτειακών οργάνων και συνεπώς δεν άγονται ενώπιον της τακτικής δικαιοσύνης [λ.χ. το ζήτημα της «ψήφου Αλευρά», η κρίση για τη νομιμότητα της διαλύσεως της Βουλής, της διελεύσεως ξένου στρατού από τη Χώρα, κ.ά].

ΙV. Η προβληματική της ίδρυσης ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου

Τις τελευταίες δύο τουλάχιστον δεκαετίες το ζήτημα της ίδρυσης ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου (εφεξής και ΣΔ) απασχολεί έντονα την εγχώρια συνταγματική θεωρία, αλλά και γενικότερα τον δημόσιο διάλογο, επανερχόμενο στο προσκήνιο κάθε φορά που συμπληρώνεται ο (πενταετής) χρονικός περιορισμός για την συνταγματική αναθεώρηση κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 110 του Συντάγματος.

Κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, έχουν διατυπωθεί πολλές και διαφορετικές προτάσεις σε σχέση με τις αρμοδιότητες, την συγκρότηση και γενικότερα την ένταξη ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου στο υπάρχον σύστημα δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, τόσο από την πολιτική εξουσία24, όσο και από την θεωρία25.

Κοινή συνισταμένη των προτάσεων αυτών είναι η διατήρηση του ισχύοντος συστήματος διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων και η δημιουργία ενός ΣΔ, το οποίο:

(α) θα αποφαίνεται επί της συνταγματικότητας νόμων κατόπιν υποχρεωτικής παραπομπής του ζητήματος της συνταγματικότητας εκ μέρους των λοιπών δικαστηρίων,

(β) θα επιλύει τις λοιπές  διαφορές που σήμερα ανήκουν στη δικαιοδοσία του ΑΕΔ (πλην της αρμοδιότητας που προβλέπεται στο άρθρο 100 παρ. 1 περ. ε΄) και, ενδεχομένως,

(γ) θα διενεργεί προληπτικό έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων, δηλαδή πριν από τη δημοσίευση του (ψηφισμένου) νομοθετικού κειμένου στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης26.

Ευλόγως, όλες οι πλευρές παραμένουν επιφυλακτικές σε σχέση με τον τρόπο συγκρότησης του δικαστηρίου.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει, συναφώς, η πρόταση του καθηγητή Ε. Βενιζέλου για την  στελέχωση του δικαστηρίου με υπηρετούντες ανώτατους δικαστές και καθηγητές νομικών σχολών, με σχετικώς μακρά θητεία, κατόπιν εκλογής  από τη Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 των μελών της27. Κατά την κρατούσα άποψη28, η δημιουργία ενός ΣΔ με τα παραπάνω χαρακτηριστικά επιτρέπεται να λάβει χώρα με αναθεώρηση του Συντάγματος, δεδομένου ότι δεν παραβιάζεται κάποιο από τα ουσιαστικά όρια της αναθεωρητικής εξουσίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 110 Σ.

Επί της ουσίας του θέματος, στη θεωρία έχουν διατυπωθεί αντίθετες απόψεις. Αμέσως κατωτέρω επιχειρείται μία σύνοψη των επιχειρημάτων υπέρ [κατωτέρω υπό 1] και κατά [κατωτέρω υπό 2] της δημιουργίας ενός ΣΔ, ενώ παρουσιάζεται και μία τρίτη, ενδιάμεση, θέση [κατωτέρω υπό 3]

1.  Επιχειρήματα υπέρ της δημιουργίας ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου

Τα βασικά επιχειρήματα υπέρ της δημιουργίας ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου είναι τα εξής:

Α. Το επιχείρημα της ασφάλειας δικαίου

Το κεντρικό επιχείρημα όλων των υποστηρικτών της δημιουργίας ΣΔ άπτεται της ασφάλειας του δικαίου29. Το ισχύον σύστημα διάχυτου και παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων επιτρέπει την έκδοση αντιφατικών δικαστικών αποφάσεων εντός της ίδιας δικαιοδοσίας ή/και μεταξύ των επιμέρους δικαιοδοσιών, ενώ παράλληλα η άσκηση αναιρετικού ελέγχου που γενικά σκοπεί στην ενοποίηση της νομολογίας (εντός της αυτής νομολογίας), καθώς και η άρση των αμφισβητήσεων μεταξύ των επιμέρους δικαιοδοσιών (υπολογιζόμενης και της διαδικασίας του άρθρου 100 παρ. 5 Σ εντός των ανωτάτων δικαστηρίων κάθε κλάδου) καθυστερούν σημαντικά. 

Στο μεσοδιάστημα οι ενδιαφερόμενοι αδυνατούν να γνωρίζουν με ασφάλεια ποια θα είναι η τελική κρίση επί της συνταγματικότητας του νόμου και άρα δεν είναι σε θέση να προγραμματίσουν την κοινωνική και οικονομική τους συμπεριφορά.

Συναφώς, υποστηρίζεται ότι επί ορισμένων κατηγοριών διαφορών (όπως είναι ιδίως  οι επενδυτικές ή οι εκλογικές διαφορές), εν όψει της φύσης τους,  μόνος κατάλληλος έλεγχος, ικανός να διασφαλίσει το απαιτούμενο επίπεδο ασφάλειας δικαίου για τους ενδιαφερόμενους (επενδυτές / ψηφοφόρους / υποψηφίους) είναι  ο προληπτικός.

Στα πεδία αυτά, η εκ των υστέρων ανατροπή των δεδομένων στα οποία βάσισαν την συμπεριφορά τους τα  υποκείμενα είναι σχεδόν απαγορευτική [έτσι, δεν είναι τυχαίο, λ.χ., το γεγονός ότι το ΑΕΔ κατά την εκδίκαση  των εκλογικών διαφορών είναι ιδιαιτέρως επιφυλακτικό, ώστε να μην ανατραπούν τετελεσμένα πολιτικά γεγονότα ٠ δεν είναι επίσης τυχαία η οξεία κριτική που, κατά καιρούς, έχει ασκηθεί στην «φιλοπεριβαλλοντική» νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας].

Τέλος, υποστηρίζεται ότι η ασφάλεια του δικαίου θάλπτεται μόνο διά της εξαφάνισης, της εκβολής δηλαδή του αντισυνταγματικού νόμου από την έννομη τάξη. Όσο ο νόμος που κρίθηκε αντισυνταγματικός παραμένει τυπικώς σε ισχύ, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στο πλαίσιο του ισχύοντος συστήματος (διαπιστωτικός έλεγχος συνταγματικότητας) η Διοίκηση δεν αποκλείεται να τον εφαρμόζει σε περιπτώσεις διοικούμενων αναγκάζοντάς τους να προσφύγουν στη δικαιοσύνη.

Υπό το ισχύον σύστημα, ένας νόμος ακυρώνεται μόνο υπό εξαιρετικές περιστάσεις, δηλαδή  με απόφαση του ΑΕΔ επί άρσεως αμφισβήτησης περί την συνταγματικότητα τυπικού νόμου.

Β. Το επιχείρημα της πολιτικής νομιμοποίησης

Ιδίως στα χρόνια της δημοσιονομικής κρίσης τα δικαστήρια καλούνται συχνά να κρίνουν διαφορές με σημαντικές δημοσιονομικές, οικονομικές και,  εν τέλει, πολιτικές επιπτώσεις [βλ., αντί πολλών, την ΣτΕ Ολ. 668/2012 επί της συνταγματικότητας του λεγόμενου «Μνημονίου»].

Μάλιστα, εν όψει και της πρόσφατης νομολογιακής αναγνώρισης της δυνατότητας  του Συμβουλίου της Επικρατείας να μεταθέτει στον χρόνο τις οικονομικές συνέπειες της κρίσης περί αντισυνταγματικότητας [βλ. λ.χ. ΣτΕ Ολ. 4741/2014, σκ. 25, ΣτΕ Ολ. 2287/2015, σκ. 26, ό.π.], ο δικαστής της συνταγματικότητας του νόμου προβαίνει πλέον σε σύνθετες σταθμίσεις οικονομικών δεδομένων με σημαντικές συνέπειες για τον κρατικό προϋπολογισμό.

Συναφώς, υποστηρίζεται ότι η επίλυση τέτοιων συνταγματικών διαφορών, με ευρύτερες οικονομικές – πολιτικές συνέπειες, προϋποθέτει πολιτική νομιμοποίηση, την οποία δεν διαθέτουν τα τακτικά δικαστήρια, αλλά θα μπορούσε να προσδοθεί  σε ένα  ΣΔ, μέσω του τρόπου επιλογής των μελών του (επιλογή από πολιτικό όργανο).  

Γ. Το επιχείρημα της δικαστικής προστασίας

Ενόψει του τρόπου οργάνωσης της δικαιοσύνης υπό το ισχύον σύστημα, υπάρχουν ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων που ενώ διακυβεύονται προστατευόμενα ατομικά δικαιώματα, δεν μπορούν να αχθούν ενώπιον δικαστηρίου με αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα, δηλ. με ένδικο βοήθημα ικανό να άρει την παραβίαση του δικαιώματος.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της υπόθεσης Βαλλιανάτου κλπ κατά Ελλάδος (μη αναγνώριση του δικαιώματος σύναψης συμφώνου συμβίωσης σε ομόφυλα ζευγάρια), η οποία ήχθη απευθείας με ατομική προσφυγή ενώπιον του ΕΔΔΑ, απουσία αποτελεσματικού εθνικού ενδίκου βοηθήματος για την άρση της επικαλούμενης παράβασης η οποία τελικά οδήγησε σε καταδίκη της Χώρας [βλ. ΕΔΔΑ, Βαλλιανάτος κλπ κατά Ελλάδος (2013), ιδίως σκ. 51 έως 58 ως προς το ζήτημα εάν η άσκηση αποζημιωτικής αγωγής αποτελεί αποτελεσματικό ένδικο βοήθημα κατά την έννοια των άρθρων 35 παρ.1 και 13 της Σύμβασης].

Αντίστοιχο παράδειγμα μπορεί να αντληθεί και από την συνήθη πρακτική του Έλληνα νομοθέτη να θεσπίζει εξαντλητικούς ατομικούς τυπικούς νόμους (κατ’ ουσίαν δηλ. ατομικές διοικητικές πράξεις), οι διατάξεις των οποίων δεν προσβάλλονται παραδεκτώς με το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης [βλ. ενδεικτικώς ΣτΕ Ολ. 215/2016, σκ. 6 και αναλυτικότερα για το ζήτημα Β. ΧΡΗΣΤΟΥ, από την κύρωση στη θέσπιση διοικητικών πράξεων δια τυπικού νόμου, Εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2010].

Με την θέσπιση ενός ΣΔ η συνταγματικότητα των οικείων νομοθετικών διατάξεων θα μπορούσε να ελεγχθεί ευθέως, τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα θα μπορούσαν να έχουν ακώλυτη πρόσβαση σε εθνικό δικαστήριο και η χώρα δεν θα διέτρεχε τον κίνδυνο καταδίκης από το δικαστήριο του Στρασβούργου.

Δ.  Το επιχείρημα των «κενών» δικαστικού ελέγχου

Όπως εκτέθηκε ανωτέρω, υπό το ισχύον σύστημα δεν ελέγχεται δικαστικώς η τήρηση σειράς συνταγματικών διατάξεων. Είτε λόγω του συναγόμενου ερμηνευτικά αποκλεισμού του δικαστικού ελέγχου της εσωτερικής τυπικής συνταγματικότητας των νόμων (interna corporis) [βλ. λ.χ. ΣτΕ 2705/2014, σκ. 24,  καθ’ ερμηνεία του άρθρου 74 παρ. 5 (εδ. στ΄) Σ], είτε με την αιτιολογία ότι η τήρησή τους ανάγεται στην σφαίρα ευθύνης της πολιτικής εξουσίας [βλ. ΣτΕ Ολ. 2567/2015, σκ. 2, αναφορικά με τον έλεγχο της συνδρομής των προϋποθέσεων έκδοσης ΠΝΠ κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 44 παρ. 1 Σ ٠συναφής είναι και η προβληματική των κυβερνητικών πράξεων (βλ., λ.χ., ΣτΕ Ολ. 2787/2015, σκ. 7, για το παραδεκτό προσβολής του ΠΔ προκήρυξης δημοψηφίσματος και περαιτέρω αναφορές στην 1η θεματική γενικής νομικής παιδείας)] είτε, τέλος, διότι πρόκειται για οργανωτικές συνταγματικές διαφορές που ανακύπτουν μεταξύ ή εντός των πολιτειακών οργάνων και συνεπώς δεν άγονται ενώπιον της τακτικής δικαιοσύνης [λ.χ. το ζήτημα της «ψήφου Αλευρά», η κρίση για τη νομιμότητα της διαλύσεως της Βουλής, της διελεύσεως ξένου στρατού από τη Χώρα].

Ο δικαστικός έλεγχος τήρησης των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, που θα μπορούσε να αποτελέσει μία από τις αρμοδιότητες ενός ΣΔ,  θα συνέβαλε ουσιωδώς στην εμπέδωση της αρχής του Κράτους Δικαίου, αλλά και στον εξορθολογισμό της νομοπαραγωγικής διαδικασίας.

Ε. Τo επιχείρημα της εξειδίκευσης

Ένα ΣΔ τα μέλη του οποίου θα ήταν ισόβια ή θα επιλέγονταν με σχετικώς μακρά θητεία, θα παρείχε μεγαλύτερα εχέγγυα εξειδίκευσης κατά τη διενέργεια του ελέγχου συνταγματικότητας και δημιουργίας μίας συνεκτικής συνταγματικής νομολογίας.

2. Επιχειρήματα κατά της δημιουργίας ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου

 Τα κεντρικά επιχειρήματα κατά της δημιουργίας ενός Συνταγματικού Δικαστηρίου, κατά βάση, αρθρώνονται ως αντίλογος στα επιχειρήματα της άλλης πλευράς και  είναι τα εξής:

Α. Ως προς την ασφάλεια δικαίου

Το επιχείρημα των υποστηρικτών της ίδρυσης ΣΔ αναφορικά με την ανασφάλεια δικαίου είναι  μάλλον παρωχημένο. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση  της νομολογίας του ΑΕΔ τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας διατάξεων τυπικών νόμων που άγονται ενώπιόν του αφορούν, συνήθως, λεπτομερειακές και μη σημαντικές διατάξεις τυπικών νόμων, δηλαδή διατάξεις  που δεν παρουσιάζουν ευρύτερο ενδιαφέρον30.

Εξάλλου, εντός της ίδιας δικαιοδοσίας είναι σπάνιο το φαινόμενο τα κατώτερα δικαστήρια να διαμορφώνουν νομολογία αντίθετη προς εκείνη του ανώτατου δικαστηρίου.

Ειδικώς δε, εντός της διοικητικής δικαιοδοσίας (ΣτΕ, ΕΣ, ΤΔΔ), μετά την θέσπιση της διαδικασίας της πιλοτικής δίκης και του προδικαστικού ερωτήματος (άρθρο 1 ν. 3900/2010 και άρθρο 108Α ΠΔ 1225/1981), τα νομικά ζητήματα ευρύτερου ενδιαφέροντος (μεταξύ αυτών και ζητήματα αντισυνταγματικότητας τυπικών νόμων) άγονται και επιλύονται άμεσα, δίχως την χρονοτριβή της παραδοσιακής πορείας μιας διαφοράς (α΄, β΄ βαθμός δικαιοδοσίας, αίτηση αναίρεσης), από το ανώτατο δικαστήριο του οικείου κλάδου, με παράλληλη αναστολή των δικών στο πλαίσιο των οποίων τίθενται τα ίδια ζητήματα31

Με βάση τη διαδικασία αυτή εκδόθηκαν αρκετές σημαντικές αποφάσεις επί ζητημάτων που απασχόλησαν τα δικαστήρια της ουσίας και την κοινή  γνώμη, όπως είναι οι αποφάσεις για τις περικοπές στις συντάξεις (ΣτΕ 2287- 2290/2015 Ολομ.), η συνταγματικότητα διατάξεων του ν. 4014/2011 σχετικά με τη νομιμοποίηση αυθαιρέτων κατασκευών (ΣτΕ 1118/2014 Ολομ.), ο αυτεπάγγελτος συμψηφισμός μη ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο (ΣτΕ 2164/2012 επταμ.), η συνταγματικότητα των διατάξεων του ν. 3843/2010 σχετικά με τη νομιμοποίηση ημιυπαιθρίων χώρων (ΣτΕ 1971/2012 Ολομ.), κ.ά.

Περαιτέρω, μολονότι η διάγνωση της αντισυνταγματικότητας ενός τυπικού νόμου κατά κανόνα δεν επάγεται την εκβολή του από την έννομη τάξη, η νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας έχει διαπλάσει δικονομικές οδούς προστασίας για όλους όσους δεν είχαν προσφύγει εγκαίρως στη δικαιοσύνη [νομολογία περί υποχρέωσης επανεξέτασης/ανάκλησης των «ομοίων» πράξεων ٠ βλ. ενδεικτικώς ΣτΕ 4763/2014, σκ. 7]. 

Τέλος, οι υποστηρικτές της ίδρυσης ενός ΣΔ φαίνεται να παραγνωρίζουν το γεγονός ότι η ένταξη της Χώρας σε υπερεθνικούς οργανισμούς έχει υποβαθμίσει την εσωτερική έννομη τάξη, ακόμα και το ίδιο το Σύνταγμα32. Η συνολική έννομη τάξη είναι πολυεπίπεδη, οι δε εσωτερικοί κανόνες πρέπει να συνυπάρξουν, να συναρθρωθούν και να μην έρχονται σε αντίθεση με αυτούς που προκύπτουν από το διεθνές δίκαιο και ειδικά από την ΕΣΔΑ, αλλά και με αυτούς του ενωσιακού δικαίου.

Έτσι, η ανάγκη της ασφάλειας δικαίου θα επέβαλε το Συνταγματικό Δικαστήριο να είναι αποκλειστικά αρμόδιο για τον έλεγχο της μη αντίθεσης του νόμου όχι μόνο με το Σύνταγμα, αλλά και με το δίκαιο της ΕΣΔΑ και το Ενωσιακό, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, δυνατότητα όμως η οποία αποκλείεται  από το Ενωσιακό δίκαιο (βλ. αμέσως κατωτέρω, υπό στοιχ. Ε΄) ˙ και μένει πάντα ανοιχτό το ζήτημα της μη αντίθεσης του ίδιου του Συντάγματος με τις δύο αυτές δικαιοταξίες [βλ., συναφώς,  την καταδικαστική απόφαση ΕΔΔΑ, Λυκουρέζος κατά Ελλάδος (2006), που προκλήθηκε από την αναθεώρηση του Συντάγματος το 2001, καθώς και  την απόφαση του ΔΕΚ, C-213/07, Μηχανική].  

Β.  Ως προς τα «κενά» δικαστικού ελέγχου:

Προς αντίκρουση του εν λόγω επιχειρήματος, υποστηρίζεται ότι ο έλεγχος των interna corporis του νομοθετικού σώματος, των προϋποθέσεων έκδοσης ΠΝΠ, αλλά και των κυβερνητικών πράξεων, εφόσον θεωρηθεί αναγκαίος, μπορεί να επιτευχθεί μέσω απλής μεταστροφής της νομολογίας  των αρμόδιων δικαστηρίων (κατά βάση του Συμβουλίου της Επικρατείας), δίχως να είναι απαραίτητη η ίδρυση ΣΔ. Ήδη, άλλωστε, στην νομολογία του τελευταίου δικαστηρίου παρατηρούνται  ζωηρές μειοψηφίες33.

Γ. Ως προς τον προληπτικό δικαστικό έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων

Προς αντίκρουση της θέσης αναφορικά με τα οφέλη του προληπτικού ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων, υποστηρίζεται ότι στην πρόληψη ενδεχόμενης αντισυνταγματικότητας, αλλά και αντίθεσης του νόμου με τους υπερκείμενους εν γένει κανόνες δικαίου, θα βοηθούσε η πρόβλεψη προληπτικού ελέγχου του σχεδίου νόμου, ο οποίος θα μπορούσε να ανατεθεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας, που έχει μακρά εμπειρία στη συναφή επεξεργασία των σχεδίων προεδρικών διαταγμάτων.

Παρόμοια αρμοδιότητα έχουν και άλλα Συμβούλια της Επικρατείας διεθνώς, ενώ η αρμοδιότητα αυτή προβλεπόταν κατά την ίδρυση του ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας. Δεν πρόκειται δηλαδή για αρμοδιότητα ξένη προς τον θεσμό. Εν πάση περιπτώσει, αν θεωρηθεί ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας δεν πρέπει να αναλάβει το έργο αυτό, τούτο θα μπορούσε να ανατεθεί σε ένα «αναβαθμισμένο» ΑΕΔ34.

Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται ότι ο κατασταλτικός δικαστικός έλεγχος παρουσιάζει ένα βασικό προτέρημα έναντι του προληπτικού: δεδομένου ότι το εννοιολογικό περιεχόμενο του κανόνα δικαίου αποκαλύπτεται κατά την εφαρμογή του, ο κατασταλτικός ελεγκτής είναι σε θέση να κατανοήσει πληρέστερα την έννοια, το πεδίο εφαρμογής και το εύρος των συνεπειών μίας νομοθετικής ρύθμισης (λ.χ. για την φορολογία, το περιβάλλον) και άρα ικανότερος να συνδέσει την συγκεκριμένη διάταξη με τους συνταγματικούς κανόνες, από τον προληπτικό ελεγκτή35.               

Δ.  Το επιχείρημα της ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ τακτικών δικαστών και ΣΔ

Ακόμη και στα συστήματα συγκεντρωτικού ελέγχου συνταγματικότητας, οι τακτικοί δικαστές, οι οποίοι καλούνται να διασφαλίζουν την τήρηση του Συντάγματος και να εντοπίζουν τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας που κανονικώς πρέπει να παραπεμφθούν προς επίλυση στο συνταγματικό δικαστήριο, συμμετέχουν στην ερμηνεία και στην εφαρμογή του Συντάγματος με αποτέλεσμα, συχνά, το έργο τους να ανταγωνίζεται ή ακόμη και να υποκαθιστά εκείνο του συνταγματικού δικαστηρίου.

Πιο συγκεκριμένα, οι τακτικοί δικαστές έχουν πάντοτε τη δυνατότητα υποκατάστασης του ελέγχου συνταγματικότητας είτε με  τη σύμφωνη προς το Σύνταγμα ερμηνεία των νόμων, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε ερμηνείες «διορθωτικές» ή «τροποποιητικές» του νόμου είτε  με την πρόταξη του ελέγχου της συμβατότητας του νόμου προς το ευρωπαϊκό δίκαιο (ΕΣΔΑ, ενωσιακό δίκαιο), το προστατευτικό πεδίο του οποίου επικαλύπτει την συνταγματική ύλη36.

Συνήθεις λόγοι της πρακτικής αυτής των τακτικών δικαστών  είναι  η αποφυγή της καθυστέρησης επίλυσης των εκκρεμών διαφορών και η υπεράσπιση των δικών τους νομολογιακών παραδοχών37.  

Ε. Το επιχείρημα της ανταγωνιστικής σχέσης μεταξύ συγκεντρωτικού ελέγχου συνταγματικότητας και συμβατικότητας των νόμων  προς το ενωσιακό δίκαιο38

Σε περίπτωση ίδρυσης ΣΔ, η υποχρεωτική συγκέντρωση του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στο δικαστήριο αυτό θα αναιρούσε την σύμπτωση στο πρόσωπο του ίδιου δικαστή των δύο μορφών δικαστικού ελέγχου των νόμων, δηλαδή του ελέγχου συνταγματικότητας και του ελέγχου συμβατότητας προς το ενωσιακό δίκαιο, ο οποίος σύμφωνα με πάγια  νομολογία του ΔΕΕ [βλ. Βλ. την απόφαση Simmental του ΔΕΚ, 9.3.1978, 106/77, σημ. 2139] ανήκει σε κάθε δικαστή που επιλαμβάνεται ορισμένης διαφοράς  στην οποία ανακύπτει ζήτημα εφαρμογής του ενωσιακού δικαίου.

Συναφώς, το ΔΕΕ δέχεται ότι η υποχρέωση εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης απελευθερώνει τους τακτικούς δικαστές από την όποια δεσμευτικότητα προσδίδει στις αποφάσεις του συνταγματικού δικαστηρίου το εθνικό δίκαιο.

Όπως κρίθηκε ρητώς στην υπόθεση Križan [ΔΕΕ, 15.1.2013, C-416/10, σκέψη 73 ]:

«το άρθρο 267 ΣΛΕΕ έχει την έννοια ότι εθνικό δικαστήριο, όπως το αιτούν δικαστήριο, έχει την υποχρέωση να υποβάλει αυτεπαγγέλτως στο Δικαστήριο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως ακόμη και όταν αποφαίνεται κατόπιν αναπομπής μετά την αναίρεση της πρώτης αποφάσεώς του από το συνταγματικό δικαστήριο του οικείου κράτους μέλους και ακόμη και όταν εθνικός κανόνας επιβάλλει σε αυτό να λύσει τη διαφορά ακολουθώντας τη νομική θέση που διατυπώθηκε από το τελευταίο δικαστήριο».

Υπό τα δεδομένα αυτά  και λαμβανομένης υπ’ όψιν και της προεκτεθείσας ευχέρειας των τακτικών δικαστών να υποκαθιστούν τον έλεγχο συνταγματικότητας των νόμων με τον έλεγχο συμβατότητάς του με το ενωσιακό δίκαιο40, αλλά και της γενικότερης δυνατότητας των τακτικών δικαστών να  υπερασπίζονται την δικαιοδοσία τους αξιοποιώντας «διορθωτικές» τεχνικές ελέγχου (λ.χ. σύμφωνη προς το Σύνταγμα ερμηνεία του νόμου), υποστηρίζεται ότι η ίδρυση ενός ΣΔ θα δημιουργούσε μείζονες θεσμικές εντάσεις μεταξύ όλων των εμπλεκόμενων δικαιοδοτικών οργάνων. 

ΣΤ. Το ιστορικό – πολιτειακό επιχείρημα

Η ίδρυση ενός ΣΔ δεν συμβαδίζει με την κρατική οργάνωση και την νομική παράδοση της χώρας μας. Κατά κανόνα, τα ΣΔ απαντώνται σε ομοσπονδιακά κράτη με κύρια αρμοδιότητα την επίλυση διαφορών κατανομής αρμοδιοτήτων μεταξύ ομοσπονδιακού κράτους και ομόσπονδων κρατών.

Επιπλέον, η ίδρυση ενός ΣΔ, με επιλογή των μελών του  από πολιτικό σώμα, σε μία χώρα όπως η Ελλάδα, οι πολίτες της οποίας είναι ιδιαιτέρως καχύποπτοι έναντι της πολιτικής εξουσίας, θα διακινδύνευε το κύρος και την αξιοπιστία του41. Ακόμη, η ίδρυση ΣΔ στην Ευρώπη έχει συνδεθεί με συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες (μετάβαση σε  καθεστώτα  δημοκρατίας) που δεν συντρέχουν στην περίπτωση της Ελλάδας.

Τέλος, διατυπώνεται το επιχείρημα ότι η ίδρυση ενός ΣΔ με αρμοδιότητα επίλυσης οργανωτικών συνταγματικών διαφορών ενδέχεται να δικαστικοποιήσει  (έτι περαιτέρω)  την άσκηση της πολιτικής και να ανατρέψει τις θεσμικές ισορροπίες με την εισαγωγή ενός νέου παίκτη στο πολιτικό προσκήνιο, την στιγμή που όλοι οι ενδιαφερόμενοι παράγοντες  (πολίτες / πολιτικό προσωπικό / νομικός κόσμος) έχουν εξοικειωθεί με το ισχύον (μακραίωνο) σύστημα παρεμπίπτοντος και διάχυτου δικαστικού ελέγχου, το οποίο σε γενικές γραμμές θεωρούν ότι παρέχει άμεση προστασία42.

Ζ. Το επιχείρημα της καθυστέρησης απονομής δικαιοσύνης

Σε περίπτωση ένταξης ενός ΣΔ στο ήδη υπάρχον σύστημα διάχυτου & παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (με τη θέσπιση υποχρέωσης παραπομπής των ζητημάτων  συνταγματικότητας από τις Ολομέλειες των ανωτάτων δικαστηρίων) προβάλλεται το επιχείρημα η απονομή της δικαιοσύνης (που ήδη καθυστερεί σημαντικά)  θα καθυστερεί ακόμη περισσότερο.

3. Και μία τρίτη, ενδιάμεση, θέση: η εγκαθίδρυση ενός συστήματος ενιαίας δικαιοδοσίας

Παράλληλα προς τις ανωτέρω  θέσεις διατυπώνεται και μία τρίτη θέση (από τον καθηγητή Φ. Σπυρόπουλο), υπέρ της εισαγωγής ενός συστήματος της ενιαίας δικαιοδοσίας, με την κατάργηση του ισχύοντος συστήματος χωριστών δικαιοδοσιών43, προς αποφυγή των συγκρούσεων δικαιοδοσίας και τη διασφάλιση της ενότητας της νομολογίας.

Στο πλαίσιο της μίας ενιαίας δικαιοδοσίας θα λειτουργεί ένα και μόνο Ανώτατο Δικαστήριο, ενώ όλα  τα  προβλεπόμενα  σήμερα  ανώτατα δικαστήρια, επτά τον αριθμό44, καταργούνται. Το (ένα και μόνο) Ανώτατο Δικαστήριο θα είναι και Συνταγματικό Δικαστήριο.

Συναφώς, επισημαίνεται ότι παρίσταται ανορθολογικό σε μία χώρα με πληθυσμό περίπου 11 εκατομμυρίων να λειτουργούν επτά ανώτατα δικαστήρια.

Άλλωστε, το επιχείρημα  στο οποίο θεμελιώνεται το σύστημα το ισχύον των χωριστών δικαιοδοσιών (ιδιαιτερότητα του διοικητικού δικαίου) δεν είναι επαρκές. Το δίκαιο είναι ενιαίο, καθώς επίσης και οι κανόνες ερμηνείας του, ενώ ήδη οι δικαστές των επιμέρους δικαιοδοσιών κρίνουν παρεμπιπτόντως ζητήματα που ανήκουν σε άλλες δικαιοδοσίες.   


Παραπομπές – Υποσημειώσεις


1 Βλ. σχετικά Γ. ΔΡΟΣΟ, Δοκίμιο Ελληνικής Συνταγματικής Θεωρίας, Αντ. Σάκκουλα, 1996, σ. 189 επ.

2 Η εν λόγω ρύθμιση (που προστέθηκε με την Αναθεώρηση του 2001) προέκυψε κυρίως από τη δυσπιστία προς τα τμήματα των ανώτατων  Δικαστηρίων (και, ιδίως, του Ε ́ Τμήματος του ΣτΕ), στόχος της δε ήταν η αποτροπή αυθαιρεσιών ολιγομελών δικαστικών σχηματισμών. Βλ. Κ.ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων και το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος. Δικονομική οργάνωση ή περιορισμός του διάχυτου ελέγχου;, ΤοΣ 2007.789 επ., διαθέσιμο στο αρχείο τεκμηρίωσης αυτής της θεματικής.

3  Βλ. για μία  ευσύνοπτη και συμπεριληπτική ερμηνεία του άρθρου 100 Σ,  Κ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟ, σε  Φ. Σπυρόπουλος/Ξ. Κοντιάδης/Χ. Ανθόπουλος/Γ. Γεραπετρίτης, Σύνταγμα, 2017, σ. 1566-1598, διαθέσιμο στο αρχείο τεκμηρίωσης αυτής της θεματικής. 

4 Βλ., αναλυτικά, Β. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ, Η μετάθεση του χρόνου έναρξης του ανίσχυρου του αντισυνταγματικού νόμου στο ελληνικό σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (2017), διαθέσιμο στο αρχείο τεκμηρίωσης. 

5 Άκου την  παρέμβαση Α. ΡΑΝΤΟΥ, στην ημερίδα του Δ.Σ. Πατρών, Ζητήματα απονομής της Διοικητικής Δικαιοσύνης σε συνθήκες οικονομικής κρίσης – Πάτρα 22/5/2015, διαθέσιμη εδώ, στο  4:03:46 επ.

6 Βλ. διεξοδικά Α. ΘΕΟΧΑΡΗ, Μηχανισμοί συγκέντρωσης του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων: Ο περιορισμός του ακυρωτικού αποτελέσματος απόφασης Συμβουλίου  της Επικρατείας και η νομολογιακή επέκτασή του, διαθέσιμο εδώ

7 Βλ. σχετικά Α. ΚΑΪΔΑΤΖΗ, Εισφορά αλληλεγγύης συνταξιούχων, Ελεγκτικό Συνέδριο και συγκεκριμένος έλεγχος συνταγματικότητας (2017). Όπως παρατηρεί σχετικά ο συγγραφέας, στην περίπτωση  του Ελεγκτικού Συνεδρίου καμία δικονομική διάταξη δεν υπάρχει, ούτε καν κατ’ αναλογία ή κατ’ ευρεία έννοια εφαρμοζόμενη, που να μπορεί να στηρίξει την εξουσία χρονικού περιορισμού του αποτελέσματος της απόφασης. Για να δικαιολογήσει την κρίση του, το δικαστήριο (σκέψεις Χ.ΙΙ.Α και Β) προβαίνει σε μια μάλλον αμφιλεγόμενη ερμηνευτική κατασκευή, την οποία θεμελιώνει στις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της δημοσιονομικής βιωσιμότητας. Φροντίζει πάντως να περιορίσει την εμβέλεια της κατασκευής αυτής, μόνο σε περιπτώσεις στις οποίες το Ελεγκτικό Συνέδριο κατά μεν την άσκηση της γνωμοδοτικής του αρμοδιότητας δεν είχε επισημάνει την αντισυνταγματικότητα της κρίσιμης διάταξης, την οποίαν αντιθέτως διέγνωσε αργότερα κατά την άσκηση κατασταλτικού ελέγχου συνταγματικότητας ως δικαιοδοτικός σχηματισμός. Ευλόγως, και στην απόφαση αυτή διατυπώθηκε ισχυρή μειοψηφία (σκέψη Χ.ΙΙ. Γ).

8 Βλ. Α. ΘΕΟΧΑΡΗ, ό.π. 

9 Βλ. Κ. ΜΑΥΡΙΑ, Συνταγματικό Δίκαιο, Τρίτη έκδοση, Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2004, σελ. 294. 

10 Bλ. για τα interna corporis του νομοθετικού σώματος και κατωτέρω, υπό ΙΙΙ.

11 Βλ. αναλυτικότερα για το ζήτημα, Π. ΠΙΚΡΑΜΜΕΝΟ, Το ελληνικό Συμβούλιο της Επικρατείας και οι γνωμοδοτικές αρμοδιότητές του, ΘΠΔΔ, 4/2011, σελ. 361 επ. και Ν. ΝΙΚΟΛΑΚΗ, σε  Φ. Σπυρόπουλος/Ξ. Κοντιάδης/Χ. Ανθόπουλος/Γ. Γεραπετρίτης, Σύνταγμα, 2017, σελ. 1489 – 1492.  

12 Βλ. αναλυτικώς για το ζήτημα, Ά. ΛΙΓΩΜΕΝΟΥ, Η γνωμοδότηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου επί των νομοσχεδίων που αφορούν συντάξεις ή αναγνώριση υπηρεσίας για την παροχή δικαιώματος σύνταξης (άρθρο 98 παρ. 1 εδάφ. δ΄ Συντ.), ΘΠΔΔ 8-9/2012, σελ. 785 επ., διαθέσιμο στην ηλεκτρονική βάση αρθρογραφίας / βιβλιογραφίας αυτής της θεματικής, καθώς και Ν. ΜΗΛΙΩΝΗ, Το Ελεγκτικό Συνέδριο, Σύγχρονες τάσεις και εξελίξεις, Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, σελ. 335 επ. 

13 Βλ. ενδεικτικώς ΕΣ Ολ. 386/2007, ΕΣ (ΙΙ Τμ.) 2180/2003, όπου και σκέψη (ΙΙ.)αναφορικά με την ειδικότητα των συνταξιοδοτικών νομοσχεδίων, κ.ά. Το Ελεγκτικό Συνέδριο ανέκαθεν υιοθετεί την άποψη ότι η γνωμοδότησή του σε νομοσχέδια που αφορούν στην απονομή σύνταξης ή τις προϋποθέσεις της δεν αποτελεί εσωτερικό τυπικό στοιχείο του νόμου, αλλά ανήκει στα εξωτερικά τυπικά στοιχεία που απαιτούνται για την έγκυρη κατάρτιση του νόμου, εφόσον το ίδιο το Σύνταγμα την επιβάλλει και κρίνει ότι όποιος συνταξιοδοτικός νόμος δεν έχει τύχει της προηγούμενης γνωμοδοτικής του επεξεργασίας είναι ανίσχυρος και μη εφαρμοστέος, αφού παραβιάζει σχετική συνταγματική επιταγή.

Προσοχή!! Κατά πάγια νομολογία του ΕΣη προσθήκη σε συνταξιοδοτικό νομοσχέδιο νέων διατάξεων, χωρίς προηγούμενη γνωμοδότηση από το Ελεγκτικό Συνέδριο, είναι ανίσχυρη, εκτός εάν η προσθήκη (ή η τροποποίηση σχετικής διατάξεως) είναι «συναφής» προς τις διατάξεις, επί των οποίων έχει ήδη γνωμοδοτήσει το Ελεγκτικό Συνέδριο [Βλ. ΕΣ Ολ. 1576/2011, σκ. ΙΙΙ]. 

14 ΣτΕ 723/1954, Θέμις 1954, σελ. 900.

15 Βλ. σχετικά την διατριβή της Ν. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΥ, Ο πολιτικός έλεγχος της συνταγματικότητας του νόμου (1989), διαθέσιμη εδώ.

16 Βλ. Κ. ΜΑΥΡΙΑ, ό.π., σελ. 461 επ, όπου και οι διάφορες διατυπωθείσες απόψεις.

17 Βλ., αναλυτικώς, Χ. ΤΣΙΛΙΩΤΗ, Ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων από την εκτελεστική λειτουργία, ΔιΔικ. 4/2010, σελ. 785 επ., και Ι. ΜΑΘΙΟΥΔΑΚΗ, Διοικητικός έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων; διαθέσιμο εδώ.

18 Κ.ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΣ, Η αναγκαιότητα ίδρυσης Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα, ΕφημΔΔ, 4/2006, σ. 511. 

19 Χ. ΤΣΙΛΙΩΤΗΣ, Η πρόταση για ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα: Τομή στο ελληνικό σύστημα ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων ή «ώδινεν όρος και έτεκε μυν»;, ΕφημΔΔ, 2/2007, σ. 241 επ.

20 Βλ. Πρακτικό Διοικητικής  Ολομέλειας ΣτΕ 6/2000, καθώς και Α. ΡΑΝΤΟΥ, Η αναθεωρητική πρόταση δημιουργίας Συνταγματικού Δικαστηρίου στην Ελλάδα, σε Όμιλος Αριστόβουλος Μάνεσης, Η΄ επιστημονικό συμπόσιο, το Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, Επιμ. Α. Μανιτάκης / Α. Φωτιάδου, Σάκκουλα Αθήνα  –  Θεσσαλονίκη, 2008, σ. 21. Βλ. όμως και τις σχετικές επιφυλάξεις του Κ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΥ, Η νέα συνταγματική αναθεώρηση και το ζήτημα της συνταγματικής δικαιοσύνης, σε Όμιλο Αριστόβουλου Μάνεση, όπ.π., σ. 56,  ο οποίος συνηγορεί γενικά υπέρ της ιδεολογικοπολιτικής ουδετερότητας του ελληνικού δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων (αντιπαραβάλλοντας αυτόν προς τον αντίστοιχο έλεγχο του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ) επισημαίνει όμως (ορθώς) ότι η διαπίστωση  περί της εμπέδωσης στους πολίτες και στον νομικό κόσμο ενός αισθήματος περί παροχής άμεσης προστασίας από τα τακτικά δικαστήρια, είναι  εν πολλοίς αυθαίρετη, εφόσον δεν στηρίζεται σε  κανένα εμπειρικό δεδομένο (λ.χ. έστω σε επίπεδο δημοσκόπησης), ενώ εάν κάποιος δικαιούται να ομιλεί εξ ονόματος του Λαού είναι η Βουλή και όχι τα δικαστήρια.

21 ΑΙΚ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΟΠΟΥΛΟΥ, ο έλεγχος της συνταγματικότητας των νόμων υπό το άρθρο 100 παρ. 5 του Συντάγματος, Δικονομική οργάνωση του ελέγχου ή περιορισμός του διάχυτου ελέγχου;, σε Ομιλος Αριστόβουλος Μάνεσης, Η΄ επιστημονικό συμπόσιο, το Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, Επιμ. Α. Μανιτάκης / Α. Φωτιάδου, Σάκκουλα Αθήνα  –  Θεσσαλονίκη, 2008, σ.35.

22  Bλ., αναλυτικά για το θέμα, Γ. ΓΕΡΑΠΕΤΡΙΤΗ, Σύνταγμα και Βουλή. Αυτονομία και ανέλεγκτο των εσωτερικών του σώματος, εκδ. Νομική Βιβλιοθήκη,  2012.

23 ΣτΕ 2705/2014, σκ. 24: «Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 74 παρ. 5 του Συντάγματος, όπως ισχύει μετά την αναθεώρηση του έτους 2001, ορίζεται ότι: «… Νομοσχέδιο ή πρόταση νόμου που περιέχει διατάξεις άσχετες με το κύριο αντικείμενό τους δεν εισάγεται για συζήτηση (εδ. β΄)… Σε περίπτωση αμφισβήτησης αποφαίνεται η Βουλή (εδ. στ΄)…». Από την τελευταία αυτή διάταξη του εδαφίου στ΄ του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι στην ίδια τη Βουλή και όχι στη δικαστική λειτουργία έχει αναθέσει το Σύνταγμα τον έλεγχο της τήρησης της επιταγής που περιέχεται στο εδάφιο β’ της ίδιας διάταξης. Επομένως, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός ότι οι διατάξεις του ν. 4093/2012 παραβιάζουν το άρθρο 74 παρ. 5 του Συντάγματος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (πρβλ. ΣτΕ 161/2010 Ολομ., σκ. 9, 1913/2003 σκ. 6, 445/1995 7μ., 1721/1991 Ολομ., 1186/1983, 665/1978)».

24 Βλ. Πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση του άρθρου 100 Σ και την ίδρυση ΣΔ. Η εν λόγω πρόταση υπερψηφίσθηκε στην πρώτη κατά το άρθρο 110 παρ. 2 Σ ψηφοφορία της 22ης Φεβρουαρίου 2007 από 159 Βουλευτές, καταψηφίσθηκε από 8, ενώ 4 Βουλευτές δήλωσαν παρόντες. Κατά τη δεύτερη ψηφοφορία της 29-3-2007, την πρόταση υπερψήφισαν 160 Βουλευτές, την καταψήφισαν 8 Βουλευτές και 3 Βουλευτές δήλωσαν παρόντες. 

25 Βλ. ενδ. Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στο πλαίσιο του ελληνικού συστήματος της συνταγματικότητας των νόμων, ΤοΣ 2006, σ. 35 επ..

26 Βλ. λ.χ. Στέφ. ΜΑΤΘΙΑ, Το Συνταγματικό Δικαστήριο,  σε Ομιλος Αριστόβουλος Μάνεσης, Η΄ επιστημονικό συμπόσιο, το Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, Επιμ. Α. Μανιτάκης / Α. Φωτιάδου, Σάκκουλα Αθήνα  –  Θεσσαλονίκη, 2008, σ. 114 – 118. 

27 Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ, ό.π.

28 Επιφυλακτικός ο Α. ΜΑΝΙΤΑΚΗΣ, Η ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στις συμπληγάδες συνταγματικής & κοινής δικαιοσύνης, σε Όμιλος Αριστόβουλος Μάνεσης, Η΄ επιστημονικό συμπόσιο, το Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, Επιμ. Α. Μανιτάκης / Α. Φωτιάδου, Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2008, ιδ. σ. 77 επ.

29 Η αρχή της ασφάλειας του δικαίου αποτελεί ειδικότερη έκφανση της συνταγματικής αρχής του Κράτους Δικαίου που, με τη σειρά της, θεμελιώνεται στα άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 Σ (βλ. ΣτΕ 1508/2002, σκ. 6, κ.ά).

30 Βλ. σχετ. Α. ΡΑΝΤΟ, όπ.π., σ. 14.

31 Βλ. Β. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗ, Χρειαζόμαστε πραγματικά ένα Συνταγματικό  Δικαστήριο ;  Μια  πάντα επίκαιρη  συζήτηση, σημ. 5, διαθέσιμο εδώ.

32 Βλ. Β. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗ, όπ.π.

33 Βλ. λ.χ. την μειοψηφία του Παρέδρου Ι. Δημητρακόπουλου στην ΣτΕ 737/2012: «Η ενάσκηση νομοθετικής εξουσίας από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, βάσει του άρθρου 44 παρ. 1 του Συντάγματος, πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς και επαρκώς, όσον αφορά τη συνδρομή έκτακτης περίπτωσης εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης, δεδομένου ότι συνιστά εξαίρεση από τους θεμελιώδεις κανόνες των άρθρων 26 παρ. 1 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος, η δε (αιτιολογημένη) εκτίμηση του Προέδρου της Δημοκρατίας και του προτείνοντος την πράξη Υπουργικού Συμβουλίου περί της συνδρομής τέτοιας περίπτωσης ελέγχεται από το δικαστή για πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης. Εν προκειμένω, η ρύθμιση του άρθρου 11 της από 4.12.2012 πράξης νομοθετικού περιεχομένου είναι μη εφαρμοστέα ως αντισυνταγματική, αφενός, διότι δεν αιτιολογείται ειδικώς ως προς τη συνδρομή έκτακτης περίπτωσης εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης και, αφετέρου, επειδή η ανάγκη που υπαγόρευσε τη θέσπιση της, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονται στη σχετική αιτιολογική έκθεση, δεν ανάγεται προδήλως σε έκτακτη περίπτωση εξαιρετικά επείγουσας και απρόβλεπτης ανάγκης».

34 Βλ. Β. ΑΝΔΡΟΥΛΑΚΗ, όπ.π., σημ. 9.

35  Βλ. Κ. ΜΕΝΟΥΔΑΚΟY, Το Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, σε: Ομιλος Αριστόβουλος Μάνεσης, Η΄ επιστημονικό συμπόσιο, το Συνταγματικό Δικαστήριο σε ένα σύστημα παρεμπίπτοντος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, Επιμ. Α. Μανιτάκης / Α. Φωτιάδου, Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2008, σελ. 8. 

36  Oι περιπτώσεις στις οποίες είναι δυνατή μια τέτοια υποκατάσταση είναι πλέον πολυάριθμες, αν ληφθεί υπόψη, αφενός, ότι ο Χάρτης Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ένωσης, ο οποίος περιλαμβάνει διατάξεις παρόμοιες προς τις συνταγματικές διατάξεις που κατοχυρώνουν θεμελιώδη δικαιώματα, έχει καταστεί τμήμα του πρωτογενούς ενωσιακού δικαίου και, αφετέρου, ότι, στις χώρες που βρίσκονται ή θα βρίσκονται υπό καθεστώς «Μνημονίου», όπως η Ελλάδα, η συντριπτική πλειοψηφία των νομοθετικών μέτρων αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης πλαισιώνεται από αποφάσεις του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης που λαμβάνονται δυνάμει των άρθρων 129 και 136 ΣΛΕΕ.

37 Βλ. Κ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, Η πρόταση ίδρυσης συνταγματικού δικαστηρίου υπό το πρίσμα της εξέλιξης των σχέσεων μεταξύ εθνικού και ενωσιακού δικαίου, σε: Η πρόκληση της αναθεώρησης του Συντάγματος, 1η έκδ., Σάκκουλας,  2013. 

38 Βλ. αναλυτικώς, Κ. ΓΙΑΝΝΑΚΟΠΟΥΛΟΥ, όπ.π.

39 «Κάθε εθνικός δικαστής που επιλαμβάνεται αρμοδίως μίας διαφοράς έχει την υποχρέωση να εφαρμόζει στο ακέραιο το κοινοτικό δίκαιο και να προστατεύει τα δικαιώματα τα οποία αυτό απονέμει στους ιδιώτες, αφήνοντας ανεφάρμοστη κάθε ενδεχομένως αντίθετη διάταξη του εθνικού δικαίου, είτε προγενέστερη είτε μεταγενέστερη του κανόνα του κοινοτικού δικαίου».

40 Βλ., λ.χ, ΣτΕ Δ΄ Τμ. 2144/2009, με την οποία το δικαστήριο έκρινε ανεφάρμοστη τη διάταξη του άρθρου 2, παρ. 1, του Ν. 3037/2002, ως προς την εγκατάσταση και λειτουργία ηλεκτρονικών παιγνίων, λόγω καταφανούς αντίθεσής της με το κοινοτικό δίκαιο και δεν ασχολήθηκε με την αντισυνταγματικότητά της, η οποία είχε μεν κριθεί πρόδηλη από την Επιτροπή Αναστολών του ίδιου Τμήματος, πλην όμως η οριστική διαπίστωση της οποίας, σε κάθε περίπτωση, θα καθυστερούσε, διότι προϋπέθετε, κατά το άρθρο, 100, παρ. 5, του Συντάγματος, παραπομπή στην Ολομέλεια του δικαστηρίου.

41 Συναφώς, αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι σε άλλες χώρες, όπου λειτουργεί ΣΔ τα μέλη του οποίου επιλέγονται από πολιτικό σώμα (λ.χ. ΗΠΑ, Γερμανία) δεν αμφισβητείται το κύρος του και η ακεραιότητα των μελών του. Όπως χαρακτηριστικά λέγεται για τους ισόβιους ομοσπονδιακούς  δικαστές των Ηνωμένων  Πολιτειών οι οποίοι διορίζονται από τον Πρόεδρο με έγκριση της Γερουσίας, αυτοί «συγκαταλέγονται μεταξύ των ανθρώπων εκείνων που δεν παραιτούνται  ποτέ  και  πεθαίνουν  σπανίως»  και  έχουν  «ως  πρώτιστο  καθήκον  την  αγνωμοσύνη» προς εκείνον στο οποίο οφείλουν τη θέση τους [βλ. Α. ΠΑΝΤΕΛΗ, Το όριο ηλικίας των δικαστών στην Καθημερινή της 22.1.2008]. Έτσι, στις χώρες αυτές, απαντάται συχνά το φαινόμενο οι δικαστές των ΣΔ να αποφασίζουν ενάντια στα συμφέροντα των πολιτικών παρατάξεων που τους επέλεξαν.

42  Βλ. Α. ΡΑΝΤΟ, ό.π. και Πρακτικά Διοικητικής Ολομέλειας ΣτΕ 5/2006 και 4/2007.

43 Η ιστορική θεμελίωση της ανάγκης ύπαρξης δύο διακριτών κλάδων δικαιοδοσίας εδράζεται στην αρχή της διάκρισης των εξουσιών και του συνακόλουθου δόγματος της μη επέμβασης των κοινών δικαστηρίων στα έργα της Διοίκησης. Βλ., σχετικά, Κ. ΚΑΛΛΙΚΑΚΗ, Το σύστημα δυαδικής δικαιοδοσίας σε Γαλλία και Ελλάδα. Δυαδικότητα δικαιοδοσιών και δυαδικότητα αρμοδιοτήτων, σε Ένωση Διοικητικών Δικαστών, Τιμητικός Τόμος για τα 50 χρόνια των Τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, 1η έκδ., 2015, σελ. 553 – 560. Για  την εξέλιξη του συστήματος χωριστών δικαιοδοσιών στην Ελλάδα βλ. Α. ΤΣΙΡΩΝΑ, Οι συγκρούσεις λειτουργιών και δικαιοδοσιών και η επίλυσή τους από το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο, 1η έκδ., 2015, σελ. 33 – 36. 

44 ΣτΕ, ΑΠ, ΕΣ, ΑΕΔ, το Δικαστήριο ευθύνης των Υπουργών και του Προέδρου της Δημοκρατίας (49, 86 Σ), το Δικαστήριο Κακοδικίας (99 Σ) και το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 88 παρ. 2 Σ (αποκαλούμενο και «Μισθοδικείο»).

 

Δημοσιεύθηκε από Στέργιο Μαρτίνοβιτς

O Στέργιος Μαρτίνοβιτς κατάγεται από την Μίλατο Λασιθίου. Είναι δικηγόρος Αθηνών, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών στο δημόσιο δίκαιο. Ειδικεύεται στις διοικητικές διαφορές ουσίας.

Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή. Για αναδημοσίευση παρακαλώ επικοινωνήστε.